Όλα αυτά τα χρόνια, που επισκέπτομαι τα Κύθηρα, δεν έχω σταματήσει τις πεζοπορίες σε κακοτράχαλα βουνά και χθαμαλά λιβάδια, σε παράκτιες και ορεινές περιοχές της μαγευτικής αυτής εναλίας γης, όπου οι λατρείες της αρχαιότητας συνυφάνθηκαν με το βάλσαμο της χριστιανοσύνης. Τα βήματά μου ακολούθησαν ξεχασμένα μονοπάτια, ανοιγμένα με τον μόχθο των παλαιών κατοίκων του νησιού, χορταριασμένα και σβησμένα στη μνήμη των σημερινών, που απαρνήθηκαν καλλιέργειες και βοσκοτόπια, αναζητώντας καλύτερη μοίρα σε πολυθόρυβες πολιτείες και μακρινές ξενητειές. Και όμως, αυτά τα μονοπάτια έχουν τόσα να διηγηθούν για τόπους σπάνιας φυσικής ομορφιάς και ιστορικού ενδιαφέροντος…
Είναι, λοιπόν, ευχής έργο, ότι τα τελευταία χρόνια ένας νέος άνθρωπος των Κυθήρων, με θέρμη και οράματα για το μέλλον, ο Φοίβος Τσαραβόπουλος – γιος του αρχαιολόγου Άρη Τσαραβόπουλου, η προσφορά του οποίου στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι γνωστή – δεν φείδεται κόπου και χρόνου για την επαναχάραξη αυτών των μονοπατιών, ώστε να αποτελέσουν κίνητρο φυσιολατρείας για τις νεώτερες γενεές και παράγοντα επωφελούς τουριστικής αξιοποιήσεως. Στο πλευρό του, άλλα νέα παιδιά και ένας παλαιός εραστής των Κυθήρων, ο Αλέκος Καστρίσιος, απόμαχος ναυτικός και ακούραστος πεζοπόρος και ιχνηλάτης, που συμπληρώνει την προσπάθεια για τα μονοπάτια με τον εντοπισμό κάθε υπολείμματος του παρελθόντος.
πωμένο περίβολο περιστασιακής (εποχιακής) διαμονής εντόπιων καλλιεργητών, χρονολογούν την εγκατάσταση αποκλειστικά στο πρώτο ήμισυ της 2λ χιλιετίας π.Χ. (Μεσομινωϊκή Ι Περίοδος).
Είναι εύκολο, λοιπόν, να φανταστεί κανείς την έκπληξή μου, όταν συνέκρινα το ιδεογράφημα της πήλινης αγνύθας από το Καστρί με σύμβολο λατομεύσεως σε δύο ψαμμιτικούς λιθόπλινθους, που έχουν χρησιμοποιηθεί στη δυτική τοιχοδομία της μεταβυζαντινής εκκλησίας της Αγίας Κυριακής, στο ομώνυμο οροπέδιο του ενδιαφέροντός μας (εικ, 4). Βέβαια, είναι ενωρίς ακόμη για συμπεράσματα, τα οποία θα προκύψουν μετά τη διερεύνηση του θέματος από αρμόδιους επιστήμονες. Πάντως, από μια πρωτη προσέγγιση και εφ’ όσον πράγματι τα δύο σύμβολα ταυτίζονται, μπορεί να πιθανολογηθεί ότι το έμβλημα της Μινωικής εξουσίας είχε επέκταση και σε κάποιο λατομείο ψαμμίτη λίθου της ευρύτερης περιοχής, όπου μεταγενέστεροι λατόμοι, εργαζόμενοι για την οικοδόμηση της μεταβυζαντινής εκκλησίας (τέλη 17ου αιώνα), βρήκαν έτοιμους και μερικούς λιθόπλινθους των μινωικών διεργασιών, που είχαν απομείνει στον χώρο του λατομείου. Γι’ αυτό και θα πρέπει να προσδιοριστεί ο τόπος του παλαιού αυτού λατομείου, δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη προγενέστερου της εκκλησίας κτίσματος, από το οποίο να είχαν προέλθει οι ψαμμιτικοί λιθόπλινθοι.
Με αυτές τις παρατηρήσεις ολοκληρώνω το άρθρο μου, η συνέχεια του οποίου ανήκει στους αρχαιολόγους και επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων.
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση Φ. 316, Σεπτέμβριος 2016