Θα ήταν το 1947, όταν εφτάχρονο παιδί βρέθηκα σ’ένα συγκεντρωμένο πλήθος στο Μπελβεντέρε στη Χώρα. Είχε μαζευτεί ο κόσμος για να κάνει επίσημη υποδοχή σ’έναν άνθρωπο, ο οποίος έφυγε μικρός από τη Χώρα, σπούδασε γιατρός, είχε μια λαμπρή καριέρα και τώρα συνταξιούχος πια, επέστρεφε στις ρίζες του για να μείνει μαζί μας αγνοώντας τις συνθήκες ζωής του Τσιρίγου, που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν και τόσο ιδανικές. Βαρέθηκε την κοσμική ζωή της Αθήνας, δεν τον γέμιζε η κοσμοπολίτικη Γαλλία, όπου ζούσε η μονάκριβη κόρη του καλοπαντρεμένη και πήγαινε εκεί συχνά, η γυναίκα του είχε πεθάνει, που ίσως θα είχε αντιρρήσεις για την επιλογή του, οπότε ελεύθερος, χωρίς υποχρεώσεις, πήρε τη μεγάλη απόφαση και ήλθε να μείνει μόνιμα στο Τσιρίγο.
Εκείνη τη μέρα λοιπόν η Χώρα υποδέχτηκε το μαιευτήρα γιατρό Δημήτριο Ιω. Στάη, που ήρθε στο Τσιρίγο να ζήσει και να απολαύσει αυτά που στερήθηκε. Και ποια ήταν αυτά;; Μα το χαμόγελο και το καλημέρισμα από όλους, να πιει καφέ στου Σκόκου το καφενείο παρέα με όλους ανεξαιρέτως , εργάτες, αγρότες, ψαράδες, υπαλλήλους, να φάει ένα ψάρι ψαρεμένο στα νερά της Χύτρας, ένα σύκο από το Μανιτοχώρι, αμπελοφάσουλα και πεπόνι της μπαμπακίας απ’το Λειβάδι. Να καθήσει απογεματάκι στο Μπελβεντέρε και να απολαύσει τον υπέροχο πίνακα με το Καψάλι, το Κάστρο, το βουνό των Αγίων Ακινδύνων και στο βάθος το Κρητικό Πέλαγος με τα Αντικύθηρα και την Κρήτη. Ακόμα ήθελε να απολαύσει το αγαπημένο του σπορ, το κυνήγι στους γνωστούς κυνηγότοπους της Χώρας, στην Ψαρή, στις Ράχες, στην Αποκλείστρα, παρέα με τον πιστό του σκύλο, τον Πίπο, που ήταν αχώριστοι. Αυτά είχε στερηθεί και ευτυχώς το Τσιρίγο εκείνη την εποχή του τα προσέφερε πλουσιοπάροχα. Ήλθε όμως και για έναν άλλο λόγο. Για να προσφέρει στα κοινά. Εκεί στην αίθουσα που παλιότερα στεγαζόταν το γραφείο της Κοινότητας Κυθήρων και σήμερα στεγάζεται η λαογραφική συλλογή του συνταξιούχου διδασκάλου Δημήτρη Λουράντου υπάρχουν φωτογραφίες αυτών που διετέλεσαν κοινοτάρχες στην Κοινότητα Κυθήρων, που είχαν τοποθετηθεί με μέριμνα του αείμνηστου κοινοτάρχη και μετέπειτα Δημάρχου, Αρτέμη Καλλίγερου. Εκεί λοιπόν βρίσκεται και η φωτογραφία του Δημητρίου Στάη , όπου υπάρχει και η πληροφορία ότι διετέλεσε Πρόεδρος της Κοινότητος Κυθήρων από το 1948-1958. Πράγματι ήδη από το 1948 ανέλαβε Πρόεδρος της Κοινότητας Κυθήρων και ήταν αυτός που υποδέχτηκε και προσφώνησε το βασιλικό ζεύγος κατά την επίσκεψή του στα Κύθηρα και παρέθεσε γεύμα προς τιμήν τους στην αίθουσα των τελετών του Γυμνασίου.
Από την υποδοχή του Στάη στο Μπελβεντέρε δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Έχουν περάσει πολλά χρόνια , περισσότερα από 75. Όμως μερικές εικόνες έχουν μείνει έντονα χαραγμένες στο μυαλό μου. Θυμάμαι ένα ψηλό άνδρα, ηλικιωμένο, αλλά καλοστεκούμενο, να στέκεται σιωπηλός και συγκινημένος και να ακούει τις προσφωνήσεις. Θυμάμαι τη μαθήτρια της 8ης Γυμνασίου, τη Γκόλντη να απαγγέλλει ένα ποίημα αφιερωμένο σ’αυτόν, δεν ξέρω από ποιον, από το οποίο θυμάμαι μόνο 4 λέξεις που επανελήφθησαν 3-4 φορές «καλώς μας ήλθες γέροντα….». Τώρα πώς έφθασε στο Καψάλι δεν ξέρω. Πάντως βαπόρι της γραμμής δεν ήρθε εκείνη την ημέρα στο Καψάλι, που οπωσδήποτε κατέπλεε πάντα νύχτα κι εμείς τον υποδεχτήκαμε μέρα μεσημέρι. Υποθέτω πως ο σύζυγος της κόρης του Μελπομένης, ο εφοπλιστής Νικόλαος Λιβανός διέθεσε τη θαλαμηγό του και μας τον έφερε.
Το ζεύγος Νικολάου και Μελπομένης Λιβανού μετά από κάποια χρόνια, αφού είχε πεθάνει ο Δημήτριος Στάης, ήλθαν στα Κύθηρα, όπου έγινε τιμητική εκδήλωση γι αυτούς, στην παλιά αίθουσα του Κυθηραϊκού Συνδέσμου, στο σημερινό Μουσείο, και τους ευχαρίστησαν για όσα προσέφεραν για να γίνει η νέα αίθουσα του Συνδέσμου, που είχε ολοκληρωθεί το κτίριο και τώρα απέμενε ο εξοπλισμός της. Κάποια στιγμή η Μελπομένη Λιβανού συγκινημένη ανέβηκε στο βήμα και είπε «Στη μνήμη του πατέρα μου προσφέρω όσα χρήματα χρειάζονται για να εξοπλιστεί η αίθουσα πλήρως. Έτσι εξοπλίστηκε η αίθουσα και οι φωτογραφίες του ζεύγους Λιβανού κοσμούν την αίθουσα και μας θυμίζουν την προσφορά τους.
Πρόγονοι του Δημητρίου Στάη ήταν οι γνωστοί αγιογράφοι, των οποίων τα έργα κοσμούν πολλές εκκλησίες στα Κύθηρα. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Στάης, ο οποίος αγιογράφησε μεταξύ άλλων και τις εικόνες του τέμπλου των Μυρτιδίων και διετέλεσε καθηγητής των καλλιτεχνικών στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Παππούς του ήταν ο επίσης αγιογράφος Στέφανος Στάης, ο οποίος αγιογράφησε και την εικόνα της Μυρτιδιώτισσας στο Κάστρο το 1844, που θεωρείται το πιστότερο αντίγραφο του πρωτοτύπου και μάλιστα έγινε ακριβώς και στις ίδιες διαστάσεις, γιατί όταν η η πρωτότυπη εικόνα μετεφέρθη στα Μυρτίδια, έμεινε στο Κάστρο η Ζακυθηνή « καθέδρα Της» και εκεί τοποθετήθηκε το αντίγραφο του Στέφανου Στάη. Τρίτος και τελευταίος αγιογράφος της οικογένειας είναι ο Νικόλαος, αδελφός του Δημητρίου, ο οποίος και αυτός εχρημάτισε καθηγητής καλλιτεχνικών στο «Ομήρειον Παρθεναγωγείον Σμύρνης» κατά τη μαρτυρία της κόρης του Ρεγγίνας. Οι δεσμοί αυτοί που είχε η οικογένεια Στάη με τη Σμύρνη ίσως παρακινησε το νεαρό γιατρό Δημήτριο να πάει εκεί να κάνει καριέρα. Και πήγε και όλα πήγαιναν καλά και έγινε Δ/ντής μαιευτικής κλινικής, όμως ήρθε ο πόλεμος και εν συνεχεία η Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1922 έρχεται στην Αθήνα και ξεκινάει από την αρχή. Τα κατάφερε και εδώ και έγινε πάλι Δ/ντης μαιευτικής κλινικής και μάλιστα πήρε βοηθό του μια Τσιριγωτοπούλα από τη Χώρα, την Αγάπη Κασιμάτη, η οποία είχε σπουδάσει μαία και έμεινε βοηθός του μέχρι που παντρεύτηκε, όμως οι δεσμοί με το γιατρό κράτησαν μέχρι το θάνατό του.
