Είναι αλήθεια ότι, μετά τη μεταπολίτευση, η χώρα ζει τη δημοκρατικότερή της περίοδο;
Του Γιώργου Ι. Κωστούλα
Με βάση, ότι η ελευθερία και η ισότητα συναποτελούν τα δυο καίρια συστατικά της Δημοκρατίας, παλιοί και νεότεροι πολιτειολόγοι επισημαίνουν τη σπουδαιότητα της διάκρισης μεταξύ τυπικής και πραγματικής Ελευθερίας. Μεταξύ τυπικής και πραγματικής Ισότητας.
Αποκαλείται τυπική ή νομική ελευθερία και ισότητα το δικαίωμα που αναγνωρίζεται σε κάθε άτομο, αφενός να εκφράζει ελεύθερα τις ιδέες του και τις πεποιθήσεις του και αφετέρου να πραγματοποιεί τις επιθυμίες του. Η πραγματική ελευθερία και η πραγματική ισότητα, συγχρόνως, συνεπάγονται και την υλική, την ουσιαστική δυνατότητα που έχει ο καθένας να πραγματοποιεί τις επιθυμίες του. Δικαιώματα, δηλαδή, με αντίκρισμα και όχι κενές επιφάσεις.
Το πόσο εύγλωττα απομυθοποιείται η αξία της τυπικής-νομικής ελευθερίας και ισότητας το εντοπίζεται στις ιλαρές εγγυήσεις του τύπου: Ο άστεγος άνεργος και ο επιχειρηματίας που έχουν το ίδιο δικαίωμα να κοιμηθούν στο Χίλτον ή κάτω από μια γέφυρα, ο εργάτης και ο βιομήχανος που έχουν το ίδιο δικαίωμα να εκδώσουν μια εφημερίδα, ο καθηγητής και ο αναλφάβητος που έχουν το ίδιο δικαίωμα να γράψουν ένα βιβλίο, ο μεγαλογιατρός και ο μικροκαλλιεργητής που έχουν το ίδιο δικαίωμα να στείλουν το παιδί τους για σπουδές στο εξωτερικό.
Δυστυχώς, όλη η διάρκεια της μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από μια απλώς ρητορική επίκληση των δικαιωμάτων μας. Κι αυτό γιατί το λαϊκό στοιχείο ήρθε δυναμικά στην επιφάνεια, εισάγοντας ένα αντισυμβατικό ήθος ανερχόμενου και κυρίαρχου λαϊκισμού. Όλα αυτά τα χρόνια κυβερνηθήκαμε με έναν εξυπηρετικό, νωχελικό, βολικό ερασιτεχνισμό, εν ονόματι κάποιου “ραντεβού με την ιστορία”. Αποτέλεσμα; Μια ψευδαίσθηση – επίφαση ισότητας και ευημερίας, την οποία κατά μεγάλο μέρος εξασφάλισε ένα ασύδοτο και φαύλο “κοινωνικό” κράτος, μέσα από μια πελατειακή αναδιανομή πόρων.
Επί της ουσίας, και στο επίπεδο της πραγματικής Ισότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται από την ποιότητα τομέων, όπως της δημόσιας παιδείας και υγείας, του τύπου της οικονομικής ανάπτυξης, της διάχυτης διαθεσιμότητας ίσων ευκαιριών, της αξιοκρατίας, της ορθολογικής δημιουργίας κοινωνικού μισθού, της έμπνευσης σεβασμού προς τον δημόσιο χώρο, δεν έγιναν σπουδαία πράγματα.
Αντίθετα, όλα αυτά τα χρόνια, η κοινωνική ανισότητα συνεχίζει να είναι παρούσα.
Ένα ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης και πολιτικής έχει αποτύχει, ως αποτέλεσμα ενός αφόρητου λαϊκισμού, μιας αγωνιστικής ρητορείας και ενός ταξικού κοινωνικού εγωισμού βασισμένου στην ιδιοποίηση δημόσιων πόρων από ιδιωτικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα. Αποτέλεσμα; “Ο λαός αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ενιαίος, ότι υπάρχουν ισχυροί και αδύναμοι, σύννομοι και άνομοι, ορθόφρονες και λαϊκιστές, ηθικοί και ανήθικοι, προνομιούχοι και αδικημένοι, ανταγωνιστικές εστίες και κλειστά σινάφια, κοπρίτες και δουλευταράδες”.
Μοιάζει σαν οι λαοί να είναι πολλοί και να δυσφορούν, να οργίζονται και κυρίως να αλληλουποβλέπονται. Είναι αυτό Δημοκρατία;
Τι Δημοκρατία είναι αυτή, με τους πλούσιους να αδιαφορούν για την χαμηλή ποιότητα του δημόσιου σχολείου, του δημόσιου νοσοκομείου και γενικώς του δημόσιου χώρου, όπου όλοι μεν έχουν ίσα δικαιώματα πρόσβασης, αλλά μόνο οι πλούσιοι μπορούν να τα… αποφεύγουν; Προτιμώντας βεβαίως τα ιδιωτικά σχολεία, τα κολέγια του εξωτερικού και την ακμάζουσα στη χώρα, ιδιωτική υγεία.
Η ανισότητα ευκαιριών και η συνακόλουθη περιθωριοποίηση και φτώχεια είναι πρώτα συμβολική και κατόπιν οικονομική, στατιστική, επισημαίνει ο Amartya Sen. Η ένδεια πρώτα απ’ όλα είναι στέρηση ελευθεριών, επειδή είναι μια στέρηση ικανοτήτων. Εκφράζεται και εκδηλώνεται με την ταπείνωση, την απομείωση προσδοκιών, τη δυσκολία ή την αδυναμία να περιποιείσαι και να φροντίζεις τον εαυτό σου, να μορφώνεις τα παιδιά σου, να σχεδιάζεις το μέλλον, την απροθυμία έως και αποφυγή να εμφανίζεσαι δημοσίως, την καταδίκη σε μια μορφή ανωνυμίας, την έκθεση σε πληθώρα ψυχολογικών και κοινωνικών βλαβών, για τις οποίες οι στατιστικές δεν κάνουν κανένα λόγο.
Το έχει πει ο Μαρξ: Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που προσδιορίζει την ύπαρξή τους, αλλά, αντίθετα, η κοινωνική ύπαρξή τους προσδιορίζει τη συνείδησή τους. Έτσι εξηγείται που οι κάθε είδους μειονότητες μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους.
Είναι προφανές ότι η αξιοπρέπεια και στις μέρες μας συνεχίζει να κοστίζει. Και, όπως έχει ειπωθεί: “Είμαστε ακόμα στα όμορφα ουσιαστικά: Ελευθερία, Ισότητα, Αλληλεγγύη. Όμως, πώς φτάνουμε στα ρήματα;”
Σκοπεύω να επανέλθω. Ειδικότερα, προς σχολιασμό της ασύστολης εκμετάλλευσης -νομής του δικαιώματος εκλέγεσθαι, σχεδόν αυτοδικαίως, από γόνους πολιτικών ή άλλων παραγόντων της δημόσιας ζωής.
* O κ. Κωστούλας είναι πρώην γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα
E-mail: gcostoulas@gmail.com