Ολοι εκτός του Τραμπ καταλαβαίνουν τι έχει κάνει
Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως τα μέλη της ΕΕ, συνειδητοποιούν πλέον ότι κάθε παραχώρησή τους δεν έχει καμία αξία για την Ουάσινγκτον. Απλούστατα διότι ο Τραμπ κινείται χωρίς στρατηγική, μνήμη ή συνέπεια. Η ιστορικός και συγγραφέας Αν Απλμπαουμ διερευνά την παγκόσμια αναταραχή που προκαλεί ένας αλλοπρόσαλλος αμερικανός πρόεδρος
Ολόκληρη η διεθνής σκηνή διαμορφώνεται πλέον υπό το βάρος μιας αμερικανικής ηγεσίας που κινείται χωρίς στρατηγική συνέχεια και προκαλεί αβεβαιότητα και βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους συμμάχους τους – ιδίως με τα κράτη της ΕΕ. Η εικόνα που περιγράφεται είναι αυτή μιας εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται περισσότερο σε παρορμήσεις παρά σε έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό.
Η βραβευμένη ιστορικός και συγγραφέας Αν Απλμπαουμ, σε άρθρο της στο Atlantic, υποστηρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν σκέφτεται στρατηγικά, ούτε ιστορικά ή γεωγραφικά, ούτε καν με ορθολογικό τρόπο. Δεν συνδέει, όπως γράφει, τις αποφάσεις της μίας ημέρας με τις εξελίξεις που ακολουθούν εβδομάδες αργότερα, ούτε εξετάζει το πώς οι πράξεις του επηρεάζουν τους άλλους δρώντες (ακόμη και συμμάχους) στη διεθνή σκακιέρα.
Σύμφωνα με την ίδια, ο αμερικανός πρόεδρος δεν λαμβάνει υπόψη του τις ευρύτερες συνέπειες των επιλογών του και αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη όταν αυτές αποτυγχάνουν. Αντίθετα, δρα παρορμητικά, ενώ όταν αλλάζει στάση «λέει απλώς ψέματα για όσα είχε πει ή κάνει πριν», τονίζει η δεινή αναλύτρια, η οποία ειδικεύεται σε ζητήματα αυταρχισμού και δημοκρατίας.
Για πάνω από έναν χρόνο, συνεχίζει η Απλμπαουμ στο Atlantic, πολλοί ξένοι ηγέτες δυσκολεύονταν να αποδεχθούν ότι ένας πρόεδρος χωρίς σαφή στρατηγική μπορεί να ηγείται των ΗΠΑ. Αναλυτές και διπλωμάτες υπέθεταν ότι… δεν μπορεί, πίσω από τις κινήσεις του θα πρέπει να υπάρχει κάποιο σχέδιο ή έστω κάποια ιδεολογία, ενώ επιστράτευαν έννοιες όπως απομονωτισμός και ιμπεριαλισμός για να εξηγήσουν τις κινήσεις του.
Ωστόσο, αυτή την εβδομάδα «κάτι έσπασε». Μπορεί ο ίδιος ο Τραμπ να μην αντιλαμβάνεται, κατά την Απλμπαουμ, τη σύνδεση παρελθόντος και παρόντος, αλλά οι υπόλοιποι τη βλέπουν. Διαπιστώνουν δηλαδή ότι, εξαιτίας αποφάσεων που ο ίδιος αδυνατεί να εξηγήσει με ποια κριτήρια ελήφθησαν, τα Στενά του Ορμούζ έχουν αποκλειστεί από ιρανικές νάρκες και drones, με αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και τη δημιουργία ενός επικίνδυνου περιβάλλοντος, ακόμη και για το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει η ίδια στο Atlantic, σύμμαχες χώρες παρακολουθούν έναν πρόεδρο να τους «επιτίθεται φραστικά» και να επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη στους άλλους, απειλώντας τους αν δεν συμμορφωθούν. Σε δηλώσεις του, μάλιστα, ο Τραμπ προειδοποίησε αυτές τις μέρες ότι το ΝΑΤΟ θα έχει «πολύ κακό μέλλον» αν δεν συμβάλει στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, συμπεριφερόμενος σαν να αγνοεί ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ ίδρυσαν και ηγούνται της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας από το 1949.
Παράλληλα, δήλωσε ότι «διατάσσει» επτά χώρες να εμπλακούν στα Στενά του Ορμούζ, χωρίς να διευκρινίζει ποιες, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «δικό τους έδαφος» επειδή από εκεί προμηθεύονται ενέργεια – ισχυρισμός που, όπως υπογραμμίζει η Απλμπαουμ, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Στο μυαλό του Τραμπ οι πιέσεις αυτές είναι δικαιολογημένες: αντιμετωπίζει ένα άμεσο πρόβλημα και απαιτεί από τους άλλους να το λύσουν. Δεν φαίνεται να θυμάται τι έχει πει στο παρελθόν ούτε πώς οι προηγούμενες επιλογές του επηρέασαν τους συνομιλητές του. Εκείνοι, όμως, θυμούνται…
Συγκεκριμένα, θυμούνται διάφορα πράγματα οι άλλες χώρες. Οπως ότι επί 14 μήνες ο αμερικανός πρόεδρος επέβαλλε δασμούς, χλεύαζε τις ανησυχίες τους για την ασφάλεια και τους προσέβαλλε επανειλημμένως. Από τη δήλωση του 2020 ότι οι ΗΠΑ δεν θα βοηθήσουν την Ευρώπη σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας, μέχρι τη στάση του απέναντι στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι –τον οποίο ενημέρωσε ότι «δεν κρατάει κανένα χαρτί»– το μοτίβο ήταν το ίδιο.
Παράλληλα, συνεχίζει η Απλμπαουμ, ο Τραμπ επιχείρησε να γελοιοποιήσει τον Καναδά αποκαλώντας τον «51η Πολιτεία», ενώ αναφέρθηκε στους πρωθυπουργούς του ως «κυβερνήτες». Παράλληλα προσέβαλε και τους συμμάχους των ΗΠΑ για τη συμβολή τους στο Αφγανιστάν, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και στις οικογένειες πεσόντων στρατιωτών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η ρητορική αυτή μετατράπηκε σε συγκεκριμένη απειλή. Πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του (20/1/2025), ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα απέκλειε τη χρήση βίας για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, οδηγώντας τη Δανία (στην οποία ανήκουν τα εδάφη) να εξετάσει ακόμη και σενάρια στρατιωτικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ – μια διαδικασία που, σύμφωνα με την Απλμπαουμ, υπήρξε βαθιά τραυματική για ολόκληρη την ΕΕ.
Το οικονομικό αποτύπωμα του Τραμπ είναι επίσης έντονο. Το 2025 επέβαλε δασμούς σε ΕΕ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία και Νότια Κορέα, συχνά χωρίς σαφή αιτιολόγηση. Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, οι δασμοί στην Ελβετία αυξήθηκαν επειδή ο πρόεδρος «δεν συμπαθούσε» τον ελβετό ομόλογό του, για να μειωθούν αργότερα, μετά από διπλωματική αποστολή με δώρα, μεταξύ των οποίων μια ράβδος χρυσού και ένα ρολόι Rolex.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με την ανάλυση του Atlantic, η ευρωπαϊκή ανησυχία εντείνεται λόγω της στάσης του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία. Η διακοπή της αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία ενίσχυσε τις προσδοκίες της Μόσχας για τον πόλεμο που άρχισε ο Πούτιν, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για επιχειρηματικές συμφωνίες μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας εν μέσω της σύρραξης.
Το αποτέλεσμα είναι μια σαφής μεταστροφή των συμμάχων των ΗΠΑ. Ο Καναδάς δηλώνει ότι δεν θα συμμετάσχει σε επιθετικές επιχειρήσεις, η Γερμανία ξεκαθαρίζει ότι «δεν είναι δικός μας πόλεμος», ενώ η Ισπανία αρνείται τη χρήση των αμερικανικών βάσεων. Βρετανία και Γαλλία εμφανίζονται για την ώρα διατεθειμένες μόνο για μια περιορισμένη εμπλοκή.
Οπως συνοψίζει την παρούσα κατάσταση η Απλμπαουμ στο Atlantic, αυτό που συμβαίνει δεν αποτελεί ένδειξη δειλίας των συμμάχων, αλλά στηρίζεται σε μια λογική σκέψη: αν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ πίστευαν ότι η συμβολή τους θα είχε αξία για την Ουάσινγκτον, ίσως επέλεγαν μια διαφορετική στάση. Εχουν όμως πάψει πια να αναζητούν κάποια «κρυμμένη λογική» στις κινήσεις του Τραμπ και έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε προσφορά τους προς τις ΗΠΑ ούτε θα εκτιμηθεί ούτε θα μετρήσει – αντιθέτως, πολύ σύντομα θα ξεχαστεί.
Συμπληρωματικά, η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από άλλα διεθνή μέσα. Οπως σημειώνεται σε ανάλυση των Financial Times, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ –από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου– έχει οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών της ενέργειας και σε έντονη γεωπολιτική ένταση.
To κοινό συμπέρασμα για την Απλμπαουμε και το Atlantic είναι ότι η αμερικανική στρατηγική εμφανίζεται αντιφατική και απρόβλεπτη, ακόμη και για τους ίδιους τους συμμάχους της Ουάσινγκτον, ενισχύοντας τη συζήτηση στο εσωτερικό των ΗΠΑ για το κατά πόσο τελικά η χώρα «ανοίγει διαρκώς νέα μέτωπα» αντί να τερματίζει συγκρούσεις (όπως αρχικά υπερηφανευόταν ο Τραμπ).
Υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα κρίση δεν είναι μόνο γεωπολιτική ή ενεργειακή. Είναι και κρίση αξιοπιστίας των ΗΠΑ. Και αυτή, σε αντίθεση με τις τιμές του πετρελαίου, δεν αποκαθίσταται εύκολα.