Όταν το 1948 έγινε Πρόεδρος της Κοινότητας Κυθήρων έπιασε αμέσως δουλειά με πολλή όρεξη και ζωντάνια παρά την ηλικία του και έκανε πολλά. Όμως εμάς δύο έργα του μας εντυπωσίασαν, γιατί ζήσαμε κάποια χρόνια πριν γίνουν αυτά και όταν έγιναν, είδαμε τη διαφορά. Το ένα είναι που ανέβασε στη Χώρα το νερό από τα πηγάδια του Αγίου Μηνά και το άλλο η διαμόρφωση της πλατείας της Χώρας που άλλαξε παντελώς την όψη της και έγινε μια καλαίσθητη βιτρίνα της Χώρας. Δικαίως η πλατεία αυτή φέρει το όνομά του.
Για το νερό του Αγίου Μηνά προχώρησε με γοργούς ρυθμούς. Κανονικά πρώτα έπρεπε να γίνουν υποδομές χρονοβόρες, δίκτυο ύδρευσης μέσα στη Χώρα, δεξαμενή νερού κ.α. όμως εκείνος βιαζόταν και ήθελε να δει το νερό να ανεβαίνει στην πλατεία της Χώρας. Αλλά κι εμείς βιαζόμαστε. Μας είχε εξουθενώσει ο ανήφορος του αγίου Μηνά με το βικί στον ώμο. Σε πρώτη φάση λοιπόν προγραμμάτισε να έλθει το νερό στην πλατεία της Χώρας. Από εκεί πολύς κόσμος θα μπορούσε να παίρνει, αλλά ίσως σκεπτόταν ότι και τα δέντρα και τα λουλούδια που σκόπευε να φυτέψει στην πλατεία που διαμορφωνόταν ήθελαν νερό. Πολύ γρήγορα λοιπόν τοποθετήθηκε μια πετρελαιομηχανή στο ένα πηγάδι του αγίου Μηνά, η οποία έδινε κίνηση σε μια αντλία. Έγινε και ένα δίκτυο με σιδεροσωλήνες γαλβανιζέ που από το πηγάδι ήρθε ευθεία στο κάτω μέρος της πλατείας. Εκεί τοποθετήθηκε ένα μεγάλο ντεπόζιτο και όλα ήταν έτοιμα. Έβαλε ο Γιώργος ο Μαύρος με τον παραγιό του, το Φιλιππαντώνη, που είχαν αναλάβει τη λειτουργία του αντλιοστασίου, σε κίνηση τη μηχανή και ακαριαία το νερό έφτασε στην πλατεία. Χαρές και πανηγύρια!!!! Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας!!!! Τρέξαμε όλοι να πάρομε νερό. Βικιά, λαϊνια, γκαζοντενεκέδες, σίγκλοι, κουβάδες, κανίστρες σιδερένιες, όλα επιστρατευτήκανε για το πολύτιμο νεράκι. Τα πλαστικά μπιτόνια δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα. Όσοι έμεναν κοντά στην πλατεία ήταν προνομιούχοι, αλλά κι εμείς που μέναμε πιο μακριά, πηγαίναμε στην πλατεία για να γλυτωσομε τον ανήφορο του αγίου Μηνά. Κάθε απόγευμα, την κανονισμένη ώρα, που έμπαινε σε λειτουργία το αντλιοστάσιο, στην πλατεία γινόταν συλλαλητήριο. Καμιά φορά, όταν η ζήτηση δεν ήταν μεγάλη, υπερχείλιζε το ντεπόζιτο και τρέχανε τα νερά στην πλατεία και μέχρι να ειδοποιηθεί το αντλιοστάσιο να σταματήσει τη μηχανή, πλημύριζε η πλατεία νερά. Βλέπεις τότε δεν υπήρχαν ούτε κινητά, ούτε σταθερά τηλέφωνα, αυτά ήρθαν πολύ αργότερα. Τότε λοιπόν ο αείμνηστος Σοφοκλής Καλούτσης, αυτός ο σοβαρός άνθρωπος, ο υμνογράφος, ο λογοτέχνης, ο χαρισματικός που διέθετε χιούμορ, έγραψε ένα τετράστιχο « έργα αντιπλημμυρικά καλό ‘ναι να γενούνε, απ’ το νερό του Αγιού Μηνά ανθρώποι μην πνιγούνε»
Όμως γρήγορα ομαλοποιήθηκε η κατάσταση, γιατί ο Στάης με γοργούς ρυθμούς προχώρησε στο δεύτερο στόχο του. Κάθε γειτονιά της Χώρας και μία βρύση. Έγινε δίκτυο και σε κάθε γειτονιά λειτουργούσε μία βρύση που ορισμένη ώρα κάθε απόγευμα είχε νερό και έπαιρνε ο κόσμος άνετα και ξεκούραστα χωρίς ουρές. Έτσι δεν χρειάστηκε να γίνουν «αντιπλημμυρικά έργα» Τρομερό επίτευγμα που μόνο εμείς που ζήσαμε την προηγούμενη κατάσταση μπορούμε να αξιολογήσομε το μέγεθός της.
