Οι «βάρβαροι» της Marfin
Η ανακοίνωση ότι ίσως βρέθηκαν οι δολοφόνοι προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων. Από κοροϊδίες για τη χρονική στιγμή έως δυσπιστία ή και ανοιχτή άρνηση και θυμό. Φωνάζεις, δηλαδή, επί χρόνια ότι είναι άχρηστοι που δεν τους βρίσκουν και μόλις σου λένε «τους βρήκαμε», θυμώνεις. Και φωνάζεις ότι λένε ψέματα, διότι δεν είναι αυτοί οι δράστες. Πού το ξέρεις; | Μαρία Δεδούση
Εάν αποδειχθεί ότι οι άνθρωποι που ταυτοποιήθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία για το έγκλημα στη Marfin είναι όντως οι δράστες, ο Καβάφης θα δικαιωθεί πλήρως: «Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις».
Δεκαέξι χρόνια μετά από τον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Τράπεζας Marfin, στις 5 Μαΐου 2010, η Ελληνική Αστυνομία (έτσι θα τη λέμε, για να μην υπάρχουν μπερδέματα με νεόκοπα πολιτικά κόμματα) ανακοίνωσε ότι έγιναν δύο συλλήψεις και καταζητείται ακόμη ένα άτομο. Η πλευρά των Αρχών υποστηρίζει ότι έχει γίνει ταυτοποίηση, μετά από ένα ανώνυμο email και την επεξεργασία, με σύγχρονα μέσα, στοιχείων που βρέθηκαν στην κατοχή των συλληφθέντων.
Αυτό θα έπρεπε να μας χαροποιεί, έτσι δεν είναι; Στον εμπρησμό έχασαν τη ζωή τους τρεις υπάλληλοι, η μία έγκυος, και το συμβάν στοίχειωσε την ελληνική κοινωνία. Η υπόθεση της Marfin έγινε συνώνυμο του τρόμου, αλλά και της αδυναμίας των αρχών να πιάσουν τους δολοφόνους.
Αυτό, με τη σειρά του, αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη σεναρίων: Ηταν προβοκάτσια, οι άνθρωποι που έβαλαν τη φωτιά ήταν ασφαλίτες, δεν θα τους πιάσουν ποτέ επειδή είναι «δικοί τους», κ.λπ.
Παράλληλα, η Marfin εργαλειοποιήθηκε όσο λίγες τραγωδίες υπέρ και ενός άλλου αφηγήματος: Κάθε φορά που στη χώρα συνέβαινε οτιδήποτε άσχημο, η απόκριση στις αντιδράσεις ήταν «ναι, αλλά για τη Marfin δεν λέτε τίποτε».
Υπάρχουν πολλά ανεξιχνίαστα εγκλήματα, αλλά εκείνο της Marfin πήρε σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Σε ένα εντελώς υποθετικό πεδίο, εξελίχθηκε σε διαρκή πόλεμο ανάμεσα στον αντιεξουσιαστικό χώρο –και κατ’ επέκταση τμήματα της Αριστεράς– από τη μία, και τις Αρχές –και κατ΄επέκταση τμήματα της Δεξιάς– από την άλλη. Το βασικό διακύβευμα ήταν ότι οι δολοφόνοι ή θα ανήκαν στη μια πλευρά, ή στην άλλη.
Στο μεταξύ, τρεις νεκροί περίμεναν δικαίωση και το βασικό διακύβευμα θα έπρεπε να είναι αυτό. Θεωρητικά όλοι ήθελαν την εξιχνίαση. Αρκεί η εξιχνίαση να μην οδηγούσε σε «λάθος» γι’ αυτούς αποτελέσματα.
Τώρα η Αστυνομία λέει ότι τους έχει. Το έχει πει και στο παρελθόν βέβαια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα κάνει πάντα λάθος. Οι αποτυχίες δεν μπορεί να οδηγούν στον μηδενισμό. Ούτε η «δυσπιστία στη Δικαιοσύνη» να οδηγεί σε πλήρη και de facto κατάργησή της.
Το δάχτυλο δείχνει τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Κάτι όχι ιδιαίτερα παράξενο, καθώς μέρος του ασπάζεται πλήρως τη βία (ακόμη και την τυφλή) ως τρόπο επίλυσης των θεμάτων. Αυτό φαίνεται και από την άλλη υπόθεση των ημερών, εκείνη της δολοφονίας της Βάγιας Νέστορα.
Η ανακοίνωση ότι ίσως βρέθηκαν οι δολοφόνοι προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων. Από κοροϊδίες για τη χρονική στιγμή έως δυσπιστία ή και ανοιχτή άρνηση και θυμό. Φωνάζεις, δηλαδή, επί χρόνια ότι είναι άχρηστοι που δεν τους βρίσκουν και μόλις σου λένε «τους βρήκαμε», θυμώνεις. Και φωνάζεις ότι λένε ψέματα και πρέπει να αφήσουν ήσυχους αυτούς τους ανθρώπους, διότι δεν είναι οι δράστες.
Πού το ξέρεις; Πραγματικά, όμως, πώς είσαι τόσο βέβαιος; Επειδή είναι ιδεολογικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης που αντιπαθείς, σημαίνει ότι είναι αθώοι, άγγελοι και θύματα παγίδευσης; Επειδή οι αντιεξουσιαστές «δεν σκοτώνουν»; Σκοτώνουν. Ολοι οι φανατικοί σκοτώνουν, ένθεν και ένθεν.
Τους πιάσανε τώρα, διαβάζω, επειδή έρχονται εκλογές. Ή για να αποσπαστεί η προσοχή από την υπόθεση με τους πυροβολισμούς αστυνομικών στο Αργος, που άφησαν έναν άνθρωπο εγκεφαλικά νεκρό. Οποια στιγμή κι αν τους έπιαναν θα υπήρχε κάτι να ειπωθεί. Κι αν δεν τους έπιαναν ποτέ, πάλι θα υπήρχε κάτι να ειπωθεί. Επίσης, όποια κυβέρνηση κι αν τους έπιανε, θα υπήρχε κάτι να ειπωθεί· από τους «απέναντι».
Τα αφηγήματα είναι πλέον μπετοναρισμένα. Δεν αναζητούν καμία αλήθεια, μόνο επιβεβαιώσεις. Και αν αυτές δεν παρέχονται από την πραγματικότητα, απλώς κατασκευάζονται.
Η Marfin ήταν ένα έξοχο θεμέλιο για τέτοιου είδους κατασκευάσματα. Κανείς δεν θα είναι ποτέ ευχαριστημένος αν δεν πιάσουν ακριβώς αυτούς που ο ίδιος θέλει. Ή και κανέναν, εάν αυτό τον βολεύει.
Υπάρχει μακρύς δρόμος μπροστά μας μέχρι να αποδειχθεί και δικαστικώς η ενοχή ή όχι των ανθρώπων που έπιασε η αστυνομία. Τα πρόσωπά τους δεν τα είχε δει κανείς. Οι υπάλληλοι μέσα στην τράπεζα είδαν μόνο τα χέρια τους να πετάνε τις μολότοφ. «Τους φωνάζαμε “μην το κάνετε”, είμαστε άνθρωποι μέσα», είπε η Μαρία Καραγιάννη, επιζήσασα του εμπρησμού. Δεν τους ενδιέφερε.
Τους ενδιέφερε ο «σκοπός» που υπηρετούσαν. Τώρα, ίσως ήρθε η ώρα να πληρώσουν το τίμημα. Και εμείς να πορευτούμε χωρίς βαρβάρους. Θα βρούμε άλλους, είναι βέβαιο.