Advertisement

Βανδαλισμός και κάτω από την Ακρόπολη;

Τα σπασμένα γυαλιά του Καβάφη αποκαταστάθηκαν άμεσα, αλλά δεν ξέρω πώς θα αποκατασταθεί η βαθιά περιφρόνηση που δείχνουμε σε κάθε έννοια συλλογικότητας. Δεν ξέρω πώς θα αλλάξει αυτή η κουλτούρα της ατιμωρησίας που επιτρέπει σε κάθε ανεγκέφαλο να αφήνει το αποτύπωμά του πάνω στην πόλη σαν σκύλος που μαρκάρει περιοχή | Λίλα Σταμπούλογλου

Το γλυπτό-παγκάκι με τον Κωνσταντίνο Καβάφη αγαπήθηκε σχεδόν αμέσως. Από τις πρώτες κιόλας μέρες που τοποθετήθηκε στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου έγινε σημείο συνάντησης, στάση περιπάτου, αντικείμενο φωτογραφιών και ένα από εκείνα τα σπάνια δημόσια έργα τέχνης που κατάφεραν να αποκτήσουν πραγματική σχέση με τους ανθρώπους.

Μιλιούνια κόσμου, Ελληνες και τουρίστες, κάθισαν δίπλα στον ποιητή που, με τη στάση του σώματός του έτσι όπως την αποτύπωσε ο γλύπτης Πραξιτέλης Τζανουλίνος, έμοιαζε να ζωντανεύει μέσα από το μέταλλο. Τόσο που είχες την αίσθηση ότι μπορούσες να πιάσεις κουβέντα μαζί του.

Advertisement

Δεν θυμάμαι άλλο δημόσιο έργο τέχνης στην Αθήνα να έχει τραβήξει τόσο μαζικά, τόσο καθολικά την προσοχή μας. Ούτε άλλο γλυπτό που να δημιούργησε ουρές για μια selfie. Και αυτό δεν συνέβη επειδή κάποιος αλγόριθμος το επέβαλε ή επειδή βαφτίστηκε «instagrammable» από κάποιον διάσημο λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα. Συνέβη επειδή ο κόσμος ένιωσε οικειότητα. Γιατί ο Καβάφης, καθισμένος διακριτικά σε ένα παγκάκι κάτω από την Ακρόπολη, έμοιαζε να ανήκει πραγματικά στην πόλη.

Μοιάζει σχεδόν αστείο που μέχρι και αυτός έπεσε θύμα βανδαλισμού, που κάποιος κατάφερε να βάλει χέρι σε ένα γλυπτό τοποθετημένο σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της Αθήνας, κάτω από τον Ιερό Βράχο, σε έναν δρόμο όπου περνάει κόσμος νύχτα-μέρα, με διαρκή κίνηση, τουρισμό, περιπολίες, κάμερες, φώτα και κάθε είδους επιτήρηση. Μέσα σε ούτε έναν μήνα από την τοποθέτηση του γλυπτού εκεί, κάποιος έσπασε τα γυαλιά του.

Δεν ξέρεις τι είναι πιο εξοργιστικό: η ίδια η πράξη του βανδαλισμού ή το γεγονός ότι έγινε εκεί όπου χτυπά η καρδιά του τουρισμού, του πολιτισμού, της πόλης ολόκληρης;