Το άλλο μεγάλο έργο του Στάη ήταν η διαμόρφωση της πλατείας της Χώρας, έργο για το οποίο προσπάθησε να γίνει, ό,τι καλύτερο ήταν δυνατόν. Ίσως υπήρχαν και συναισθηματικοί δεσμοί με το χώρο, αφού εκεί δίπλα ήταν και το πατρικό του σπίτι, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Το σπίτι αυτό αργότερα δωρήθηκε στην Κοινότητα και στη θέση αυτή είναι σήμερα το Δημαρχείο Κυθήρων, ενώ η οικογένεια κράτησε το εξοχικό τους στους Λειβάδι. Στο σπίτι της Χώρας για κάποια χρόνια στεγάστηκε το μικρό νοσοκομείο που λειτουργούσε στη Χώρα μετά τη μεταστέγασή του από το κτίριο του σχολείου θηλέων, το οποίο αγόρασε η Εθνική Τράπεζα και στεγάζεται μέχρι σήμερα. Αυτό το μικρό νοσοκομείο στην οικία Στάη σταμάτησε να λειτουργεί όταν ιδρύθηκε το Τριφύλλειο Νοσοκομείο στον Ποταμό.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που τον έζησαν από κοντά έφερε από τη Γαλλία σχέδια για τη διαμόρφωση της πλατείας της Χώρας. Όπως λένε, είχε δει μια μικρή πλατεία κάπου στη Γαλλία, τη σχεδίασε λεπτομερώς γιατί του άρεσε και εφάρμοσε λεπτομερώς αυτά τα σχέδια. Μάλιστα έφερε και σπόρους φυτών για τον καλλωπισμό της. Η τοποθεσία αυτή κάποτε ήταν ένα χέρσο χωράφι. Μόνο ένας ευκάλυπτος υπήρχε στο κάτω μέρος, ο οποίος αργότερα κόπηκε διότι ήταν εμπόδιο στην κυκλοφορία.
Διαμορφώθηκε λοιπόν η πλατεία. Έφυγαν πολλά μπάζα που κατά καιρούς είχαν συσσωρευτεί, έριξαν στα παρτέρια καλό χώμα, και φύτεψαν δέντρα και λουλούδια. Είγινε και το μνημείο των πεσόντων και ολοκληρώθηκε το έργο. Πρόλαβε ο Δημήτριος Στάης να βρίσκεται εκεί σε εθνικές εορτές και να προϊσταται σαν κοινοτάρχης.
Δυό άνθρωποι τον βοήθησαν πολύ ειδικά σ’ αυτό το έργο. Ο ένας είναι ο καθηγητής των Φυσικών στο Γυμνάσιο, ο Γιώργος ο Μασσέλος. Ο Στάης τον συμβουλευόταν πολύ σε καθετί και η γνώμη του μετρούσε. Ο άλλος ήταν ο Μανώλης ο Αυγερινός, ο καλός μας μπάρμπα Μανώλης, κοσμογυρισμένος με καλαισθησία και φιλανθής, ο οποίος ανέλαβε τα λουλούδια και τα δέντρα που φυτεύτηκαν στην πλατεία και τα αγάπησε όπως αυτά του κήπου του. Άλλωστε το σπίτι του ήταν από τα πλησιέστερα στη πλατεία και κάθε απόγευμα που μαζευόμαστε όλοι οι σιφούνοι στην πλατεία να παίξομε, ο μπάρμπα Μανώλης ήταν εκεί και πρόσεχε μην τσαλαπατήσομε τα λουλούδια. Έτσι σαν παιδιά μάθαμε να σεβόμαστε τον κόπο του άλλου και να αγαπάμε καθετί όμορφο που ανήκε σε όλους μας.
Ο Δημήτριος Στάης προσέφερε στη γενέτειρά του και όλοι του το αναγνωρίσαμε και πήρε την ικανοποίηση ότι οι κόποι του δεν πήγαν χαμένοι. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 απεσύρθη σιγά σιγά και πλήρης ημερών πέθανε στην Αθήνα το 1964 σε ηλικία 94 ετών.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ 2025
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Φεβρουαρίου 2026