Advertisement

Μαρία Φαραντούρη, η ζωή μας όλη

Με αφορμή τη συναυλία με τη Λένα Πλάτωνος στις 19/6 στο Ηρώδειο, πάνω σε κείμενα αρχαίων ποιητριών που ανθολόγησε ο Θάνος Τσακνάκης, η αξεπέραστη αυτή προσωπικότητα του ελληνικού τραγουδιού μίλησε για όλα: από τη γνωριμία με τον Σαββόπουλο το 1963 έως τις σχέσεις ζωής με Θεοδωράκη και Χατζιδάκι (από τα 17 της χρόνια) και το συναρπαστικό συναυλιακό παρόν της | Αργύρης Παπαστάθης

Φτάνοντας στο σπίτι όπου κατοικούν η Μαρία Φαραντούρη και ο Τηλέμαχος Χυτήρης έχεις στο μυαλό σου αυτά που έχουμε όλοι μας: Δέος. Και όλες εκείνες τις λέξεις που χρησιμοποιούμε όταν προσπαθούμε να περιγράψουμε κάτι που μας ξεπερνάει. Μια μορφή που συνδέθηκε άρρηκτα με την ιστορία αυτού του τόπου, με τα ιερά πρόσωπα του ελληνικού τραγουδιού (ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960) και με τα τραγούδια που μπήκαν σε μιαν αστρική κάψουλα του ελληνικού πολιτισμού: είναι στα χείλη μας και συνάμα ταξιδεύουν στον χρόνο.

Και ξαφνικά ανοίγει την πόρτα η Μαρία Φαραντούρη με τον κατάλευκο Λέο. Και βήμα-βήμα, μέσα από τη συζήτηση, καταλαβαίνεις τον «τρόπο της». Που είναι ένας καταλυτικός συνδυασμός ευθύτητας, χιούμορ και καλοσύνης. Από έναν άνθρωπο που εκπροσωπεί σήμερα ό,τι υψηλότερο διαθέτουμε ως χώρα, εδώ και έξι δεκαετίες, στο ελληνικό τραγούδι. Και όσο αρχίζει να μιλά για την παιδική της ηλικία και τα πρώτα της ακούσματα, για τον Μίκη, τον Μάνο, τον Σαββόπουλο και τον Λοΐζο, τις πρώτες συναυλίες, τη δικτατορία, το Παρίσι, τις μεγάλες σκηνές και τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή της, συνειδητοποιείς το πώς έγιναν όλα αυτά. Το λέει η ίδια: Με αγωνία για το κάθε τραγούδι, την κάθε νότα, τον κάθε δίσκο, την κάθε συναυλία. Την κάθε σκηνή σε όλο τον κόσμο.

Advertisement

Με αφορμή τη μεγάλη συναυλία που θα δώσει στις 19 Ιουνίου στο Ηρώδειο μαζί με τη Λένα Πλάτωνος, μια παράσταση κατά κύριο λόγο βασισμένη στα «Σιωπηλών Σπαράγματα», στα κείμενα αρχαίων ποιητριών που μετέφρασε και ανθολόγησε ο Θάνος Τσακνάκης, περιγράφει ένα «σπουδαίο αρχαιολογικό εύρημα». Το οποίο δένεται με τις μαγικές μουσικές της Πλάτωνος και τη φωνή της. Από τη Σαπφώ και την Τελέσιλλα μέχρι τις γυναίκες που χάθηκαν μέσα στους αιώνες χωρίς να σωθούν (στο σύνολό τους) τα έργα τους, η παράσταση θα φέρει στο σήμερα φωνές που μιλούσαν για τον έρωτα, την ισότητα, τη φύση και την ελευθερία. Χιλιετίες πριν από εμάς.

Η Μαρία Φαραντούρη με τον Λέο (Φωτογραφία: Μάρω Κουρή)

Και κάπως έτσι, περιμένοντας (εμείς) όσα θα συμβούν σε λίγες ημέρες στο Ηρώδειο, είχαμε την τύχη να μας μιλήσει για όλα.

—Αρχές δεκαετίας του 1950. Ενα παιδί μεγαλώνει με πολιομυελίτιδα. Καραντίνα. Επαιξαν αυτά ρόλο στη σχέση σας με τη μουσική;

Ναι, αλλά ξέρεις: αυτό είναι ίσως και κάτι με το οποίο γεννιέσαι. Στην πορεία, ασφαλώς, θέλεις να εκφράσεις αυτή σου την ανάγκη —που είναι υπαρξιακή— μέσα από τις δυσκολίες και τα ερεθίσματα που έχεις. Μικρό παιδί άκουγα ραδιόφωνο. Από τριών χρονών, όταν έγινε αυτή η ιστορία με την πολιομυελίτιδα.

—Αττίκ, φαντάζομαι, Χαιρόπουλο, Γιαννίδη και τους άλλους μεγάλους της εποχής…

Βέβαια, όλους τους μεγάλους του λεγόμενου «ελαφρού τραγουδιού». Τους άκουγα πάρα πολύ. Ακουγα ακόμη τη Νάντια Κωνσταντοπούλου, τη Μπελίντα, κι άλλες τραγουδίστριες πολύ ωραίες. Και ήταν η διαφυγή μου αν θες. Μου έδινε έμπνευση και πίστη βαθιά ότι θα ασχοληθώ με το τραγούδι. Θυμάμαι, όταν ήρθε η επιδημία, μας πήρανε —γιατί δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε το εμβόλιο— και μαζί με τα άλλα παιδάκια από τη γειτονιά μας πήγαν στο «Παίδων»…

—Πόσων χρονών ήσασταν τότε;

Δυόμισι-τριών. Μείναμε πολύ καιρό. Δεν υπήρχαν ακόμη εγχειρήσεις. Αργότερα εγχειρίστηκα. Εντεκα χρονών. Τότε, λοιπόν, μας έβαζαν μουσική και ακούγαμε. Και αυτό ήταν μεγάλη εκτόνωση για μένα. Αλλά και μετά, στο σπίτι, πριν πάω στο σχολείο, στο δημοτικό, άκουγα πολύ το ραδιόφωνο.

Στο Ασκληπιείο Βούλας το 1957 (ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΡΙΑΣ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ)

—Αυτά τα ελληνικά τραγούδια που έπαιζαν τότε τα ονόμαζαν «ευρωπαϊκά». Σωστά; Εννοώ πριν έρθετε εσείς με τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη κτλ.

Ναι, είναι η δεκαετία του 1950. Εγώ μεγάλωσα δηλαδή μετά τον Εμφύλιο. Γεννήθηκα μεν το 1947 αλλά η συνείδησή μου και η ασθένεια ήρθαν το ’50 – ’51…

—Οι πρώτες σας παραστάσεις…

Ναι, είχε τελειώσει ο Εμφύλιος, αλλά συνεχίζονταν οι συνέπειές του: η φτώχεια, η ανέχεια, οι δυσκολίες, οι πολιτικές και οι κοινωνικές. Ημασταν όμως παιδιά. Και παίζαμε έξω. Ετρεχα, έβγαινα στην γειτονιά. Η χαρά μας ήταν το παιχνίδι. Και όταν έφευγα από το παιχνίδι πήγαινα στο σπίτι και έλεγα στον μπαμπά μου: «ανοίξτε μου το ραδιόφωνο να ακούσω».

