Κανονικά είμαστε εν αταξία, αφού η ζωντανή παράδοση του τόπου δεν ήταν πρώτη-πρώτη στη σχετική στήλη, που διαβάζεται πολύ.
Φυσικά δεν την είχαμε ξεχάσει, αλλά είναι τόση η συστολή της, όταν ακούει ύμνους για όσα προσέφερε και προσφέρει, που ο κάθε επίδοξος «βιογράφος» ή καλλίτερα προσωπογράφος που θα επιχειρήσει να την «αγιογραφήσει» εδώ θα ακούσει τα γνωστά.
Όμως δεν θα αποτελέσει τροχοπέδη η δική της σεμνότητα, καθώς έχουμε ασφαλώς κάθε δικαίωμα να γράψουμε για όσα ειδικά προσέφερε στην εφημερίδα και τους αναγνώστες της όλα αυτά τα …παρά ένα τεσσαράκοντα χρόνια της έκδοσής της.
Η Ελένη ήταν πάντα ένα ακούραστο «μαμούνι» που δεν άφησε τρύπα που να μην διερευνήσει στην τοπική παράδοση, την ιστορία και τον πολιτισμό του νησιού μας, έτσι που, αν πούμε ότι δικαιούται μία παρουσίαση στη λιτή αυτή σελίδα μάλλον ως φτωχή συνεισφορά σε όσα έχει κάνει θα μπορούσε να θεωρηθεί.
Ο εκτενής αυτός πρόλογος έγινε απλά για να περιγράψει λίγο, σαν μία ριπή τοπικής κατσιφάρας, το πέρασμά της από τις στήλες αυτής της εφημερίδας, αλλά και γενικά από τον τοπικό πολιτισμό, στον οποίο άφησε ένα στέρεο αποτύπωμα για να συνεχίσουν οι επερχόμενοι και συνεχίζει να γράφει ασταμάτητα. Έτσι, ό,τι και να γράψουμε εδώ απλά θα είναι λίγο, αλλά σίγουρα οφειλόμενο για έναν άνθρωπο που τον διακρίνει η μανία της αναζήτησης κι η σεμνότητα στην προβολή. Έτσι, φανταζόμαστε σε μερικά χρόνια, όταν κάποιοι θελήσουν να αναζητήσουν στοιχεία για το παρελθόν (ιστορικό, λαογραφικό, ανθρωπολογικό) του νησιού δεν θα ακούνε «ψάξε στο Αρχείο» αλλά ψάξε στη Χάρου. Και με αυτό νομίζουμε, τα είπαμε όλα. Μία είναι η Ελένη και δύσκολα θα βρεθεί ανταλλακτικό της.
Ευχαριστούμε Ελένη.
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Μαρτίου 2026