Στο βουνό των Κυθήρων, όπου οι πρώτοι ξένοι περιηγητές αναζητούσαν το «ανάκτορο του Μενελάου» η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε άγνωστο πρώιμο Ιερό, αφιερωμένο στη θεά Αθηνά. Η επιλογή της θέσης για την ίδρυση του δεν έγινε τυχαία από τους αρχαίους οικιστές της περιοχής , γιατί το συγκεκριμένο σημείο της βραχώδους βουνοκορφής προσφέρεται για την άσκηση λατρείας σε μια θεότητα του ολυμπιακού πανθέου, η οποία έχει ιδιαίτερη σχέση τόσο με την κορυφή όσο και με τους βράχους.
Τα κτιριακά κατάλοιπα που ήλθαν στο φως την περίοδο των ερευνών μας (1998- 2010) σχεδόν σε επαφή με τη μικρή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου επιτρέπουν να σχηματίσουμε μιαν ιδέα για τις κατασκευές του χώρου κατά τη διάρκεια λειτουργίας του Ιερού, η οποία καλύπτει διάστημα αιώνων από το 700 περίπου π.Χ., αν όχι και ενωρίτερα, έως τα μέσα του 2ου προχριστιανικού αιώνα.
Στην τελευταία οικοδομική φάση του στεγαζόταν με μεγάλες πήλινες κεραμίδες λακωνικού τύπου (στρωτήρες και καλυπτήρες ) με καστανέρυθρο ή μελανό επίχρισμα. Πλήθος θραύσματα από κεραμίδες βρέθηκαν κυρίως στο εσωτερικό του κτίσματος και μεταξύ αυτών και ορισμένα ενσφράγιστα με την επιγραφή ΙΕΡΟΙ ( δηλαδή ιεροί κέραμοι).
Η λατρεία της Αθηνάς καθιερώθηκε πολύ πρώιμα στο νησί των Κυθήρων, προ-ερχόμενη από τη γειτονική Πελοπόννησο, και το Ιερό της στο Παλιόκαστρο ήταν ιδιαίτερα σεβαστό στον τοπικό πληθυσμό, όπως συνάγεται από τα πολυάριθμα και ποικίλα αναθήματα (=αφιερώματα).
H πανάρχαιη συνήθεια των ανθρώπων να προσφέρουν τάματα στους θεούς επιβεβαιώνεται ποικιλοτρόπως. Όπως και σήμερα, οι πιστοί αφιέρωναν δώρα από διάφορα υλικά, απλοϊκά και ευτελή μέχρι πολύτιμα, ανάλογα με την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση καθενός.
Είναι σαφές ότι η θεά λατρεύονταν και στα δωρικά Κύθηρα αρχικά ως πότνια (=δέσποινα) με την παλαιά χθόνια υπόσταση των αρχαϊκών χρόνων. Η δε λατρεία της εμφανίζει πολλά κοινά σημεία με την αντίστοιχη της Αθηνάς των δωρικών ακροπόλεων άλλων περιοχών και ιδιαίτερα της Σπάρτης, στην οποία τιμώνταν ως Χαλκίοικος και Πολιούχος.
Λόγω της σχέσης της με τα μετεωρολογικά φαινόμενα και ειδικά με την καταιγίδα, δηλαδή με τη φωτιά, προβάλλεται στον μύθο ως φορέας πολιτισμού και γι αυτό λατρεύεται και ως προστάτις κάθε τεχνικής δραστηριότητας. Κεραμείς, λιθουργοί, μεταλλοτεχνίτες θεωρούσαν την Αθηνά προστάτιδά τους και της αφιέρωναν τις απαρχές των έργων τους, ακόμη και τα σύνεργα της δουλειάς τους. Έτσι ερμηνεύεται η παρουσία εργαλείων ανάμεσα στα αναθήματα του Ιερού, όπως ακονόπετρες, λίθινοι τριπτήρες και άλλα συναφή.
Από το σύνολο των αναθημάτων τα όπλα από χαλκό και σίδηρο ,κάποια ανάγλυφα με παράσταση πολεμιστών σε πομπή, καθώς και το αγαλματίδιο της θεάς με κράνος, αναφέρονται στην πολεμική ιδιότητά της. Εκτός από τα πήλινα ειδώλια κορασίδων, μία άλλη κατηγορία αντικειμένων όπως τα χάλκινα εξαρτήματα γυναικείας αμφίεσης (πόρπες, περόνες) ,τα πολυάριθμα κοσμήματα, κυρίως τα δαχτυλίδια , αλλά και τα πήλινα σφονδύλια και τα βαρίδια του αργαλειού, παραπέμπουν στην προστάτιδα των γυναικών και της γυναικείας χειροτεχνίας, μιά ιδιότητα της Αθηνάς γνωστή από τα έπη του Ομήρου.
Ωστόσο, το σπουδαιότερο από επιστημονική άποψη και ανεκτίμητης ιστορικής αξίας εύρημα της πολύχρονης και επίπονης ανασκαφής που διενεργήσαμε στο Παλιόκαστρο, με την οικονομική στήριξη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, είναι η επιγραφική μαρτυρία που μας αποκαλύπτει την ταυτότητα της κυρίας του Ιερού.
Πρόκειται για ορθογώνια πώρινη πλάκα από βάθρο αναθήματος προφανώς, η οποία στη μία πλευρά σώζει δίστιχη αναθηματική επιγραφή. Το όνομα του αφιερωτή έχει σχεδόν αφανιστεί , στο υπόλοιπο όμως της ενεπίγραφης επιφάνειας αναγινώσκονται οι λέξεις : Aθαναίαι ανέθηκε. Για την αναγραφή του ονόματος της θεότητας προτιμήθηκε ο τύπος Αθαναία της λακωνικής διαλέκτου, δηλαδή της δωρικής κοινής.
Η ανασκαφή του Ιερού της κορυφής στο Παλιόκαστρο έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική έρευνα του νησιού για τους εξής δύο λόγους:
α) αποκάλυψε ένα άγνωστο αρχαίο Ιερό των Κυθήρων που δεν μένει ανώνυμο, και
β) έφερε στο φως τα πρώτα και μοναδικά τεκμήρια για τη Γεωμετρική εποχή στα Κύθηρα , για την οποία, ως τώρα, από πλευράς αρχαιολογικών δεδομένων υπήρχε κενό που έχει επισημανθεί κατά το παρελθόν και από άλλους ερευνητές του τόπου.
Ιωάννης Ε. Πετρόχειλος
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση Φ. 308 – Δεκέμβριος 2015