Πόσο (μας) κοστίζουν τελικά τα τουριστικά ρεκόρ;
Οι πρώτες ενδείξεις είναι εδώ και δεν αποκλείουν ένα ακόμη ρεκόρ εσόδων και αφίξεων ξένων επισκεπτών. Υπάρχει ωστόσο και η άλλη όψη της τουριστικής μας βιομηχανίας που απλώνεται σε διάφορους τομείς και μας αφορά όλους: το κόστος των εισαγωγών, το αδιέξοδο του Στεγαστικού, ο πληθωρισμός και οι υποδομές για τέσσερις μήνες τον χρόνο | Ζώης Τσώλης
Κατά κοινή ομολογία ένα από τα πιο επιτυχημένα σλόγκαν για την προβολή της τουριστικής Ελλάδας στο εξωτερικό έρχεται από το παρελθόν. Το 2004 το διάσημο σλόγκαν «Ζήσε τον μύθο σου στην Ελλάδα» (Live your myth in Greece) αναδείχθηκε μία από τις πιο διαχρονικές και επιτυχημένες τουριστικές καμπάνιες του ΕΟΤ.
Εκείνη τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων, ίσως την καλύτερη στιγμή της Αθήνας και της χώρας, ήρθαν στην Ελλάδα 13,2 εκατομμύρια ξένοι τουρίστες και τα έσοδα ανήλθαν σε 7,5 δισ. ευρώ.
Εκτοτε, πέρασαν δυο δεκαετίες και το σλόγκαν που «έτρεξε» σε 28 χώρες και διαφήμιζε την σύγχρονη Ελλάδα και όλα όσα μπορεί να προσφέρει, άρχισε να ταιριάζει – αντίστροφα- και σε κάποιους Ελληνες. Πολλοί, άρχισαν «να ζουν τον μύθο τους» που δεν ήταν άλλος από το να γίνουν πλούσιοι μέσω της τουριστικής ανάπτυξης.
Ετσι προωθήθηκαν πολιτικές, έγιναν καμπάνιες, δόθηκαν δισεκατομμύρια από τα ΕΣΠΑ για να χτιστούν τουριστικά καταλύματα και χρόνο με το χρόνο φτάσαμε στα αλλεπάλληλα ρεκόρ αφίξεων ξένων τουριστών και εσόδων.
Η εξέλιξη που οδήγησε σε ένα φαινόμενο υπερτουρισμού για τα νησιά και το κέντρο της Αθήνας, συνεπάγεται όμως μεγάλο κόστος για τις τοπικές κοινωνίες και τον Ελληνα που βλέπει ότι πρέπει να πριμοδοτεί και να πληρώνει ακριβότερα τα πάντα στην καθημερινή του ζωή για τις… διακοπές των ξένων.
Η καμπή του 2023
Για το φαινόμενο του υπερτουρισμού, που απασχολεί πολλές ευρωπαϊκές χώρες και πόλεις όπως τη Βαρκελώνη, τη Φλωρεντία, το Παρίσι, τη Βενετία το έτος καμπής ήταν το 2023. Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα.
Τα τουριστικά έσοδα ξεπέρασαν για πρώτη χρονιά τα 20 δισ. ευρώ (ανήλθαν σε 20,5 δισ. ευρώ σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας) σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση 15,7% σε σύγκριση με το 2022 που ήταν η πρώτη καλή χρονιά μετά το τέλος της πανδημίας.
Τη χώρα μας επισκέφθηκαν περισσότεροι από 32,7 εκατομμύρια τουρίστες και το ταξιδιωτικό ισοζύγιο εμφάνισε πλεόνασμα 18 δισ. ευρώ. Στη συνέχεια το 2025 τα έσοδα από τον τουρισμό το 2025 ανήλθαν στα 23,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 9,4% σε σύγκριση με το 2024. Η εντυπωσιακή αυτή επίδοση οφείλεται στο γεγονός ότι η χώρα υποδέχθηκε σχεδόν 38 εκατομμύρια επισκέπτες.
Η αυξητική αυτή τάση συνεχίζεται παρά τους πολέμους και το αυξημένο μεταφορικό κόστος. Οι πρώτες ενδείξεις για φέτος δεν αποκλείουν ένα ακόμη ρεκόρ εσόδων και αφίξεων ξένων επισκεπτών. Υπάρχει ωστόσο και η άλλη όψη της τουριστικής μας βιομηχανίας που απλώνεται σε διάφορους τομείς και μας αφορά όλους μας: Το κόστος των εισαγωγών, το αδιέξοδο του Στεγαστικού, ο πληθωρισμός και οι δαπάνες για υποδομές που χρειάζονται και λειτουργούν (ειδικά στα νησιά) μόνο τέσσερις μήνες τον χρόνο.
Ολα αυτά τα σημειώνουν στις εκθέσεις του οι τράπεζες και οι διεθνείς οργανισμοί που μελετούν το φαινόμενο της τουριστικής βιομηχανίας που δυστυχώς στη χώρα μας τείνει να εξελιχθεί σε «μονοκαλλιέργεια» καθώς στο ξέφρενο αυτό ρυθμό δεν ακολουθούν ούτε η αγροτική παραγωγή, ούτε η βιομηχανία.
Οι ανάγκες των τουριστών από το φαγητό, μέχρι τις μετακινήσεις και τον εξοπλισμό των ξενοδοχείων καλύπτονται με εισαγωγές, κατά κύριο λόγο από ευρωπαϊκές χώρες και την Κίνα.
Η αύξηση των αριθμού των τουριστών συνεπάγεται αύξηση στην κατανάλωση τροφίμων (σ.σ. Ιούλιο και Αύγουστο εισάγουμε ακόμη και ντομάτες), καυσίμων, ηλεκτρισμού, ακόμη και των σουβενίρ που παράγονται στην Κίνα ή άλλες τρίτες χώρες.