Στην Ελλάδα έχουμε μια μακρά προϊστορία με την κακοποίηση του δημόσιου χώρου. Από τα κατεστραμμένα παγκάκια μέχρι τα σπασμένα φανάρια, από τους βανδαλισμένους συρμούς μέχρι τα μνημεία που καλύπτονται με συνθήματα και μπογιές, μοιάζουμε να αντιμετωπίζουμε οτιδήποτε είναι κοινό ως κάτι ξένο. Σαν να μη μας αφορά. Σαν να μην ανήκει σε κανέναν, άρα επιτρέπεται να το διαλύσουμε.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Δήμος Αθηναίων τα τελευταία χρόνια έχει αναγκαστεί να εφαρμόζει διαρκή προγράμματα αποκατάστασης γλυπτών και μνημείων που καταστρέφονται ή φθείρονται από βανδαλισμούς. Σε επίσημες ανακοινώσεις του ο Δήμος παραδέχεται ότι εντοπίζονται συνεχώς περιστατικά καταστροφών, ακόμη και σε πολύ κεντρικά σημεία της πόλης, ενώ δεκάδες έργα τέχνης έχουν χρειαστεί συντήρηση ή αποκατάσταση. Παλαιότερα, μάλιστα, είχε γίνει λόγος για περίπου εκατό γλυπτά του Δήμου Αθηναίων που χρειάζονταν εργασίες αποκατάστασης λόγω φθορών, γκράφιτι, βανδαλισμών, ή ακόμη και κλοπών μεταλλικών τμημάτων τους.

Τα σπασμένα γυαλιά του Καβάφη αποκαταστάθηκαν άμεσα, αλλά δεν ξέρω πώς θα αποκατασταθεί η βαθιά περιφρόνηση που δείχνουμε σε κάθε έννοια συλλογικότητας. Δεν ξέρω πώς θα αλλάξει αυτή η ιδέα μας, ότι το Δημόσιο δεν είναι δικό μας, αλλά κάποιου αφηρημένου κράτους, άρα δεν αξίζει σεβασμό. Αυτή η κουλτούρα της ατιμωρησίας που επιτρέπει σε κάθε ανεγκέφαλο να αφήνει το αποτύπωμά του πάνω στην πόλη σαν σκύλος που μαρκάρει περιοχή.

Στην περίπτωση του Καβάφη δεν μιλάμε για ένα ξεχασμένο άγαλμα σε μια σκοτεινή πλατεία, αλλά για ένα έργο που ο κόσμος αγκάλιασε πραγματικά. Για ένα γλυπτό που κατάφερε να φέρει ανθρώπους πιο κοντά στην ποίηση, χωρίς διδακτισμούς και επίσημες κορδέλες εγκαινίων. Παιδιά κάθονταν δίπλα του. Τουρίστες ρωτούσαν ποιος είναι. Αθηναίοι που περνούσαν βιαστικά κοντοστέκονταν για λίγο. Για μια πόλη που συνήθως προσπερνά αδιάφορα τα μνημεία της, αυτό ήταν ένα μικρό θαύμα.

Αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται να μην μπορούμε να αποτρέψουμε την καφρίλα μερικών συνανθρώπων μας ακόμη και κάτω από την Ακρόπολη. Αν δεν μπορείς να προστατεύσεις ένα γλυπτό στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τότε πού ακριβώς μπορείς; Τι μήνυμα δίνεις για τον δημόσιο χώρο; Οτι είναι αφύλακτος; Οτι όλα επιτρέπονται; Οτι η πόλη ανήκει τελικά στους πιο αντικοινωνικούς και βίαιους;

Υπάρχει βέβαια και μια ειρωνεία σχεδόν καβαφική σε όλη αυτή την ιστορία. Ο ποιητής που έγραψε για την παρακμή, τη φθορά και την ανθρώπινη μικρότητα βρίσκεται τώρα ο ίδιος εκτεθειμένος σε αυτήν. Η πόλη και οι πολίτες της επιβεβαιώνουν με τον πιο άκομψο τρόπο όσα εκείνος είχε καταλάβει εδώ και έναν αιώνα για τη φύση μας.

Μόνο που κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε να ζούμε σε μια πρωτεύουσα που καταστρέφει ό,τι όμορφο αποκτά ή σε μια πόλη που επιτέλους θα μάθει να σέβεται τον εαυτό της. Γιατί ο βανδαλισμός του Καβάφη δεν είναι απλώς μια ζημιά πάνω σε μέταλλο. Είναι μια μικρή, θλιβερή ακτινογραφία τού ποιοι είμαστε όταν νομίζουμε ότι δεν μας βλέπει κανείς.

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει