Ο τουρισμός ως πολυκλαδικός τομέας της οικονομίας των Κυθήρων
Νικόλαος Π. Γλυτσός, Ph.D.(USA) Ερευνητής Οικονομολόγος
Παρά την δεσπόζουσα σημασία που έχει ο τουρισμός για την οικονομία των Κυθήρων, ή μάλλον ένεκα αυτής, έχουν διατυπωθεί δύο ειδών προβληματισμοί ως προς την ανάπτυξή του. Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηρίζεται ως «υπερτουρισμός», με την έννοια ότι οι επισκέπτες του νησιού ξεπερνούν σε αριθμό όσους μπορεί να εξυπηρετήσουν οι δημόσιες υποδομές (δρόμοι, ύδρευση, αποχέτευση, κ. ά.), αλλά και οι ιδιωτικές στην κορύφωση της τουριστικής κίνησης. Παρεμπιπτόντως, τον περασμένο Οκτώβριο, ο Δήμος Κυθήρων οργάνωσε διεθνές συνέδριο για τον υπερτουρισμό, στο οποίο ακούστηκαν πολλές απόψεις για το θέμα.
Ο δεύτερος προβληματισμός, που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου, θεωρεί τον τουρισμό ως «μονοκαλλιέργεια», η οποία ενέχει κινδύνους για την ισόρροπη ανάπτυξη της οικονομίας του νησιού. Για την αξιολόγηση αυτού του χαρακτηρισμού, ας δούμε, κατ’ αρχάς, την υφή και το περιεχόμενο του τουρισμού. Σε συνάφεια με τους τρεις κλασικούς τομείς της οικονομίας, πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή, έκαστος των οποίων έχει το δικό του διακεκριμένο περιεχόμενο, ο τουρισμός είναι ένας τέταρτος πολύ σημαντικός τομέας, ο οποίος, σε πολλές περιπτώσεις όπως και τα Κύθηρα, δημιουργεί το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος των κατοίκων. Είναι, εν τούτοις, έξω από την κλασική τριαδική ταξινόμηση, γιατί στερείται αυτονομίας, και αποκτά υπόσταση τέμνοντας οριζόντια τους άλλους τρεις τομείς, μέσω των οποίων ασκεί την επιρροή του στην οικονομία ενός τόπου.
Πρακτικά η επίδραση του τουρισμού στην οικονομία του νησιού εκδηλώνεται, κατά βάση, με την μορφή της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών εκ μέρους των επισκεπτών, προσθέτοντας ένα επιπλέον σημαντικό στοιχείο στην τοπική κατανάλωση, παράλληλα με εκείνη των μονίμων κατοίκων. Στην έκταση που η ζήτηση αυτή, διαχεόμενη στους τρεις κλασικούς τομείς της οικονομίας, μπορεί να ικανοποιηθεί από την εγχώρια παραγωγή, δημιουργεί απασχόληση και εισοδήματα στους κατοίκους, που είναι το ζητούμενο αποτέλεσμα της τουριστικής βιομηχανίας.
Οι απαρχές και του αεροπορικού τουρισμού. (Φωτ. Ε. Σοφίος)
Ο βαθμός διασύνδεσης του τουρισμού με καθένα από τους τρεις κλασικούς τομείς προσδιορίζεται από την επίταση των αναγκών των επισκεπτών και από το είδος των διαύλων ικανοποίησής τους, με ανάλογες επιπτώσεις στην εγχώρια οικονομία και τις εισαγωγές. Ιδιαίτερο βάρος στον τομέα του τουρισμού έχουν οι οικοδομήσεις (ξενοδοχεία, και καταλύματα), γιατί ικανοποιούν την βασική ανάγκη των επισκεπτών για στέγη, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε τουριστική ροή προς το νησί. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια αμφίδρομη διαδραστική εξάρτηση που συμβάλλει στη ανάπτυξη των δύο κλάδων, η οποία έχει αξιοποιηθεί και έχει αποδώσει στα Κύθηρα.
Κάτι ανάλογο, ίσως σε μικρότερο βαθμό, ισχύει και για τις υπηρεσίες σίτισης και ψυχαγωγίας των επισκεπτών (εστιατόρια, μπαρ, κλαμπ, κ.ά.). Τέλος, το εμπόριο και οι μεταφορές επηρεάζονται, τόσο άμεσα με την εισαγωγή αγαθών για κατανάλωση από τους τουρίστες, όσο και έμμεσα με την εισαγωγή υλικών και εφοδίων για την κατασκευή των υποδομών που εξυπηρετούν τους τουρίστες.
Μερίδα των επισκεπτών δεν προσελκύεται όμως μόνο από τις φυσικές καλλονές του νησιού, τις καθαρές θάλασσες και τις ευκαιρίες διασκέδασης και ψυχαγωγίας, αλλά έχει και άλλα ενδιαφέροντα που σχετίζονται με τα πολιτιστικά αγαθά του νησιού (π.χ. αρχαιολογικοί χώροι), υποδομές αναψυχής (π.χ. ορειβασία) ή επισκέψεις στα Ιερά Προσκυνήματα (θρησκευτικός τουρισμός).
Ένα παράδειγμα νέων τουριστικών υποδομών αναψυχής που απέκτησαν τα Κύθηρα, τα τελευταία χρόνια, χάρις στις καινοτομικές δραστηριότητες του Κυθηραϊκού Ιδρύματος Πολιτισμού και Ανάπτυξης (ΚΙΠΑ), είναι ένα δίκτυο μονοπατιών 100 χιλιομέτρων, ένα δίκτυο διαδρομών ορεινής ποδηλασίας 182 χιλιομέτρων και η διαμόρφωση ενός σιδερόστρωτου ορειβατικού μονοπατιού στην Κακιά Λαγκάδα. Τα έργα αυτά απευθύνονται στον βιωματικό τουρισμό περιπέτειας, όπως λέγεται, και επιμηκύνουν την τουριστική saison των Κυθήρων.
Συμπερασματικά, όλες οι διακλαδικές διασυνδέσεις των υλικών και πολιτιστικών υποδομών και οικονομικών δραστηριοτήτων που αναφέραμε καθιστούν τον τουρισμό έναν ευρύ «πολυκλαδικό» τομέα, μέσω του οποίου κινητοποιούνται και παράγουν αποτελέσματα οι περισσότεροι από τους κλασικούς τομείς της οικονομίας των Κυθήρων.
Εκεί που θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να στραφεί η κριτική της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού, είναι στο ερώτημα, αν η έμφαση στους βασικούς τομείς που συνθέτουν τον τουρισμό (τις οικοδομήσεις και τις πάσης φύσεως υπηρεσίες), ανταγωνίζεται και εμποδίζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την ανάπτυξη της βιομηχανίας (μεταποιητικές δραστηριότητες) ή της αγροτικής παραγωγής, είτε από την πλευρά της κατανομής δεδομένων οικονομικών πόρων είτε από την πλευρά της ζήτησης παραγομένων προϊόντων.
Όσον αφορά την μεταποίηση, η εμπειρία δείχνει, ότι οι μεταποιητικές δραστηριότητες, πλην των ελαιοτριβείων και αλευροποιίων, καθώς και της οικοτεχνίας για τις ανάγκες της οικογένειας και όχι της αγοράς, δεν φτούρησαν ποτέ στα Κύθηρα. Αυτό τεκμηριώνεται από την διαχρονική ασήμαντη απασχόληση στον κλάδο της μεταποίησης, η οποία στην τελευταία πεντηκονταετία ήταν, κατά μέσο όρο της τάξεως του 3,8% της συνολικής απασχόλησης του νησιού (Ελλάδα 8,9% 2021), με μια σχετική σταθερότητα και στις καλές και τις κακές συγκυρίες της περιόδου.
Το στοιχείο αυτό δείχνει την ύπαρξη μιας εγγενούς αδυναμίας για την ανάπτυξη της μεταποίησης στα Κύθηρα, άσχετης με την ανάπτυξη των τουριστικών κλάδων. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς, ότι υπάρχει μια εν δυνάμει (λανθάνουσα) ζήτηση για ποιοτικά τοπικά προϊόντα, η οποία θα εκδηλωνόταν στην αγορά, αν υπήρχαν τα αγαθά αυτά.
Η κριτική της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού εστιάζεται, ίσως περισσότερο, στην αντιπαράθεση με την παραμέληση της αγροτικής παραγωγής. Ας θέσουμε, στο σημείο αυτό, το ερώτημα, πως θα μπορούσε να βλαφθεί η αγροτική παραγωγή, με την «μονομερή» ανάπτυξη του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα (δηλαδή του τουρισμού); Αυτό θα μπορούσε δυνητικά να συμβεί, αν ο τουρισμός απορροφούσε τους πόρους του νησιού (εργατικό δυναμικό και κεφάλαια) σε τέτοιο βαθμό που δεν θα περίσσευαν για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα.
Όσον αφορά την απασχόληση στον αγροτικό τομέα, στις μέρες μας πρέπει πια να απαγκιστρωθούμε από την αναχρονιστική αντίληψη των πολλών εργατικών χεριών, συνεργαζόμενων με πρωτόγονα μέσα παραγωγής χαμηλής παραγωγικότητας. Στην δεκαετία π.χ. του 1970, ο αγροτικός τομέας απασχολούσε περισσότερο από τα δύο-τρίτα των εργαζομένων, μόνο και μόνο για την συντήρηση της οικογένειας και για ελάχιστες εξαγωγές.
Το ότι το ποσοστό της γεωργικής απασχόλησης μειώθηκε από τότε μέχρι σήμερα, κατά 6 περίπου φορές στο 13,5% των εργαζομένων (Ελλάδα 10,5%, Ευρωπαϊκή Ένωση 4,1, Ολλανδία 1,9%), δεν αποτελεί την αιτία του αφανισμού της αγροτικής παραγωγής του νησιού. Λαμβάνοντας υπόψη την διεθνή εμπειρία, το 13,5% είναι καθαυτό ποσοτικά αρκετό, αν είναι ποιοτικά κατάλληλο (νεανικότητα, κατάρτιση, επιχειρηματικότητα).
Ως προς την άποψη, ότι η μονομερής ανάπτυξη του τουρισμού (οικοδομήσεων και υπηρεσιών) απορροφά χρηματικούς πόρους, που εναλλακτικά θα επενδύονταν στον πρωτογενή τομέα, μπορεί να παρατηρηθεί, ότι οι πηγές και οι όροι χρηματοδότησης των κλάδων αυτών διαφέρουν. Κατά συνέπεια, η χρηματοδότηση του τουριστικού τομέα δεν εμποδίζει την χρηματοδότηση της αγροτικής παραγωγής, π.χ. από τα ειδικά Ευρωπαϊκά προγράμματα ή άλλες πηγές χρηματοδότησης των αγροτών.
Κατά συνέπεια, η έμφαση στην ανάπτυξη του τουρισμού, ενός τομέα στον οποίο τα Κύθηρα έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα, δεν φαίνεται να δημιουργεί εμπόδια στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Πέρα από την έλλειψη καταλληλόλητας του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού, υπάρχει μια συμπαιγνία παραγόντων, οι οποίοι εδώ και πολλά χρόνια, εμποδίζουν την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, υπό τις σύγχρονες συνθήκες καλλιέργειας και προετοιμασίας του παραγομένου προϊόντος για την αγορά. Ο εντοπισμός αυτών των εμποδίων και η άρση τους, απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, μελέτη, με το ερώτημα της αναδιάρθρωσης και της χωροθέτησης των καλλιεργειών, τυποποίηση των παλιών και νέων προϊόντων, ώστε να καταστούν ανταγωνιστικά των εισαγομένων, εξασφάλιση χρηματοδότησης, κ.ά.
Μία αξιέπαινη καινοτόμα προσπάθεια, σε αυτό το πνεύμα, καταβάλλεται από το ΚΙΠΑ, η οποία έχει στόχο την αναβάθμιση της αγροτικής παραγωγής, εντάσσοντάς την σε μια νέα εποχή σύγχρονης αντίληψης και τεχνολογίας. Η δράση αυτή, εντάσσεται στην επιδίωξη του Ιδρύματος για ποιοτική και βιώσιμη ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα, τον οποίο θεωρεί «την ραχοκοκαλιά της βιώσιμης ανάπτυξης του νησιού». Αυτό σκοπείτε να επιτευχθεί με την παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων, αρχής γενομένης με την βελτίωση της ποιότητας και την τυποποίηση του ελαιόλαδου και την οργάνωση της μελισσοκομίας, με πάρκα τοποθέτησης των κυψελών, παραγωγή μελιού αναγνωρισμένης ποιότητας, κ. ά.
Ανακεφαλαιώνοντας, από την ανάλυση αυτή προκύπτει, ότι ο τουρισμός, όπως παντού έτσι και στα Κύθηρα, δεν είναι ένας αυτόνομος τομέας που μπορεί να μετρηθεί στατιστικά, όπως οι τρεις κλασικοί τομείς της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, συνιστά ένα πολυκλαδικό τομέα, ο οποίος διαμορφώνεται από τις κλαδικές εισροές εκ μέρους των άλλων τομέων, κυρίως των οικοδομήσεων και των υπηρεσιών αγοράς, στους οποίους απευθύνεται, εν πολλοίς, η ζήτηση των τουριστών, αλλά προκαλεί και αναδράσεις προς αυτούς, δημιουργώντας μια αμφίδρομη παραγωγική σχέση.
Η πολυκλαδική ιδιότητα του τουριστικού τομέα, καταρρίπτει την άποψη, ότι η μονομερής ανάπτυξή του επιφέρει ανισοκατανομή των πόρων της οικονομίας, με παραμέληση άλλων κλάδων, όπως της μεταποίησης και ολόκληρης της αγροτικής παραγωγής. Η ανάλυση, επί του προκειμένου, έδειξε, ότι η καθήλωση των δύο αυτών κλάδων οφείλεται σε εγγενείς δομικές αδυναμίες, και ουδόλως συνδέεται με την τουριστική βιομηχανία του νησιού.
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Φεβρουαρίου 2026