Τι λένε οι μελέτες
Η Εθνική Τράπεζα, σε μια τεκμηριωμένη μακροοικονομική μελέτη της επισημαίνει τις επιπτώσεις του φαινομένου του υπερτουρισμού στην Ελλάδα, υπογραμμίζοντας τα εξής:
Εκτός του γεγονότος ότι τα νησιά μας κινδυνεύουν να χάσουν το χρώμα τους και σημαντικό μέρος της ελκυστικότητας που τα έχει αναδείξει σε παγκόσμιους τουριστικούς προορισμούς, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ανεπάρκεια των υποδομών που διαθέτουν για να υποδεχθούν τεράστιους αριθμούς τουριστών.
Δέκα νησιά χωρίς νερό
Το μείζον πρόβλημα βέβαια είναι η έλλειψη νερού τους καλοκαιρινούς μήνες.
Στον φετινό κατάλογο των νησιών που έχουν κηρυχθεί σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» λόγω λειψυδρίας περιλαμβάνονται η Τήνος, η Αλόννησος, η Αστυπάλαια, το Μεγανήσι, η Κάρπαθος, η Πάτμος, η Λέρος, η Σύμη, ο Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων ακόμη και ο Πόρος.
Βέβαια το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αναγκών σε νερό είναι η Μύκονος. Στο νησί των ανέμων, με μόλις 10.700 μόνιμους κατοίκους, η ημερήσια κατανάλωση εκτοξεύεται από 1.600–2.000 κυβικά μέτρα το χειμώνα σε 10.000–18.000 κυβικά το καλοκαίρι, δηλαδή έως και 9 φορές αύξηση. Αντίστοιχα, η Σαντορίνη εμφανίζει αύξηση πάνω από 500%, η Πάρος και η Κάρπαθος 344% και η Νάξος 238%,
Ποιος πληρώνει τις υποδομές
Για να ανταποκριθούν οι νησιωτικές οικονομίες στις ανάγκες της αυξημένης τουριστικής κίνησης, σημειώνει η μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, θα πρέπει στις σημερινές ετήσιες επενδύσεις των περίπου δύο δισ. ευρώ που αφορούν κυρίως έργα μεταφορών και βασικές υποδομές, όπως ενέργεια και ύδρευση, να προστεθούν επιπλέον ένα δισ. περίπου για την κάλυψη της εποχικής αύξησης του πληθυσμού και άλλα 500 εκατ. για την αντιμετώπιση της πρόσθετης επιβάρυνσης των νησιών.
Συνολικά, η απαιτούμενη επενδυτική δαπάνη υπολογίζεται σε 3,5 δισ. ετησίως ή 35 δισ. έως το 2035 για να συντηρηθούν, να βελτιωθούν και να αναπτυχθούν οι νέες αναγκαίες υποδοµές, από την ύδρευση και το οδικό δίκτυο μέχρι τα λιμάνια και τα αεροδρόμια.
Το ερώτημα είναι, ποιος θα τα πληρώσει;
15 ευρώ η χωριάτικη σαλάτα
Το δεύτερο φαινόμενο είναι η έξαρση του πληθωρισμού τους καλοκαιρινούς μήνες καθώς τροφοδοτείται από την αυξημένη τουριστική ζήτηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την τιμή στο σουβλάκι η οποία στα νησιά ανέβηκε (κατά μέσο όρο) στα 5 ευρώ και τη χωριάτικη σαλάτα που εφέτος (κατά μέσο όρο) ξεπέρασε τα 15 ευρώ.
Στη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων, καθοριστική σημασία έχει η επιμονή του πληθωρισμού των υπηρεσιών, με τη συνεισφορά του να αντιπροσωπεύει το 80% της ανόδου. Κι αυτό λόγω της υπερβάλλουσας τουριστικής ζήτησης.
Στεγαστική κρίση: Τα ρεκόρ της Αθήνας
Η τρίτη προειδοποίηση ήρθε από την Τράπεζα της Ελλάδος σε μια ξεχωριστή μελέτη που αναλύει το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα και σημειώνει την «τεχνητή έλλειψη» κατοικιών για τα νοικοκυριά και τους νέους.
Στη στεγαστική κρίση που περνά η χώρα, η μετατροπή 250.000 κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα και κυρίως η επενδυτική εκμετάλλευση των κατοικιών, είτε μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων (Airbnb κλπ) είτε μέσω ξένων επενδυτικών σχημάτων και ξένων κεφαλαιούχων, οι οποίοι μάλιστα απέκτησαν τα ακίνητα κάνοντας χρήση των προνομίων της Golden Visa, επιδεινώνει το πρόβλημα έλλειψης στέγης.
Ερευνα της Deutsche Bank στο πλαίσιο της τελευταίας έκθεσής της «Mapping the World’s Prices» σε 50 πρωτεύουσες του κόσμου σημειώνει τα εξής:
Στα ενοίκια, η Αθήνα καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση παγκοσμίως ανάμεσα στις πόλεις με πάνω από 144% από το 2016. Η αγορά κατοικίας στο κέντρο έχει αυξηθεί κατά 150% σε μία δεκαετία.
Και στα καύσιμα; Ενα λίτρο βενζίνης στην Αθήνα είναι 209% ακριβότερο από όσο πωλείται στη Νέα Υόρκη!
Ολα αυτά ηχούν ένα «καμπανάκι» για τις τοπικές κοινωνίες, την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα: «Ηρθε η ώρα να αποφασίσει και η Ελλάδα πού θα φτάσει ο τουρισμός και πώς θα ζήσουμε στα νησιά και στις πόλεις μας».
Ακούει κανείς;