—Πότε καταλάβατε ότι έχετε αυτή τη φωνή που έχετε;  

Στο σχολείο. Και στο σπίτι ακούγοντας αυτά τα τραγούδια. Προσπαθούσα να τραγουδήσω πάνω από τις τραγουδίστριες και μάθαινα αμέσως. Πρέπει να ήμουν τεσσάρων-πέντε ετών. Μετά μου έδιναν στο σχολείο και τραγουδούσα στις επετείους διάφορα, δημοτικά και άλλα. Και όλοι λέγανε ότι είχα φωνή. Αλλά ήταν κάτι τόσο συνειδητό μέσα μου, που όταν έπαιζα π.χ. με τα παιδάκια και τσακωνόμασταν τους έλεγα: «δεν θα σας καλέσω στη συναυλία που θα κάνω όταν μεγαλώσω»! Οπότε και οι γονείς μου χώνεψαν αυτό που συνέβαινε, με υποστήριξαν και με στείλανε στη Νέα Ιωνία, στο Ωδείο, σε μια δασκάλα που είπε κι εκείνη ότι έπρεπε να ασχοληθώ με το τραγούδι.

—Ωστόσο, όταν μπαίνετε στην εφηβεία ακούτε κυρίως ξένα τραγούδια.

Ναι, από τον αμερικάνικο σταθμό. Πολ Ανκα, Πλάτερς, Πέρι Κόμο, Κλιφ Ρίτσαρντ, τα πρώτα σουξέ. Αισθανόμουν τέτοια συγκίνηση ως έφηβη που με συνέπαιρνε. Ηταν ισάξιο, ας πούμε, μιας ερωτικής χαράς. Πέρασα μετά στη Μαρία Κάλλας ή άκουγα με τα ξαδέρφια μου Βέρντι από κάτι παλιά μαγνητόφωνα. Οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα, που ήταν Κεφαλονίτες, μας έφερναν δίσκους. Και κάθε Κυριακή στο σπίτι τραγουδούσαμε. Ολο καντάδες, σχολή Μπελκάντο.

—Πώς οδηγούν αυτά στο νέο τραγούδι που αναδύεται στην Ελλάδα αλλά και στη μουσική της αμφισβήτησης που έρχεται από την άλλη ακτή του Ατλαντικού στα 60s, στον Μπομπ Ντίλαν κτλ.; 

Τώρα μεταφερόμαστε στα 60s όταν και αρχίζει πια το οδοιπορικό μου. Μια τύχη αγαθή ήταν ότι συνάντησα κάποιους ανθρώπους που με έβαλαν στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (ΣΦΕΜ). Ημουν περίπου 15 χρονών όταν μια συμμαθήτριά μου στο 8ο Γυμνάσιο, η Νίκη Τυπάλδου, με έφερε σε επαφή με τον Ζάκη Κουνάδη και τον αδελφό του, τον σπουδαίο ρεμπετολόγο, Παναγιώτη Κουνάδη. Ηταν τότε νέα παιδιά και είχαν δημιουργήσει τον ΣΦΕΜ με σκοπό να αναδείξουν το λαϊκό τραγούδι που το αγαπούσαν πολύ.

—Το νέο βλέμμα πάνω στο λαϊκό τραγούδι…

Και στο ρεμπέτικο. Οταν (εδώ) λέμε λαϊκό, εννοούμε το αυθεντικό. Δεν υπήρχε τότε το στοιχείο του θεάματος. Μου λέει, λοιπόν, η συμμαθήτριά μου: «έχουν κάνει χορωδία. Δεν πας κι εσύ βρε Μαρία;». Πάω λοιπόν, και συναντώ ανθρώπους που συνδέονταν με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ηταν ένα Σάββατο, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εγώ όμως δεν ήξερα τα τραγούδια. Επειδή άκουγα ξένη μουσική και κλασική, το μόνο που ήξερα, από δώδεκα χρονών, ήταν το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου». Με είχε γοητεύσει η Νάνα Μούσχουρη. Είχα συγκλονιστεί…

—Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (σ.σ.: το περίφημο τραγούδι, «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», σε στίχους και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, γράφτηκε το 1959 και κέρδισε τον επόμενο χρόνο το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης)…

Είχε βγει το 1960. Ηταν η πρώτη φορά που άκουγα τον Χατζιδάκι. Περνάνε δύο-τρία χρόνια, και συνδέομαι, λοιπόν, με τον Σύλλογο. Μου κλείνουν ραντεβού και πάω. Με υποδέχεται, άγνωστος τότε, ο Μάνος Λοΐζος με τα φουντωτά του μαλλιά, μαζί με μια φίλη του. Και μου λέει: «Τι θα παίξεις;». Λέω «να σας παίξω το La Novia (σ.σ.: κυκλοφόρησε το 1961 με τη φωνή του Αντόνιο Πριέτο), σύγχρονο, που εμπεριείχε το Αβε Μαρία». Εκεί με ρωτάνε αν ξέρω κάποιο ελληνικό, αλλά εγώ δεν ήξερα κανένα!

Με τα πολλά, συμφωνήσαμε να ξαναπάω σε μια βδομάδα, και πάω έχοντας μάθει τον «Καημό», που ήταν τότε σουξέ μεγάλο. Το έλεγε ο Καζαντζίδης (σ.σ.: στον δίσκο Πολιτεία Α’ του Μ. Θεοδωράκη το 1961). Πάω, το τραγουδάω, μου λένε «α, θα μείνεις εδώ, είσαι σπουδαία». Και με πήγαινε η μαμά μου, 15 χρονών ήμουν ακόμη, δύο φορές τη βδομάδα στη Σόλωνος, όπου ήταν ο ΣΦΕΜ. Γνώρισα τους πάντες εκεί. Γνωρίζω τον Λεοντή, ερχόταν κάπου-κάπου ο Μαρκόπουλος και ο Νότης Μαυρουδής με την κιθάρα. Κι άλλοι, όλοι μικρά τότε παιδιά.

Από αριστερά Μίκης Θεοδωράκης – Μαρία Φαραντούρη και δεξιά, με την κιθάρα, ο Μάνος Λοΐζος σε εκδλήλωση του ΣΦΕΜ το 1963

«Ο βράχος θα μας καταπλακώσει!»

—Τον Σαββόπουλο; 

Δεν είχε κατέβει ακόμη ο Διονύσης. Κατεβαίνει από τη Θεσσαλονίκη το 1963 και στην αρχή κοιμόταν σε παγκάκια στον Εθνικό Κήπο. Σύντομα όμως τον υποδέχθηκαν στον Σύλλογο. Ερχεται, λοιπόν, ο Διονύσης, τον βάζουμε μέσα και θυμάμαι που μου έλεγε με αυτή την ορμή που πάντα είχε: «Πω πω πω, έρχεται, θα μας καταπλακώσει. Ο βράχος έρχεται!». Εννοούσε το Αξιον Εστί που μόλις είχε κάνει ο Μίκης.

—Στον οδηγό του φορτηγού πάντως που τον κατέβασε είχε πει «πάω στην Αθήνα να συναντήσω τον Μίκη Θεοδωράκη»…

Ε, βέβαια. Ολοι θαυμάζαμε τον Μίκη. Στην αρχή ο  Διονύσης έμενε, λοιπόν, μέσα στον Σύλλογο, σε ένα ράντζο. Εφτιαχνε τα τραγούδια του και μετά τον έστελνε ο Σύλλογος, με την κιθάρα, και μαζί του εμένα, και πηγαίναμε στις συνοικίες. Τότε υπήρχαν οι πολιτιστικοί σύλλογοι τους οποίους οργάνωναν Δήμοι, αλλά και κάποιοι άνθρωποι από μόνοι τους, ευαίσθητοι, Αριστεροί κτλ… Πηγαίναμε και παίζαμε και έτσι συντηρείτο και ο Σύλλογος που δεν είχε σχέση με κόμμα, ήταν ανεξάρτητος.

—Δύο παιδιά…

Ναι. Ο Διονύσης στην αρχή δεν ήξερε καλά κιθάρα. Το θυμάμαι τόσο έντονα: χτυπούσε το ξύλο και μάθαινε μόλις τότε τα ακόρντα. Και με συνόδευε. Με δύο ακόρντα. Αλλά ήταν μεγάλη η χαρά μας, η πίστη μας κυρίως σ’ αυτό που κάναμε. Είχαμε μια βαθιά ανάγκη να φτιάξουμε ένα ωραίο τραγούδι με ποίηση. Υπήρχε ένα όραμα που είχε να κάνει και με το κίνημα ειρήνης, το αντιπολεμικό κύμα για το Βιετνάμ… Είχαμε πίστη ότι μπορούμε να αλλάξουμε το μέλλον. Μπορείς να το πεις ρομαντικό; Δεν ξέρω, αλλά λέγαμε «δεν μπορεί, μετά από τόσους πολέμους, τόσα θύματα, εμείς με το τραγούδι μας, με την ποίησή μας θέλουμε κάτι να αλλάξει»…

Διονύσης Σαββόπουλος – Μαρία Φαραντούρη το 1963 (ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΡΙΑΣ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ)

—Φτάνουν τότε στην Αθήνα τα ερεθίσματα από τις ΗΠΑ; 

Βεβαίως, είχαμε επαφή με όλα αυτά. Με τα αντιρατσιστικά κινήματα, τους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών κ.ο.κ. Με τα τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν και της Τζόαν Μπαέζ. Αυτά τα τραγούδια τα ακούγαμε πριν έρθει η χούντα. Στα 60s, o κόσμος, οι νέοι, ζούσαμε σ’ ένα σύμπαν ελπίδας ότι θα φέρουμε κάτι καλύτερο. Οραματιζόμασταν μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία. Πες το ουτοπία. Διότι, συγκρίνοντας, τα ίδια δεν ζούμε και σήμερα; Τις ίδιες εικόνες με τα χιλιάδες θύματα δεν βλέπουμε και σήμερα από τους πολέμους, τις συνέπειες των οποίων αντιμετωπίζει όχι μόνο η χώρα μας, αλλά και η Ευρώπη;

Σε σχέση με αυτή την περίοδο που με ρωτάς, και επιμένεις, και καλά κάνεις, θα σου απαντήσω λίγο κυνικά. Αυτό που οραματιζόμασταν δεν επετεύχθη -αυτή η καλύτερη κοινωνία- όταν βλέπεις να γίνονται όλα αυτά γύρω μας. Ενα από τα πολύ ωραία που έλεγε τότε ο Μίκης ήταν ότι πρέπει «να μετατρέψουμε τις βιομηχανίες του πολέμου, σε βιομηχανίες ειρήνης και πολιτισμού». Και διαπιστώνουμε τώρα πόσο δίκιο είχε ο Γκάτσος! Πόσο δίκιο, όταν έλεγε «νικημένο μου ξεφτέρι, δεν αλλάζουν οι καιροί». Πάψαμε να πιστεύουμε ότι θα υπάρξει η ιδανική κοινωνία όταν… «με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί».

—Πολλοί άνθρωποι λένε ότι η Μαρία Φαραντούρη είναι ένα κεφάλαιο εθνικό…

Αυτό που είναι εθνική υπόθεση είναι το τραγούδι μας, οι σημαντικοί δημιουργοί. Εγώ είμαι ερμηνεύτρια. Και είμαι πολύ τυχερή, γιατί βρέθηκα σε αυτή τη συγκυρία την τρομακτική. Το υπηρέτησα όλο αυτό αλλά δεν μπορώ να το κουβαλάω στον ώμο μου. Εκείνο που θα ήθελα είναι στο μέλλον όλα αυτά να επανεμφανιστούν, όπως συνέβη με το ρεμπέτικο τραγούδι. Θέλω ο νέος που σήμερα ακούει ραπ ή τραπ, στα τριάντα του, να καθίσει και να ακούσει το ρεμπέτικο. Εκεί, μπορεί να ακούσει και τον Μάνο και τον Μίκη. Ο Μάνος, ο Μίκης είχανε τη φαντασία, το όνειρο. Και φτιάχνανε τόσο απρόσμενα πράγματα, τόσο ωραίες μελωδίες μαζί με την ποίηση.

—Μια τέτοια άνοιξη καλλιτεχνική και πνευματική, όπως αυτή στο ελληνικό τραγούδι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, στηρίζεται σε κάποια συμφραζόμενα…

Ασφαλώς. Την επόμενη φορά όμως θα είναι άλλες οι συνθήκες. Μπορεί να είναι άλλες ιστορικές συγκυρίες που θα γεννήσουν δημιουργούς εξίσου σημαντικούς, οι οποίοι θα εκφράζουν την εποχή τους. Αυτό εννοώ. Το ίδιο αυτό καθαυτό δεν μπορεί να υπάρξει. Αλλά κάποια πράγματα θα μείνουν γιατί είναι κλασικά, διαχρονικά και των δύο μεγάλων και των μεταγενέστερων, του Σαββόπουλου, του Ξαρχάκου, του Μαρκόπουλου. Αυτά είναι κάποια διαμάντια στην κληρονομιά μας, τα οποία και θα αναζητήσουν κάποιοι ευαίσθητοι νέοι στο μέλλον και θα τα πάρουν. Θα ενώσουν το νήμα.

—Μιας και αναφερθήκατε στους νέους, επιτρέψτε μου μια χρονική παρέκβαση από τα 60s, πριν αναφερθούμε μετά εν εκτάσει στη σημερινή συνεργασία σας με την Πλάτωνος. Μαθαίνω ότι πολλοί νέοι άνθρωποι, έρχονται, σας συναντούν, και σας ζητούν να ακούσετε τα τραγούδια τους.

Δεν τα ακούω απλώς, τα τραγουδάω. Οντως, πολλοί νέοι συνθέτες έρχονται τα τελευταία χρόνια. Η πιο πρόσφατη συνεργασία μου ήταν αυτή με τον Θανάση Βούτσα και το τραγούδι του Σιγή 8:46, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο, σε παραγωγή και ενορχήστωση του Νίκου Ζούδιαρη. Αναφέρεται στο χρονικό διάστημα που ο αφροαμερικανός Τζορτζ Φλόιντ παραμένει ακινητοποιημένος στον λαιμό από τον αστυνομικό Ντέρεκ Σόβιν, ο οποίος του επιφέρει θάνατο από ασφυξία. Το τραγούδι είναι αφιερωμένο στον Τζορτζ Φλόιντ αλλά και στον Ζακ Κωστόπουλο.

«Μάνος και Μίκης»

—Ωραίο τραγούδι. Επιστροφή στην ιστορία μας. Μάνος και Μίκης λοιπόν…

Το 1964 ήμουν 17 ετών και με φώναξε ο Μίκης στο στούντιο για να τραγουδήσω το Τ’ όνειρο καπνός και Το εκκρεμές (σ.σ.: κυκλοφόρησαν σε βινύλιο το 1965 σε στίχους Νίκου Γκάτσου). Ηταν εκεί και ο Χατζιδάκις, και ο Κατράκης. Και λέει ο Κατράκης στον Μάνο: «θέλω να παρουσιάσω θεατρικά τον Καπετάν Μιχάλη (σ.σ.: τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη, που ανέβηκε τελικά το 1966 από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη) και να κάνω περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Και θέλω Μάνο μου να βάλεις στίχους και να μου δώσεις και αυτό το κομμάτι, τη Μουσική για την Εμινέ». Ο Μάνος βρίσκει εκείνη την περίοδο τον Γεράσιμο Σταύρου που του βάζει στίχους και προκύπτει το τραγούδι Κι ήρθες εσύ απ’ το Νοτιά.  Σ.σ.:

Οπως γράφει ο Φώντας Τρούσας στη Lifo, η παράσταση «Καπετάν Μιχάλης» ανεβαίνει το 1966 και την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι. Στο πρόγραμμα σημειώνεται το πρώτο τραγούδι του Χατζιδάκι με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη (ΑΡΧΕΙΟ ΦΩΝΤΑ ΤΡΟΥΣΑ):

Την αγαπούσα πολύ τη μουσική του Μάνου, αλλά ο Μίκης ήταν, ας πούμε, πιο τολμηρός. Εκανε πολλά πράγματα, πολλές συναυλίες και πήγα μοιραία με τον Μίκη. Ο Μάνος έκανε τη Μαγική Πόλη, αλλά συναυλίες δεν έκανε. Εκείνο τον καιρό έγραφε μόνο μουσική για θέατρο. Οπότε, μου φέρνει το τραγούδι και προέκυψε το Κι ήρθες εσύ απ’ το Νοτιά. Εκεί, δηλαδή, που ηχογραφούσα στο στούντιο τα δύο αυτά τραγούδια για τον Μίκη, ηχογράφησα και για τον Μάνο…

—Το 1966 βρεθήκατε στη Σοβιετική Ενωση. Ισχύει ότι σας προτάθηκε η παραμονή σας εκεί για να συνεχίσετε τις σπουδές σας;

Εκεί πήγαμε με τον Μίκη που προηγουμένως είχε λάβει (1957) το βραβείο Σοστακόβιτς από τον ίδιο τον Σοστακόβιτς. Είχε δηλαδή επαφή και πολιτικά και καλλιτεχνικά. Πήγαμε με την λαϊκή ορχήστρα και τον Λάκη Καρνέζη και, μαζί τους, εγώ και ο Καλογιάννης. Τραγουδάμε σε όλα τα μεγάλα θέατρα και έρχεται ο Αραμ Χατσατουριάν και ο Οδυσσέας Δημητριάδης, ο Ελληνας αρχιμουσικός από τη Γεωργία. Και λέει στον Μίκη: «Αυτό το κορίτσι αφήστε το εδώ να σπουδάσει, γιατί θα γίνει σπουδαία μέτζο σοπράνο». Εγώ όμως είχα το γνωστό πρόβλημα και ήξερα ότι αυτό στην όπερα είναι ένα μειονέκτημα μεγάλο. Μόνο κοντσερτάντε θα μπορούσα να κάνω, μόνο συναυλίες. Να παίξω όπερα δεν θα μπορούσα. Αυτοί επιμένανε, ότι θα γίνω πολύ σπουδαία, και με ρώτησε ο Μίκης «θέλεις Μαρία;». «Οχι», απάντησα. Αισθανόμουν τέτοια ασφάλεια με τον Μίκη και τον Μάνο και την Ελλάδα. Ηταν ένα μεγάλο «όχι» που δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Με τον Αραμ Ιλυτς Χατσατουριάν στη Σοβιετική Ενωση το 1966

—Είμαστε στο 1966. Στη συνέχεια, πώς ολοκληρώνεται η μετάβαση από ένα ανήλικο παιδί που αγαπάει τη μουσική, στις μεγάλες σκηνές, στην πολιτικοποίηση και την αντίσταση στη χούντα; 

Τα τραγούδια, η κοινωνική κατάσταση, το όραμα που είχαμε, όλα αυτά σε εμψυχώνουν και σου δίνουν δύναμη. Οταν επιβλήθηκε η δικτατορία είπα «θα σηκωθώ να φύγω στο εξωτερικό». Με την προτροπή του Μίκη βέβαια που, τότε, το 1967, ήταν στην παρανομία. Μου έστειλε ένα σημείωμα: «βγες στο εξωτερικό. Πάρε τον Γιάννη Διδίλη και τον Αντώνη Καλογιάννη, και ένας-ένας θα βγείτε». Και όντως, έτσι κάναμε. Βρήκαμε κάποιον γνωστό στο Παρίσι. Τότε ήταν τρομερό το ενδιαφέρον όλου του κόσμου για τη χώρα της δημοκρατίας που είχε περιέλθει σε χούντα με απαγορεύσεις, εξορίες, φυλακίσεις, δολοφονίες, βασανιστήρια.

—Οι γονείς σας δεν σας είπαν «παιδάκι μου πού πας»;

Οχι. Η εντολή ήταν από τον «γκουρού» –ήταν πατρική φιγούρα ο Μίκης. Ηταν ο Θεός μας τότε. Απαγορεύτηκε η μουσική του και πήγαμε όλοι έξω. Μας υποδέχτηκαν εκεί, αλλά στην αρχή ήταν δύσκολη η προσαρμογή. Δεν είχαμε χρήματα, μας φιλοξενούσαν, αλλά είχαμε επαφές με Ελληνες αριστερούς, σαν τον Πάγκαλο, που ήταν τότε επίκουρος καθηγητής στη Σορβόννη, ή προσωπικότητες όπως ο Ζήσης Θέος. Μας βρήκαν μια γαλλική εταιρεία παραγωγής και ο Μπρουνό Κοκατρίξ, ο οποίος έλεγε «κρατήστε αυτή τη φωνή», μου έδωσε το Olympia και τραγούδησα. Μέσα στην άγνοιά μας, τραγουδούσαμε τώρα ελληνική ποίηση, Σεφέρη, Ελύτη, Αξιον Εστί, Μικρές Κυκλάδες, Γκάτσο. Σημείωσε  ότι το πρώτο τραγούδι που μου είχε δώσει ο Μίκης ήταν του Γκάτσου: το Ματωμένο Φεγγάρι.

Φωτογραφία: Μάρω Κουρή

—Πώς σας αντιμετώπισαν όταν βγήκατε έξω;

Εδειχναν την αλληλεγγύη τους οι άνθρωποι και ειδικά οι νέοι. Συναντήσαμε ξεσπάσματα ενθουσιασμού σε όλο τον κόσμο. Αυτό έδινε και στον Μίκη την έμπνευση να κάνει τα μεγάλα έργα. Ετσι έκανε και το Canto General. Γνώρισε τον Πάμπλο Νερούδα, που ήταν πρεσβευτής στο Παρίσι, και τον πήγε στον Αλιέντε ως εκπρόσωπο της ελληνικής αντίστασης στο εξωτερικό. Και εκεί, στη Χιλή (1972), του έδωσε ο Νερούδα το Canto General και του είπε: «Θέλω να το κάνεις αυτό το έργο και να το αφιερώσεις στους αγωνιστές, τους δημοκράτες Ελληνες». Το παίρνει ο Μίκης, ενθουσιάζεται και τον ξαναβρίσκει μετά στο Παρίσι. Κάναμε πρόβες, ερχόταν ο Μιτεράν. Καταλαβαίνεις τι απίστευτα πράγματα ζήσαμε; Οταν τα βιώνεις δεν προεξοφλείς ότι μπαίνεις στην ιστορία. Κοιτάς απλώς να ανταποκριθείς, να βελτιωθείς, να αντεπεξέλθεις. Αργότερα μόνο συνειδητοποίησα ότι αυτά καταγράφονται ως ιστορία.

—Σε πρακτικό επίπεδο, πώς παίρνατε τις ηχογραφήσεις του Θεοδωράκη από την Ελλάδα;

Τα έφερναν διάφοροι κρυφά. Ο διευθυντής των Sunday Times (σ.σ.: ο σερ Χάρολντ Εβανς) ήταν πάρα πολύ ευαίσθητος και φιλέλληνας, και έστελνε δημοσιογράφους, όπως ο Τζον Μπαρ που βλέπανε τον Μίκη στη Ζάτουνα και, κάποιοι, με μεγάλη δυσκολία έφερναν διάφορες παρτιτούρες ή και κασέτες. Τις έβαζαν στις τσέπες τους, στη φόδρα, δεν ξέρω. Ερχονταν έξω και μας βρίσκανε σε μια περίοδο που υπήρχαν  σπουδαίοι άνθρωποι στο Greek Committee (σ.σ.: την οργάνωση για την απελευθέρωση των κρατουμένων από τη χούντα των συνταγματαρχών). Μέχρι και η Ελένη Βλάχου, που είχε την Καθημερινή, βρέθηκε για ένα μεγάλο διάστημα έξω, από τα πρώτα χρόνια. Mετά, μπήκαμε στα θέατρα, στο Albert Hall, στο Conway Hall, όπου ήταν και ο Μίνως Βολανάκης και σκηνοθετούσε. Έρχονταν οι μεγάλοι ηθοποιοί και απήγγελναν αποσπάσματα από την αρχαία γραμματεία, τον Αριστοφάνη, τις μεγάλες Τραγωδίες, και εμείς τραγουδούσαμε. Η Μελίνα Μερκούρη «κατέβαινε» από την Αμερική και κάναμε αμέτρητες συναυλίες. Και βγήκε το ’72 ο Μίκης και γυρίσαμε όλο τον κόσμο πάλι, μαζί.

—Θα ήθελα να πάμε λίγο σε μια πιο προσωπική διάσταση. Πώς προέκυψε τότε η γνωριμία σας με τον Τηλέμαχο Χυτήρη; 

Το ’67 έφυγα στο εξωτερικό. Το ’68 μας κάλεσε ο Δήμος της Ρώμης και κάναμε συναυλία – το συγκρότημα του Μίκη, χωρίς αυτόν, ο Διδίλης, εγώ και ο Καλογιάννης. Στη Ρώμη ήρθε λοιπόν μια ομάδα φοιτητών και με βρήκε. Ο  Τηλέμαχος ήταν ο γραμματέας του Συλλόγου των Ελλήνων φοιτητών της Φλωρεντίας. «Μπορείς να έρθεις στη Φλωρεντία;» με ρωτάει. «Βεβαίως, καλέστε μας όποτε θέλετε», απαντάω. Και πράγματι, τον Ιούλιο του ’68 μας καλεί στην Φλωρεντία ο Δήμος και ανοίγει για μας το Palazzo Vecchio που στεγάζει το Δημαρχείο και ήταν το Κυβερνείο του Μεσαίωνα. Επί της ουσίας εκεί γνώρισα τον Τηλέμαχο και ο οποίος μετά μας δικτύωσε με άλλους δήμους, στην Πίζα, στο Λιβόρνο, στη Μπολόνια.

Τηλέμαχος Χυτήρης, Μαρία Φαραντούρη: ελεύθερο κάμπινγκ στο ημι-έρημο τότε ιταλικό νησί Παλμάρια το καλοκαίρι του 1968. Στο κασσετόφωνο Ντίλαν – Μπαέζ. Τη φωτογραφία τράβηξε ο φίλος του ζευγαριού, ο αρχιτέκτονας και εικαστικός Στάθης Χρυσικόπουλος (1945-2023)

—Και πότε ήρθατε πιο κοντά; 

Κάναμε παρέα, αλλά εγώ ζούσα στο Παρίσι. Ηταν κι αυτός λίγο επιφυλακτικός, ήμουν κι εγώ. Γιατί και να σου αρέσει κάποιος, δεν σημαίνει… ήμασταν λίγο σαν στρατιώτες, γυρίζαμε όλο τον κόσμο. Ομως αυτό με τον καιρό ωρίμασε, είχαμε αλληλογραφία. Μετά, έφτασε στο Παρίσι όπου κάναμε τις συναυλίες, και έτσι προχώρησε η σχέση μας.

—Πάμε ξανά αν θέλετε στο άλλο θεμέλιο του ελληνικού τραγουδιού: Μάνος Χατζιδάκις. Πώς ήταν η επαφή σας;

Σχεδόν από την αρχή της γνωριμίας μας ήμουν μαζί με το Μάνο. Πάντα τον θαύμαζα και με θαύμαζε. Ηταν φίλοι και με τον Μίκη και πάντα του έλεγε «μπορώ να πάρω τη Μαρία;» σε διάφορες περιπτώσεις. Μια περίπτωση λοιπόν ήταν στο Παρίσι το ’69, στην πρώτη επέτειο του Μάη του ’68. Βρεθήκαμε στο Παρίσι, καθώς αυτός είχε έρθει από την Αμερική. Εκεί λοιπόν, στο σπίτι ενός φίλου μας κοινού, πιανίστα, μου είπε ότι «θέλω να τραγουδήσεις την Μελισσάνθη». Τότε ήταν δύσκολα τα πράγματα, ο Μίκης φυλακή, Ζάτουνα, Αβέρωφ. «Ξέρω ότι είναι δύσκολο να έρθεις. Θα το κάνουμε όταν επιστρέψεις, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Την έχω για τη φωνή σου τη Μελισσάνθη». Η Μελισσάνθη είναι ένα εκπληκτικό έργο που μιλάει για την Ελλάδα, για τα ερείπια μετά τον πόλεμο. Μπορεί να είναι η Ελλάδα, μπορεί να είναι η μητέρα, η ερωμένη, η φίλη.

Η Μελισσάνθη μιλάει για την Κατοχή, είναι αυτοβιογραφικό έργο, ο Μάνος αναφέρεται σε προσωπικές του εικόνες της αντίστασης της εποχής. Και επειδή έχει και πολιτικό νόημα, εκτός από απέραντο λυρισμό, θεώρησε ότι έπρεπε να το τραγουδήσω εγώ (σ.σ.: ο δίσκος Η Εποχή της Μελισσάνθης κυκλοφόρησε τελικά το 1980 με τον υπότιτλο Μια μουσική ιστορία με την Μαρία Φαραντούρη).

—Μετά τη χούντα; 

Οταν επιστρέψαμε το ’74 στην Ελλάδα, μας καλεί ο Μάνος εμένα, τον Σαββόπουλο και τη Μελίνα Μερκούρη για να ηχογραφήσουμε Τα Παράλογα. Μας είπε: «Ελάτε να τραγουδήσουμε την αθάνατη Ελλάδα που παραλογίζεται, που όμως δεν παύει να ονειρεύεται». Εκεί μου έδωσε τον εμβληματικό Εφιάλτη της Περσεφόνης, που αντέχει μέσα στον χρόνο και έχει γίνει σύμβολο για την οικολογία. Μετά μου έδωσε τη Σκοτεινή Μητέρα (1986) σε ποίηση Γκάτσου. Η μητέρα γη, σκοτεινή, η μάνα από την οποία όλοι πάμε να αποκολληθούμε κάποια στιγμή, αλλά μοιραία γυρίζουμε πάλι πίσω. Εχει κι αυτό το συμβολισμό του και σαφή πολιτική διάσταση. Οι στίχοι του Γκάτσου είχαν τόση ευαισθησία…

Μάνος Χατζιδάκις, Μαρία Φαραντούρη το 1980 (ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΡΙΑΣ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ)

Ο Μάνος, μετά από τη μούσα του την πρώτη, τη Νάνα Μούσχουρη και τη δεύτερη, τη Φλέρυ Νταντωνάκη, ήθελε κι εγώ να τραγουδήσω έργα του. Ονειρευόταν να κάνουμε την Αμοργό (σ.σ.: το σημαντικό ποιητικό έργο του Νίκου Γκάτσου) για συμφωνική ορχήστρα αλλά δεν το πρόλαβε.  Το ξεκίνησε αλλά το ολοκλήρωσε ο Νίκος Κυπουργός, όπου τραγούδησα εγώ, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος και ο Δώρος Δημοσθένους (σ.σ.: κυκλοφόρησε σε CD το 2005).

—Εχοντας συνεργαστεί στενά και με τον Μίκη Θεοδωράκη και με τον Μάνο Χατζιδάκι, πώς θα προσδιορίζατε τη μεταξύ τους σχέση;

Ηταν φίλοι. Μην ακούς που το σύστημα ήθελε να έχουν μια αντιπαλότητα. Μαζί ξεκίνησαν. Νέοι 20 χρονών πήγαιναν μαζί στο ωδείο, έτρωγαν μαζί στο σπίτι του Μίκη στη Νέα Σμύρνη και το απόγευμα πήγαιναν στο σπίτι του Μάνου, άκουγαν δίσκους και φτιάχνανε τα πρώτα τους κλασικά έργα, σουίτες. Αγαπημένοι φίλοι. Ο Μάνος έκρυβε τον Μίκη στις δύσκολες στιγμές. Τον βοηθούσε για να επιβιώσει. Με τη βοήθεια του Μάνου ο Μίκης έπαιζε κρουστά στην Εθνική Λυρική Σκηνή, κρυφά, καθόταν πίσω για να μην τον παίρνουν χαμπάρι, για να παίρνει έναν μισθό. Επίσης, ήταν μαζί στην ΕΠΟΝ (σ.σ.: Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση νέων εναντίον της γερμανικής κατοχής). Και μπορεί να διαφώνησαν ιδεολογικά αλλά συζητούσαν μεταξύ τους και εν τέλει αναγνώρισε ο Μίκης στον Μάνο ότι μιλούσε ως υπέρμαχος της ελευθερίας των ιδεών.

Ο Μίκης πίστευε στην ελευθερία την αγωνιστική, στην οποία ήταν ταγμένος άλλωστε από νέο παιδί στους δρόμους, και αυτή η αγωνιστικότητα του έδινε και την έμπνευση να κάνει τα έργα του. Αυτό το καταλάβαινε ο Μάνος, αλλά ήταν στο σπίτι κάθε απόγευμα και συζητούσαν. Και τον δικαίωσε ο Μίκης τον Μάνο σε πολλά πράγματα. Βεβαίως, όταν μπαίνεις στο σύστημα, το σύστημα θέλει οπωσδήποτε να υπάρχει διπολισμός τύπου Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός. Αλλά πάντα ήταν δεμένοι και αγαπημένοι. Και όταν πέθανε ο Μάνος το 1994 και τον πήγανε στο νεκροτομείο, ζήτησε και έμεινε μόνος του εκεί ο Μίκης για ώρες.

—Αυτό είναι κάτι που δεν το γνωρίζει πολύς κόσμος.

Μόνος. Και αργότερα, το απόγευμα, πήγαμε η Νάνα Μούσχουρη κι εγώ. Υπήρχε μεταξύ τους αλληλεγγύη, ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Και όταν περνούσε προσωπικές απογοητεύσεις και δύσκολες στιγμές ο Μίκης, ο Μάνος αναλάμβανε και του έλεγε «Πήγαινε στο Παρίσι, Μίκη μου, εγώ θα διευθύνω τον Διόνυσο και τη Φαίδρα». Και έκανε ο Μάνος ενορχηστρώσεις στα έργα του Μίκη και τα διηύθυνε αυτός.

—Θέλω να μείνουμε λίγο στη Μεταπολίτευση. Πώς βιώσατε τις συναυλίες με τον Θεοδωράκη μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, με αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα;

Ηταν ένα ξέσπασμα, ένας ενθουσιασμός, μια μέθεξη με τους νέους που τραγουδούσαν όλοι μαζί. Έπεφτε η χούντα, άνοιγε ο ουρανός και η ελευθερία. Και μέσα εκεί ήμασταν κι εμείς, υπηρέτες αυτού του σκοπού. Ο Μίκης απογειωνόταν. Όταν επιστρέψαμε, ναι, ήταν η δικαίωση. Μετά από όλη αυτή την περιπέτεια των επτά χρόνων στο εξωτερικό, ερχόσουν κι έβλεπες πια τη νέα γενιά που ξεχείλιζε. Κι ύστερα βγήκαν οι νέοι συνθέτες με το πολιτικό τραγούδι, όπως ο Θάνος Μικρούτσικος που μου έκανε μεγάλη αίσθηση γιατί πήρε ποιητές άκρως πολιτικούς, ιδίως Γερμανούς. Κι εμείς είχαμε τραγούδια βγαλμένα από την ποίηση –η φαντασία, η μαγεία έβγαινε μέσα από ποίηση. Δεν ήταν όλα αγκιτατόρικα και, όσα ήταν, βγήκαν σε μια μικρή περίοδο, το Είμαστε δυο, η Ρωμιοσύνη, το Πάλης ξεκίνημα, τα Τραγούδια του αγώνα. Ολα τα άλλα ήταν απλώς μεγάλη ποίηση.

Μίκης Θεοδωράκης και Μαρία Φαραντούρη εισέρχονται στο Στάδιο Καραϊσκάκη για την ιστορική συναυλία μετά την πτώση της χούντας, τον Οκτώβριο του 1974 (YouTube/ Pieter Hendriks)

—Γιατί κάποιοι λένε ότι ήταν εμβατηριακό το κλίμα…

Οχι, δεν ήταν εμβατήρια. Στο Πνευματικό Εμβατήριο δεν ακούς κανένα εμβατήριο. Είναι μια σουίτα καταπληκτική. Είναι λυρικότατα έργα, που βγήκαν μέσα από την ποίηση. Ηταν για την Κατοχή που το έγραψε ο Σικελιανός και μετά ο Μίκης το επαναλειτούργησε στην καινούργια εποχή (σ.σ.: ο Μίκης Θεοδωράκης συνθέτει το Πνευματικό Εμβατήριο τον χειμώνα του ’69, στην ορεινή Ζάτουνα της Αρκαδίας, εξόριστος από το δικτατορικό καθεστώς).

—Το 1982 συναντηθήκατε με τον Λιβανελί και πιστεύω ότι βοηθήσατε στην κατανόηση ανάμεσα σε Ελληνες και Τούρκους. Πώς προέκυψε όλο αυτό; 

Ηταν μια καταπληκτική συνάντηση. Με ήξερε ο Λιβανελί, ο οποίος διωκόταν πολιτικά  στην Τουρκία και έφυγε. Ζούσε εξόριστος στη Σουηδία. Εκεί με άκουσε και μου ζήτησε να συνεργαστούμε. Τον κάλεσα στην Αθήνα, ήρθε, συνεργαστήκαμε στις αρχές του ’80, κάναμε συναυλίες, πριν τον δίσκο. Από τότε ήταν περίεργη η εποχή, δεν λέγαμε «ο Τούρκος» λέγαμε «ο Λιβανελί» και κάποιοι νόμιζαν ότι είναι Ιταλός. Οταν τραγουδούσαμε καταλάβαιναν ότι είναι Τούρκος και πολλοί αντιδρούσαν. Αλλά όσοι έρχονταν στη συναυλία ήταν υπέρμαχοι της ιδέας της συνεργασίας. Γυρίσαμε όλο τον κόσμο και με τον Λιβανελί, κάναμε συναυλίες και στην Αμερική και στην Ευρώπη.

—Στην πορεία σας έχετε συνεργαστεί με σημαντικούς συνθέτες της μουσικής πρωτοπορίας, όπως η Λένα Πλάτωνος και ο Μιχάλης Γρηγορίου. Ποιο είναι το μυστικό της ανανέωσης, που σας επιτρέπει να είστε ταυτοχρόνως κλασική –σε εισαγωγικά– και αβαν-γκάρντ;

Εγώ δεν αισθάνομαι ότι είμαι αβαν-γκάρντ, γιατί είμαι ερμηνεύτρια. Με τον αξέχαστο Μχάλη Γρηγορίου συνεργαστήκαμε, όπως γνωρίζεις, στους δίσκους Η αγάπη είναι ο φόβος, με ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο Μπλε, που περιλαμβάνει μελοποιημένα ποιήματα της Ρηνιώς Παπανικόλα και στην Κόκκινη κλωστή, σε στίχους Κώστα Καρτελιά.

Οσον αφορά τη Λένα είναι πρωτοποριακή και κάνει σπουδαία πράγματα, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικούς ήχους. Ωστόσο, να μην μας διαφεύγει ο πηγαίος λυρισμός της. Τα τραγούδια της είναι πρωτίστως ωραίες μελωδίες. Μελωδίες που γεννιούνται από τη σχέση της με την κλασική μουσική –γιατί είναι σπουδαία κλασική συνθέτρια και πιανίστρια–, με το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή τέχνη.

Μαρία Φαραντούρη – Λένα Πλάτωνος ενόψει της συναυλίας τους στο Ηρώδειο στις 19 Ιουνίου. Το κοινό θα ακούσει τη σύνθεση «Μοίρες», το νέο έργο της Λένας Πλάτωνος σε ποίηση του Θάνου Τσακνάκη (Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου)

—Τι να περιμένουμε στο Ηρώδειο σε λίγες μέρες; 

Στο έργο που θα παρουσιάζουμε η Λένα έχει χρησιμοποιήσει, εκτός των άλλων, αρχαίες ελληνικές κλίμακες. Αρα, τραγουδάω μελωδίες στις οποίες  χρησιμοποιούνται τόσο φυσικά όργανα όσο και ηλεκτρονικός ήχος. Δεν κάνουμε ηλεκτρονική μουσική με την έννοια της τέκνο ή της ραπ. Της αρέσει της Λένας ο ηλεκτρονικός ήχος, αλλά η βασική της δουλειά είναι η μελωδία. Και στο παρελθόν συνεργαστήκαμε με την Τρίτη Πόρτα, με τραγούδια της τόσο όμορφα, κλασικά και μελωδικά, και τώρα κάνουμε τα Σιωπηλών Σπαράγματα και τις Μοίρες.

—Πώς προέκυψε αυτό το νέο έργο; 

Γνώρισα τον φιλόλογο και ποιητή Θάνο Τσακνάκη, που είναι καθηγητής στο 8ο Γυμνάσιο (σ.σ.: στο ιστορικό αυτό σχολείο του Αγ. Νικολάου Αχαρνών φοίτησε και η Μ. Φαραντούρη) και μου έφερε τα ποιήματα αυτά που απέδωσε ο ίδιος στα νέα ελληνικά. Πρόκειται για σωζόμενα ποιήματα αρχαίων ποιητριών που ήταν στην αφάνεια, στην απόλυτη σιωπή. Συγκινήθηκα πραγματικά. Και σκεφτήκαμε μαζί με τον Θάνο να τα δώσουμε στη Λένα Πλάτωνος. Εκείνη ενθουσιάστηκε και έτσι, εν μέσω της καραντίνας, φτιάξαμε αυτό το έργο, το οποίο τραγουδήσαμε για πρώτη φορά στο Μουσείο της Ακρόπολης τον Μάρτιο του 2022. Και μετά στην Ελευσίνα, στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα, σε επιμέλεια του Μιχαήλ Μαρμαρινού.

—Μιλήστε μας γι’ αυτές τις ποιήτριες.

Η καθεμιά εκφράζει τον κόσμο της. Αλλη μιλάει για τον έρωτα –συγκλονιστική η Νοσσίς, όταν γράφει «γλυκύτερο από τον έρωτα δεν έχει». Ολα έρχονται δεύτερα μπροστά στον έρωτα. Αλλη μιλάει για την ισότητα –η Τελέσιλλα του Άργους μας λέει χιλιετίες πριν ότι η γυναίκα πρέπει να έχει το μισό της γης, του ουρανού και της θάλασσας.  Και βάζει τη μητέρα του Δία, να το λέει στον γιο της: «θα ’ρθω στον Ολυμπο μόνο αν μου δώσεις το μισό της γης, το μισό του ουρανού…». Άλλες μιλάνε για τη σχέση τους με τα ζώα, άλλες για την καθημερινή τους ζωή. Υπάρχει η Μοιρώ από την Κρήτη, που λέει για τον Δία που ανατράφηκε στο Ιδαίον Άνδρον, η Πράξιλλα, η Κόριννα που γράφει για τα γλέντια που έκαναν στη Θήβα, τα συμποσιακά. Είναι γυναίκες που δόξασε η αρχαιότητα αλλά τις αδίκησε, θάβοντάς τες, η μετέπειτα Ιστορία.

Η Μαρία Φαραντούρη με τον φιλόλογο και ποιητή Θάνο Τσακνάκη, ο οποίος μετέφρασε και ανθολόγησε τα έργα ποιητριών του αρχαίου κόσμου που θα παρουσιαστούν σε πρωτότυπη μουσική της Λένας Πλάτωνος με τη φωνή της μεγάλης ερμηνεύτριας (Φωτογραφία: Μάρω Κουρή)

Πώς έχετε δομήσει την παράσταση;

Η Λένα αφηγείται  την ιστορία της κάθε ποιήτριας, μέσα από πρωτότυπες λυρικές πρόζες του Θάνου, πάνω σε ήχους πολύ πρωτοποριακούς. Ενδιάμεσα, εγώ τραγουδώ τους στίχους των ποιητριών, που αποδόθηκαν από τον ίδιο σε νέα ελληνικά και έγιναν τραγούδια. Οσο για τις Μοίρες και το υπόλοιπο Πρόγραμμα, αφήνω να σας εκπλήξει εκείνη τη βραδιά. Ολα τα λόγια θα προβάλλονται από προτζέκτορα στα ελληνικά και στα αγγλικά. Υπάρχει πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, βιολοντσέλο, δύο πνευστά, και λύρα.

Μη νομίζει ο κόσμος ότι είναι δύσκολο έργο -είναι πολύ όμορφο και μελωδικό. Γιατί και η Λένα Πλάτωνος είναι υπέροχη, με πηγαίο λυρισμό και μεγάλη πνευματικότητα. Αυτά όλα συνδέονται και φτιάχνουν την προσωπικότητά της που είναι μοναδική και γι’ αυτό είναι μοναδικό και το έργο της. Εχει έναν δικό της τρόπο, ένα δικό της ατόφιο ιδίωμα.  Αυτό που θα ακουστεί στο Ηρώδειο, είναι μια κορύφωση του ταλέντου της Λένας.  Μια δημιουργία ιλιγγιώδους εμπνεύσεως.

  «Το χειρότερο είναι οι Ακροδεξιοί»

—Κλείνοντας αυτή τη μαραθώνια συζήτηση, θα ήθελα να μου πείτε πώς βλέπετε τη σημερινή κατάσταση στη γειτονιά μας και στη χώρα μας; 

Θα απαντήσω πιο φιλοσοφικά γιατί δεν θέλω να εμπλακώ σε πολιτικάντικη συζήτηση. Τώρα τι βιώνουμε; Βιώνουμε τη διαχείριση της καθημερινότητας. Δεν υπάρχουν οράματα, δεν υπάρχουν ιδεολογίες παγκοσμίως. Είναι η τεχνολογία που επικρατεί σε όλες τις μορφές της, και στις πιο σύγχρονες πια με το ΑΙ. Μιλάμε για μια άλλη εποχή, στεγνή, την οποία φοβάμαι πάρα πολύ. Και πολιτικά όλο αυτό έχει ασφαλώς την επίδρασή του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Σίγουρα πολλά έχουν κατακτηθεί σε άλλες δημοκρατίες, όμως υπάρχουν και χώρες σαν την δικιά μας που είναι αρκετά πίσω. Πιστεύω ότι όλοι προσπαθούν, μέσα από δυσκολίες και λάθη. Αλλά κράτος που να λειτουργούν απόλυτα οι θεσμοί δεν είμαστε. Ισως με τα χρόνια, να φτάσουμε τουλάχιστον κάποιες χώρες προχωρημένες στην Ευρώπη σε αυτά τα θέματα των θεσμών.

Τηλέμαχος Χυτήρης, Μαρία Φαραντούρη, τέλη Μαΐου του 2026 στο σπίτι τους στην Αθήνα (Φωτογραφία: Μάρω Κουρή)

Τώρα, με τους πολέμους, τα προβλήματα πληθύνονται. Εμείς πιστεύαμε στην ειρήνη και ζήσαμε τον περισσότερο χρόνο της ζωής μας σε ένα πλαίσιο ειρήνης. Το χειρότερο είναι οι Ακροδεξιοί που ξεφυτρώνουν σε όλη την Ευρώπη. Ξεφυτρώνουν από την καθημερινότητα, όχι μόνο από τους πολέμους αλλά και από τις κοινωνικές ανισότητες και την ακρίβεια. Και σηκώνει κεφάλι τώρα η ακροδεξιά στο εξωτερικό. Εύχομαι εδώ να φρενάρει λίγο. Γι΄ αυτό άλλωστε τραγουδάμε, γιατί δεν θέλουμε να χάσουμε την ελπίδα.


INFO: Η μία και μοναδική παράσταση του έργου «Μοίρες» σε μουσική και αφήγηση της Λένας Πλάτωνος και με την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη, θα πραγματοποιηθεί στις 19 Ιουνίου στο  Ηρώδειο. Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει