Εμμανουήλ Π. Καλλίγερος: Κυθηραϊκά παρωνύμια ή Ένα άτυπο, εν δυνάμει, Ληξιαρχείο

Όσο κράτησε η, καθόλου σύντομη ομολογουμένως, πρώτη μου περιήγηση στο βιβλίο, το μυαλό μου πλημμύριζε η σκέψη ότι, μόνον ο Μανώλης Καλλίγερος, ένας αναγνωρισμένα, φανατικός φιλέρευνος, εξ απαλών ονύχων βαθύτατος ανατόμος την κυθηραϊκής ψυχής, θα μπορούσε να προσφερθεί, να αναμετρηθεί, και να φέρει εις πέρας τον άθλο, όχι μόνο της συλλογής και αποθησαύρισης της πανσπερμίας των κηθηραϊκών παρωνυμίων, αλλά και της σχολαστικής και επίπονης, αρχειακής εν πολλοίς, έρευνας γύρω από την προέλευση του καθενός, απ αυτά. Μια, εν συνόλω, ανθρωπολογική μελέτη, αυτό, όπου, με τη μορφή θραυσμάτων μικροιστορίας, αναδεικνύονται και ισορροπούντα δυο κυρίαρχα στοιχεία της μοναδικής κυθηραϊκής ιδιοσυστασίας: η ελευθεριότητα και ο αυτοσαρκασμός.

Advertisement

Μόνον η ιδέα του επιτακτικού καθήκοντος και η σιγουριά ότι έχει χτυπήσει μια, ανεκτίμητης τοπικής πολιτιστικής αξίας, φλέβα μπορεί να εξηγήσουν το τόλμημα και την επιμονή του ερευνητή μας, ώστε να καταπιαστεί με το επίπονο αυτό εγχείρημα: Μια εξαντλητική μόχλευση της αχανούς ύλης ενός χρυσοφόρου κοιτάσματος, που ακαταμάχητα τον προκαλούσε.

Το αποτέλεσμα δικαιώνει απολύτως την επιμονή του, καθώς με την έκδοση του βιβλίου, παραδίδεται ως, «κτῆμα ἐς αἰεί», ένα ελλείπον μνημείο ανάγλυφο της ειδικότερης πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.

Στο βιβλίο αποθησαυρίζονται πάνω από 2.300 κυθηραϊκά παρωνύμια. Ένας αριθμός, που μόνο με τον παπαδιαμαντικό θησαυρό των σκιαθίτικων παρωνυμίων, με τα οποία ο μέγιστος διηγηματογράφος μας «φωτογραφίζει» τους ήρωες των έργων του, μπορεί να  αντιπαρατεθεί. Παρεμπιπτόντως, νομίζω ότι έχει την αξία της η συνεισφορά στο θέμα μας σπουδαίου, λόγιου δημοσιογράφου, ο οποίος, αφού παραθέσει μερικά από τα παπαδιαμαντικά διαμαντάκια, τα χαρακτηρίζει ως «κρατυλικής λάμψης». Παραπέμποντας, ως προς αυτό, στον φιλόσοφο Κρατύλο, ο οποίος, στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, υποστηρίζει σθεναρώς, ότι τα ονόματα των πραγμάτων δεν είναι τυχαία ή συμβατικά, αλλά έχουν μια εγγενή σχέση με τα πράγματα που κατονομάζουν. Ότι, το όνομα δηλαδή αποδίδει ασφαλώς την αλήθεια του αντικειμένου.  

Κατά την κρατυλική άποψη, λοιπόν, τα παρατσούκλια σπάνια να πέσουν έξω. Το διαισθάνεται κανείς, αυτό, διατρέχοντας και τα κυθηραϊκά, αντίστοιχα του βιβλίου. Κάτι, που εγκυρότατα διαλαλείται, και στην παρακάτω ιστοριούλα: Στην Ακαδημία, όπου φοίτησε για είκοσι χρόνια, ο Πλάτωνας είχε «στολίσει» τον Αριστοτέλη με δυο παρατσούκλια: «Νους» και «Αναγνώστης». Για το πρώτο, δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε τίποτα. Η αιτία για το δεύτερο ήταν ότι, σε αντίθεση με τους άλλους μαθητές που άκουγαν τα βιβλία που τους διάβαζαν, ο Αριστοτέλης τα διάβαζε μόνος του

Επανερχόμαστε στο  βιβλίο μας. Ως προς το περιεχόμενό του, πρωτίστως, είναι αυτό που προαναγγέλλει ο τίτλος του: Μια συλλογή. Και ως προς αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε: «Όλατα ’χει ο μπαξές»: και γλυκά και πικρά και ξινά και αρμυρά. Με δυο λέξεις: πράματα και  θάματα

Όμως, απείρως μεγαλύτερη αξία από τη συγκέντρωση των λημμάτων, η οποία, όσο δύσκολη, επίμονη και αξιέπαινη κι αν είναι, δεν παύει να είναι ένα προϊόν συλλογής μάλλον, παρά συγγραφής. Αντίθετα, αυτό που είναι προϊόν ακραιφνούς συγγραφής είναι, η επεξεργασία των λημμάτων, εκ μέρους του συγγραφέα. Στην περίπτωσή μας, ένα θαυμαστό, ερευνητικό εγχείρημα ενός μάστορα, με καταφανείς  …κρατυλικες προδιαγραφές. Μια βαθιά βουτιά στην ανθρωπογεωγραφία του νησιού, που φέρνει στο φως, μεταξύ άλλων, οικογενειακές καταβολές, ιστορικά στοιχεία, επαγγέλματα που χάνονται, τοπικά ιδιώματα, λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται πια, έναν καθρέπτη, με άλλα λόγια, μιας ζώσας καθημερινότητας του τόπου.

Και όλα αυτά δοσμένα με μια ευπρόσδεκτη, διάχυτη ευφρόσυνη διάθεση και συγχρόνως με σύνθετη ματιά, εκφραστική αισθαντικότητα, και φιλολογική αγάπη. Όλα, απαραίτητα στοιχεία, το δίχως άλλο, για ένα απολαυστικό, δημιουργικό αποτέλεσμα. Από εκείνα που ομορφαίνουν τη ζωή, έστω και αν, ή επειδή ακριβώς, δεν κεφαλαιοποιούνται.

Αναφορικά με το ήθος της εργασίας, θεωρώ αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι, ο ερευνητής, υπείκων αυστηρά στα οικεία επιστημονικά θέσφατα, δεν διστάζει να συμπεριλάβει στη συλλογή, αδιακρίτως, τόσο τη «νομοταγή» όσο και την«παρεκλίνουσα», έως και «ανάρμοστη» συμπεριφορά των συμπατριωτών του, οι οποίοι «στολίζονται» με αντιστοίχου ύφους και υφής αντάξια παρωνύμια. Κάτι, απολύτως δεοντολογικό το τελευταίο, από πλευράς συμπεριληπτικότητας, καθώς μόνον έτσι ακτινογραφείται αντιπροσωπευτικά κάθε κοινωνία, κατά το σύνηθες: «Πότε αγία και πότε αγρία».

Και ενώ, αλλαχού, τα παρωνύμια τείνουν να εξαφανιστούν, στα Κύθηρα, όπως βεβαιώνεται στο βιβλίο, αυτά συνεχίζουν να ανθούν και να απονέμονται, ως «ζων στοιχείο» τής πάντα ιδιαίτερης ζωής του νησιού.

Τέλος, για τον συστηματικό αναγνώστη, δεν είναι αμελητέας αξίας η αξιοπρόσεκτη εκδοτική μέριμνα που ανιχνεύεται στο βιβλίο. Αποτέλεσμα, αυτό, της συγγραφικής επιμέλειας, αλλά και της γενναιοδωρίας της φιλοπροόδου Εταιρείας Κυθηραϊκών Μελετών, εκδότριας του βιβλίου. Σημειώνεται, εν προκειμένω, και η αξιέπαινη συμμετοχή, προς τούτο, και του γνωστού φίλου των Κυθήρων, κ. Νίκου Μαράντου.

«Σε κάθε πόλη» γράφει κάπου ο Απολλιναίρ, «υπάρχουν ορισμένοι, που, για κάποιον όχι πάντοτε σπουδαίο λόγο, έχουν κερδίσει την αθανασία». Αυτό, ο Μανώλης Καλλίγερος το έχει, για σπουδαιότατο λόγο, εξασφαλίσει. Άξιος και δίκαιος ο μισθός του!

 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει