«Κ»
Αριθ. 27. Προς την Επισκοπικήν Επιτροπήν Κυθήρων
Εις απάντησιν του υπ’ αριθµ. 28 λήξαντος µηνός υµετέρου εγγράφού και εις εκτέλεσιν της υπ’ αριθµ. 12126 διαταγής του Υπουργείου εκκλησιαστικών και της Δηµοσίας εκπαιδεύσεως, γνωρίζοµεν υµίν, ό,τι εν τη ιερά µονή Μυρτιδίων, ήτις τυγχάνει το προσκύνηµα ιδίως της Επαρχίας και ήτις δεν θεωρείται Μονή, ως αι λοιπαί εν τω κράτει τοιαύται, δεν υπάρχoυσιν µοναχαί χειροτον笵έναι κατά τους κανόνας της Εκκλησίας, αλλά επτά λεyόµεναι καλογραίαι λίαν προκεχωρηµένης ηλικίας, αίτινες αποφάσισαν να διανύσωσι το υπόλοιπον του βίου των εν ηρεµία εν τη Μονή αποσυρθείσαι της κοινωνίας, προς ψυχική των σωτηρίαν και αίτινες έχουσαι τους αναγκαίους πόρους και ιδίαν περιουσί¬αν. Συντηρούνται εξ ιδίων, πλην δύο, ουχί εντελώς απόρων εις ας ή διαχειριστική Επιτροπή παρεχώρησε κηπάρια πέριξ της µονής προς καλλιέργειαν και εις τον εφηµέριον της µονής εν ελαιόφυτον, ίνα το καλλιεργεί και το καρπούται εν όσω διαµένει εν τη Μονή.
Προς τούτοις πληροφορούµεν υµάς, ότι η Μονή αυτή δεν κέκτηται ικανήν κτηµατικήν περιουσίαν, αλλά τινά κτήµατα διεσπαρµένα εν τη νήσω, και ων η µικρά πρόσοδος διατίθεται προς συµπλήρωσιν των αναγκών της µονής, γνωστόν δε τυγχάνει, ότι η µονή αύτη ως προσκύνηµα του τόπου συντηρείται κυρίως εκ των συνεισφορών των κατοίκων ιδιάζουσαν ευλάβειαν προς ταύτην εχόντων, και εξ ων εκτελούνται διάφορα καλλωπιστικά έργα, συντασσοµένων κατ’ έτος προϋπολογισµών, υπό της διαχειριστικής επιτροπής και εγκρινοµένων πάντοτε υπό τον κ. Νοµάρχου Αργολιδοκορινθίας.
Προς τούτοις γνωρίζοµεν υµίν, ότι η ισόβιος κάρπωσις της µνησθείσης µονής είχεν αρχικώς παραχωρηθεί υπό της Ιονίου Γερουσίας εις τον Αγα¬θάγγελον ιεροµόναχον Καλλίyερον µετά τον θάνατον δε αυτού επισυµβάντα την 5 Ιανουαρίου 1895, η Επιτροπή της Εγχωρίου Περιουσίας Κυθήρων, αποτελούµενη από τον Ειρηνοδίκην Κυθήρων, ως αντιπρόσωπον του κ. Νοµάρχου Αργολιδοκορινθίας και δύο µέλη ως αντιπροσώπους των τέως Δήµων Κυθηρίων και Ποταµίων, εκπροσωπούντας δε τας νυν κοινότητας των τέως Δήµων, έχουσα υπ’ όψιν των την από 27 Ιουλίου 1892 απόφασιν του νοµικού συµβουλίου δι’ ής απεφάνθη, ότι µετά την αποβίωσιν του ηγουµένου Αγαθαγγέλου Καλλιγέρου, η µονή και τα κτήµατά της δεν περιέρχονται εις το δηµόσιον ως αντιπρόσωποι του εκκλησιαστικού ταµείου, διότι οι πρόσοδοι αυτών ωρίσθησαν διά του από 14/26 Μαΐού 1845 ΙΘ’ Νόµου του Η’ Ιονίου Κοινοβουλίου άρθρον 1 και 2, ως νόµος του επαρχιακού ταµείου προς εξηπηρέτησιν Επαρχιακού σκοπού, και ότι τας προσόδους ταύτας, να νέµηται η κατά την νήσον ταύτην συσταθείσα αρχιερατική επιτροπή, κατά το άρθρον 11 και επόµενα του από 20 Ιανουαρίου 1866 ΡΝ’ νόµου, και υπό την ιδιότητα ταύτην ανέλαβε έκτοτε, ήτοι από την 8ην Ιανουαρίου 1895 ή Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας τη εγκρίσει και της Νοµαρχίας την διοίκησιν και την διαχείρισιν της Μονής, ως υπαγοµένης εις την Εγχώριον περιουσία της Επαρχίας Κυθήρων.
Ο Ειρηνοδίκης Κυθήρων
Ν. Σισµάνης
Συνηµµένως υποβάλλοµεν προς το Υπουργείον το υπ’ αριθµ. 27 έγγραφον του Ειρηνοδίκου Κυθήρων εν ώ περιγράφεται µε λεπτοµέρειαν εν τινι δικαιώµατι περιήλθε η µονή των Μυρτιδίων εις την δικαιοδοσίαν των Δήµων Κυθηρίων και Ποταµίων.
Εν Ποταµώ τη 12 Μαΐου 1918.
Η Επισκοπική Επιτροπή.
Από το 1984, το καθεστώς της Εγχωρίου Περιουσίας13 και των ανηκόντων σε αυτήν κινητών και ακινήτων των Ιερών Προσκυνηµάτων καθορίζεται από το άρθρο 84 του ν. 1416/1984, όπως τροποποιήθηκε και συµπληρώθηκε µε τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 7 του ν: 2946/2001, και οριστικά διαµορφώθηκε µε την υπ’ αριθµόν 276/2003 απόφαση της ολοµελείας του ΣτΕ.
13. Για την Εγχώριο Περιουσία και τα ιερά προσκυνήµατα των Κυθήρων βλ. Γ.Ι. Κασιµάτη, Νοµοκανονικά, Οκτωβρίου 2003 σ. 79-96.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ ΜΑΡΤΙΟΥ 2021 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ»