Αν επέστρεφαν οι ήρωες του ’21
Θα στέκονταν μπροστά στη σημερινή πολιτική ζωή και μάλλον θα δυσκολεύονταν να την αποκωδικοποιήσουν. Oχι γιατί δεν υπήρχαν συγκρούσεις τότε, κάθε άλλο. Οι εμφύλιοι της Επανάστασης ήταν σκληροί και αδυσώπητοι. Αλλά θα τους παραξένευε η ένταση χωρίς διακύβευμα. Οι μεγάλοι τόνοι για μικρά πράγματα. Οι μικρές αποφάσεις που παρουσιάζονται ως ιστορικές μάχες... | Δημήτρης Ευθυμάκης
Αν, με έναν παράδοξο τρόπο, οι άνθρωποι του ’21 μπορούσαν να περπατήσουν για λίγο στη σημερινή Ελλάδα, ποιο θα ήταν άραγε το πρώτο τους συναίσθημα; Η περηφάνια ή η αμηχανία; Iσως και τα δύο μαζί. Θα έβλεπαν μια χώρα που υπάρχει, κι αυτό από μόνο του είναι ένα μικρό θαύμα για εκείνους που ξεκίνησαν να το στήσουν δίχως καμία βεβαιότητα. Θα έβλεπαν σύνορα, πόλεις, δρόμους, λιμάνια, ένα κράτος που λειτουργεί, έστω και με τις γνωστές ελληνικές ιδιοτροπίες. Θα έβλεπαν, με δυο λόγια, ότι η θυσία τους δεν πήγε χαμένη.
Αλλά δεν θα καταλάβαιναν εύκολα τους ανθρώπους της. Θα τους ξένιζε πρώτα η άνεση. Οχι η ευημερία, αυτή θα την επιθυμούσαν. Αλλά η διάχυτη αίσθηση ότι όλα είναι δεδομένα. Οτι η ελευθερία δεν είναι κάτι που κερδίζεται και χάνεται, αλλά κάτι που απλώς υπάρχει, σαν τον αέρα. Θα έβλεπαν ανθρώπους να κινούνται ελεύθερα, να μιλούν, να διαφωνούν, να ξοδεύουν, να ταξιδεύουν. Και θα αναρωτιούνταν γιατί, αυτή η ελευθερία συνοδεύεται τόσο συχνά από μια μόνιμη δυσαρέσκεια.
Θα τους έκανε εντύπωση η καχυποψία προς το ίδιο το κράτος που κάποτε αποτέλεσε το δικό τους ζητούμενο. Εκείνοι πολέμησαν για να αποκτήσουν μια Πολιτεία. Εμείς συχνά συμπεριφερόμαστε σαν να είναι η Πολιτεία μας ο Οθωμανός της εποχής μας, κάτι ξένο, κάτι εχθρικό, κάτι που στέκεται απέναντί μας. Θα έβλεπαν έναν λαό που ταυτόχρονα ζητά από το κράτος τα πάντα και δεν το εμπιστεύεται σχεδόν σε τίποτα.
Θα στέκονταν μπροστά στην πολιτική ζωή και μάλλον θα δυσκολεύονταν να την αποκωδικοποιήσουν. Οχι γιατί δεν υπήρχαν συγκρούσεις τότε, κάθε άλλο. Οι εμφύλιοι της Επανάστασης ήταν σκληροί και αδυσώπητοι. Αλλά θα τους παραξένευε η ένταση χωρίς διακύβευμα. Οι υψηλοί τόνοι για μικρά πράγματα. Οι μικρές αποφάσεις που παρουσιάζονται ως ιστορικές μάχες.
Και βέβαια, θα παρατηρούσαν κάτι ακόμη πιο λεπτό. Τη σχέση μας με το ρίσκο. Εκείνοι έζησαν σε έναν κόσμο όπου το ρίσκο ήταν η κανονικότητα. Εμείς ζούμε σε έναν κόσμο που προσπαθεί να το εξαλείψει. Θα έβλεπαν ανθρώπους να ζυγίζουν τα πάντα, να μετρούν μέρα-νύχτα το κόστος, να ζουν με τον φόβο του λάθους. Και προφανώς θα αναρωτιούνταν αν, σε έναν τέτοιο κόσμο, θα είχε ξεκινήσει ποτέ η Επανάσταση.
Δεν θα ήταν άδικοι. Θα έβλεπαν και τη δύναμη αυτής της κοινωνίας. Τη μόρφωση, τις δυνατότητες, την τεχνολογία, τις ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά σε κάθε νέο άνθρωπο, το έστω και μπαλωμένο δίχτυ ασφαλείας σε κάθε απόμαχο. Θα καταλάβαιναν ότι η ελευθερία, για την οποία πολέμησαν, έχει πια άλλες μορφές και άλλα περιεχόμενα. Οτι δεν είναι πια θέμα επιβίωσης, αλλά ποιότητας ζωής.
Σίγουρα όμως θα έμεναν με μια απορία. Οχι αν τα καταφέραμε ως Εθνος, αυτό είναι προφανές. Αλλά αν ξέρουμε τι να κάνουμε με αυτό που καταφέραμε. Αν έχουμε επίγνωση του βάρους του. Αν θυμόμαστε ότι κάποτε, τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δεδομένο.
Η 25η Μαρτίου δεν είναι μόνο μια γιορτή μνήμης. Είναι και μια σιωπηλή ερώτηση. Οχι προς εκείνους τους παλιούς ήρωες, αυτοί απάντησαν. Προς εμάς. Αν, μέσα στην άνεση και τη συνήθεια, μπορούμε ακόμη να αναγνωρίσουμε τι σημαίνει ελευθερία. Και κυρίως, αν μπορούμε να σταθούμε στο ύψος της χωρίς να χρειαστεί να ξαναζήσουμε το τίμημά της.