Πέτα τον ηλικιωμένο στα σκουπίδια
Μια χώρα γερασμένη που κόπτεται για το Δημογραφικό. Θέλουμε «καινούργιους» ανθρώπους να στηρίξουν το ασφαλιστικό μας σύστημα, αλλά κανείς δεν κοιτάει τους «παλιούς», τους άχρηστους. Στην Ελλάδα ο κανόνας είναι ότι θα γεράσεις «αξιοπρεπώς» αν είσαι τυχερός. Αν, δηλαδή, έχεις χρήματα ή/και μια οικογένεια που θέλει και μπορεί να σε φροντίσει. Αλλιώς, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη | Μαρία Δεδούση
Η 72χρονη που διατηρούσε παράνομο οίκο ευγηρίας στους Αμπελοκήπους είπε μια φράση που θα μπορούσε να χαρακτηρίζει όλη την Ελλάδα: Οταν μια συγγενής ηλικιωμένης αρνήθηκε να της δώσει επιπλέον χρήματα, απείλησε ότι θα «πετάξει έξω» την άτυχη γυναίκα.
Η έμφαση είναι στη λέξη «πετάξει». Μπορεί να ακούγεται φρικτό όταν το λέει μια γυναίκα που κακοποιούσε ηλικιωμένους, αλλά στην πραγματικότητα είναι αυτό που κάνουμε συνολικά και συστηματικά ως χώρα.
Και μάλιστα μια χώρα πολύ γερασμένη, η οποία κόπτεται για το δημογραφικό. Θέλουμε «καινούργιους» ανθρώπους, χρήσιμους για να στηρίξουν την οικονομία μας και το ασφαλιστικό μας σύστημα, αλλά κανείς δεν κοιτάει πώς συμπεριφερόμαστε στους «παλιούς», τους άχρηστους.
Στην Ελλάδα ο κανόνας είναι ότι θα γεράσεις καλά («αξιοπρεπώς» όπως είναι η λέξη που χρησιμοποιείται συνήθως) αν είσαι τυχερός. Αν, δηλαδή, έχεις χρήματα ή/και μια οικογένεια η οποία μπορεί και θέλει να σε φροντίσει. Σε περίπτωση που δεν ισχύουν τα παραπάνω, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη.
Θα ζήσεις τα τελευταία χρόνια σου με κάποια σύνταξη πείνας ή θα καταλήξεις στο έλεος της Εκκλησίας, κάποιας φιλανθρωπικής δομής ή κάποιου επιτήδειου, σαν την κυρία στους Αμπελοκήπους. Θα καταλήξεις να σε δένουν στα κρεβάτια, να σε κακοποιούν και να σου συμπεριφέρονται άθλια, όπως μαθαίνουμε συχνά όταν έρχονται στη δημοσιότητα τέτοιες περιπτώσεις. Με τις οποίες φρίττουμε και μετά τις ξεχνάμε. Μαζί και τους ηλικιωμένους.
Αυτά δεν τα λέει μόνο η πείρα αλλά και η πραγματικότητα. Παρότι δεν υπάρχουν συγκεντρωτικά στοιχεία για τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων (γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει το πρόβλημα), με βάση έρευνες που έχουν γίνει φαίνεται ότι στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 400-500 ΜΦΗ. Από αυτές, μόλις 35 έως 50 είναι δημόσιες. Οι υπόλοιπες είναι, κατά ομολογία και του ίδιου του υπουργείου Κοινωνικής Φροντίδας και Οικογένειας, είτε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα της Εκκλησίας, φιλανθρωπικών οργανώσεων και δήμων, είτε ιδιωτικές.
Στην Ελλάδα ζούμε ακόμη με την πεποίθηση (συχνά ψευδαίσθηση) ότι είμαστε μια χώρα με ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς. Θα προσέξουν οι ίδιοι τον «γέρο τους», με λίγα λόγια. Αυτό είναι πολύ βολικό για ένα κράτος το οποίο έχει αφήσει την τρίτη ηλικία στη μοίρα της, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί από τους νεότερους να συντηρούν, με τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρώπη, ολόκληρες οικογένειες. Με κατιόντα και ανιόντα εξαρτώμενα μέλη. Εφτά νομά σ’ ένα δωμά.
Σε μια κατάσταση με υπερπιεσμένο στεγαστικό και ανθρώπους που συχνά κάνουν δύο δουλειές για να επιβιώσουν, μαζί με τα παιδιά που δεν φεύγουν ποτέ από το πατρικό, πρέπει να ζουν και ο παππούς και η γιαγιά. Χωρίς εξειδικευμένη φροντίδα.
Ετσι, η τρίτη ηλικία γίνεται βάρος. Οχι μόνο για εκείνον που τη ζει, αλλά και για τους υπόλοιπους. Είναι εύκολο να σηκώνουμε το δάχτυλο στις οικογένειες: τη μάνα σου δεν φροντίζεις, που σε μεγάλωσε; Κανείς δεν ρωτάει, όμως, αν μπορούν.
Η καταφυγή σε δομές κάθε είδους, για πολύ κόσμο είναι αναπόφευκτη. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν χώρο. Αλλοι δεν έχουν χρόνο για να φροντίσουν τους ηλικιωμένους τους. Επίσης, οι ηλικιωμένοι αυτοί χρειάζονται ιατρική φροντίδα. Οταν η αναμονή για κάποια κρατική δομή είναι μήνες ή και χρόνια, θα πάνε στις ιδιωτικές. Κι εκεί ξεκινάει το χάος.
Υπάρχουν κανόνες. Και μάλιστα αυστηροί. Το ζήτημα, όμως, είναι αν τηρούνται. Και αν υπάρχει η δέουσα επίβλεψη. Με τον ρυθμό που αποκαλύπτονται οι πάσης φύσεως αθλιότητες οι οποίες διαπράττονται εις βάρος των ανήμπορων υπερηλίκων, η απάντηση είναι αυτονόητη.
Σε τελική ανάλυση, όλοι αυτοί που εμπορεύονται το γήρας έχουν βρει την τρύπα του συστήματος και το κάνουν. Ανταποκρίνονται σε μια ολοένα αυξανόμενη ζήτηση που δεν έχει πουθενά αλλού να στραφεί.
Η Ελλάδα ήδη συγκαταλέγεται στις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρώπης. Σήμερα, περίπου το 22% του ελληνικού πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών. Μέχρι το 2050, το ποσοστό αυτό θα είναι 35%-37%. Επίσης, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι στις χώρες του το ποσοστό των ατόμων άνω των 80 ετών σχεδόν θα διπλασιαστεί έως το 2050.
Συνεπώς, η ζήτηση για επαγγελματίες φροντιστές ηλικιωμένων θα αυξηθεί εκθετικά, οι ανάγκες για κλίνες σε γηροκομεία και μονάδες άνοιας θα εκτοξευθούν, ενώ το οικονομικό βάρος για οικογένειες και κράτος θα μεγαλώσει σημαντικά.
Πώς θα τα διαχειριστούμε όλα αυτά, ως μια από τις χώρες με το μικρότερο μερίδιο δαπάνης για την τρίτη ηλικία; Ως ένα πολιτισμένο κράτος που ήδη πετάει τους ηλικιωμένους «έξω» και πασάρει το μπαλάκι στην κοινωνία;
Ο πολιτισμός και η πρόοδος κρίνονται κατά πολύ από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεσαι στους αδυνάμους σου. Και εκεί, προσώρας, έχουμε αποτύχει θεαματικά.