Advertisement

Τα Κύθηρα από τόπος εξορίας σε τόπο τουρισμού

Νικόλαος Π. Γλυτσός, Ph.D.(USA) Ερευνητής Οικονομολόγος

Κατά την διάρκεια 100 περίπου ετών, από την Αγγλοκρατία μέχρι και το τέλος της  δεκαετίας του 1940, σε διάφορες υποπεριόδους και υπό διαφορετικές  πολιτικές και άλλες συνθήκες και αιτίες, τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα, είχαν τα «προσόντα» – υποτιμητικά και μειωτικά για την υπόστασή  τους – να αποτελούν  τόπο εξορίας πολλών κατηγοριών πολιτών, ανεπιθύμητων στους εκάστοτε κρατούντες. Για πρώτη όμως φορά, τα δύο νησιά είχαν επιλεγεί αιώνες πριν, από τους Ρωμαίους, για τον εκτοπισμό των αντιπάλων τους.

Αντιπαραθέτοντας την αναγκαστική επίσκεψη των εξόριστων με την εθελουσία επίσκεψη των τουριστών, μεταφερόμαστε από τους αρνητικούς συνειρμούς για την υπόσταση των Κυθήρων ως τόπου εξορίας  στους θετικούς συνειρμούς ως τόπου τουρισμού. Η μετάβαση αυτή από την μια κατάσταση στην άλλη συμπίπτει χοντρικά, χωρίς να συσχετίζεται, με την απαρχή της εξόδου   του νησιού από την οικονομική και κοινωνική καθυστέρηση του παρελθόντος προς την σύγχρονη ανάπτυξη και ευημερία.

Advertisement

Ας δούμε τώρα αναλυτικά πως εξελίχτηκαν τα πράγματα κατά τις δύο αυτές ιστορικές περιόδους του νησιού. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα εξορίζονταν από τους Άγγλους κατακτητές των Ιονίων Νήσων, οι ριζοσπάστες  αγωνιστές  για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Την περίοδο αυτή εκτοπίστηκαν στα Κύθηρα ο Γεώργιος Μόρμορης  και ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, ο οποίος μετά εξορίστηκε και στα Αντικύθηρα. Στα Αντικύθηρα επίσης εκτοπίστηκε ο Σταματέλος  Πυλαρινός, και ο Γεράσιμος Μεταξάς.

Εισερχόμενοι στον 20ο αιώνα, κατά την δεκαετία του 1920 εξορίστηκαν στα Κύθηρα, για ξεχωριστούς λόγους, διαφόρων κατηγοριών άτομα ή και οικογένειες.  Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, συγγενείς των λιποταχτών του Ελληνικού στρατού, αλλά και ένοχοι αξιόποινων πράξεων. Ειδική περίπτωση είναι η εκτόπιση, το 1923, από την Ελληνική κυβέρνηση, 423 χριστιανών και τουρκόφωνων μουσουλμάνων (311 χριστιανοί και 112 τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι) από την Δυτική Θράκη, γιατί βοηθούσαν τους Βουλγάρους κομιτατζήδες στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Από την δεκαετία του 1930, περνούμε σε μια νέα φάση πολιτικής κατάστασης και νέων κατηγοριών εκτοπίσεων. Τα πρώτα θύματα αυτής της περιόδου, ήταν οι πολέμιοι της δικτατορίας Μεταξά, μεταξύ των οποίων εξορίστηκαν στα Κύθηρα και διακεκριμένες πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Σταμάτης Μερκούρης (πατέρας της Μελίνας Μερκούρη).

Η πρακτική της εξορίας των πολιτικών αντιφρονούντων συνεχίστηκε, στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα, και κατά την μετεμφυλιακή περίοδο. Τον Δεκέμβριο του 1946, τα Αντικύθηρα είχαν 166 πολιτικούς εξόριστους, ενώ το 1947  εκατοντάδες ήταν οι άνδρες και γυναίκες, αλλά και 4 παιδιά, που βρίσκονταν εξόριστοι στα δύο νησιά. Ο θεσμός των εκτοπίσεων καταργήθηκε νομικά το 1974.

Μιλώντας για μετάβαση από την εξορία στον τουρισμό,  θα περιοριστούμε στην πρώιμη τουριστική φάση των Κυθήρων, που διήρκεσε  μέχρι και την δεκαετία του 1950. Στην περίοδο αυτή,  διατυπώθηκαν οι πρώτες σκέψεις και ξεκίνησαν τα πρώτα στάδια προετοιμασίας, για την ανάδειξη του νησιού ως σταθερού τουριστικού προορισμού.

Το ενδιαφέρον για τον τουρισμό εκδηλώθηκε, όταν οι Κυθήριοι άρχισαν να συλλογίζονται ότι το νησί τους αξίζει κάτι περισσότερο από το να είναι τόπος εξορίας.  Πρωτόλειες  ιδέες για την προσέλκυση επισκεπτών άρχισαν να αναφύονται ήδη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Βλέποντας το τι  συμβαίνει σε άλλες χώρες στο πεδίο του ιαματικού τουρισμού, οι Κυθήριοι συνειδητοποίησαν, ότι τα ιαματικά νερά του νησιού έμεναν αναξιοποίητα, και  άρχισαν μια προσπάθεια να τα καταστήσουν προσβάσιμα και εκμεταλλεύσιμα για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ντόπιων και ξένων επισκεπτών, όχι όμως με μεγάλη επιτυχία, γιατί έλλειπαν οι βασικές υποδομές για να λειτουργήσουν (δρόμοι, καταλύματα, κ.λπ.)

Το ενδιαφέρον για τον τουρισμό συνεχίστηκε και μετουσιώθηκε σε ενέργειες στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Όπως γράφουν οι εφημερίδες του 1925, ενόψει των αναμενόμενων επισκεπτών, στο Λειβάδι έγιναν οικοδομικές εργασίες, προκειμένου να «σχηματισθή τερπνός και ωραίος εξοχικός συνοικισμός» για να δεχθεί το Καλοκαίρι πολλούς παραθεριστές. Βλέπετε τότε, η φυγή προς την θάλασσα και τα θαλάσσια μπάνια ήταν ακόμη μικρή.

Ακολούθως, στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930, ο Όθων Χριστοφίλης, Σύμβουλος της Κυθηραϊκής Αδελφότητας Πειραιώς-Αθηνών, κριτικάροντας την σπατάλη οικονομικών πόρων που γινόταν για την δημιουργία υπεράριθμων ελαιοτριβείων (20 τον αριθμό)  από όσα πραγματικά χρειαζόταν το νησί, υποδεικνύει στροφή προς τον αγροτικό τομέα (κτηνοτροφία και δενδροκομία) και τον τουρισμό.

Έχοντας κατά νου, ένα είδος διαφορετικού τουρισμού, από τον σημερινό των θαλασσίων λουτρών και της νυκτερινής διασκέδασης, υπογραμμίζει τήν ανάγκη να αναδείξουμε τα «αρχαία, τα ιαματικά νερά, το κυνήγι ορτυκιών, την Παναγία την Μυρτιδιώτισσα». Προτείνει, στην ουσία, την προβολή του είδους των τουριστικών προϊόντων που προωθούμε σήμερα για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.

Μετά τον πόλεμο, στην δεκαετία του 1950, επανακάμπτουν, με μεγάλη ζέση και οργανωτικότητα, οι προσπάθειες ανάπτυξης του τουρισμού στο νησί. Για τον σκοπό αυτό, έχουν ιδρυθεί δύο τουριστικά σωματεία: το Ίδρυμα Τουρισμού Κυθήρων και ο Τουριστικός Σύλλογος Ποταμού.

Ανάμεσα στις προσπάθειες των δύο σωματείων, ήταν και η «εκπαίδευση», με επιτυχία όπως φαίνεται, των Κυθηρίων να αποκτήσουν τουριστική συνείδηση, η οποία πρακτικά εκδηλώθηκε με  την διαμόρφωση χαμηλών τιμών εκ μέρους όσων είχαν σχέση με την παροχή υπηρεσιών στους τουρίστες (αυτοκινητιστές, λεμβούχοι, εστιάτορες). Επίσης την έλλειψη ξενοδοχείων, τα δύο σωματεία προσπάθησαν να καλύψουν πείθοντας τους κατοίκους να διαθέσουν δωμάτια στα σπίτια τους για τους τουρίστες.

Τέλος, επειδή ακόμη τότε, τα καταναλωτικά προϊόντα για την διατροφή των τουριστών ήταν ντόπια, οι Σύλλογοι προτρέπουν τους καλλιεργητές να παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες και να τις προσφέρουν σε χαμηλότερες τιμές.

Εν τω μεταξύ, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, αφού αναγνώρισε επισήμως τα Κύθηρα, το 1957, ώς τουριστικό τόπο, όρισε  8μελή Τοπική Επιτροπή Τουρισμού, με πρόεδρο τον Πρόεδρο της κοινότητας Κυθήρων Δημ. Στάη. Για την ιστορία, να σημειώσουμε, εν παρόδω, ότι 40 περίπου  χρόνια αργότερα, το 1995, ο ΕΟΤ σχεδίαζε να χαρακτηρίσει τα Κύθηρα ως «ξενοδοχειακά κορεσμένη περιοχή», το οποίο όμως αποσοβήθηκε, μετά από πιέσεις των Κυθηρίων.

Αυτές ήταν οι εξελίξεις της πρώτης φάσης, σχετικά με την προώθηση του τουρισμού στο νησί. Στην συνέχεια, οι ενέργειες και οι δραστηριότητες φορέων και ιδιωτών εντατικοποιήθηκαν, εμπλουτίστηκαν και επεκτάθηκαν σταδιακά, ταυτόχρονα με την αύξηση της τουριστικής κίνησης. Συνακόλουθο όλων αυτών ήταν τα Κύθηρα να καταστούν τόπος υψηλού τουριστικού ενδιαφέροντος, κατάληξη του οποίου είναι  σήμερα ο «υπέρμετρος τουρισμός», που σημαίνει ότι ο αριθμός των επισκεπτών ξεπέρασε τα όρια άνετης εξυπηρέτησής τους  από τις δημόσιες και ιδιωτικές υποδομές του νησιού, τουλάχιστον  κατά την κορύφωση της τουριστικής περιόδου.

Συμπερασματικά, προτού τα Κύθηρα αρχίσουν να μεταλλάσσονται σε μια σύγχρονη κοινωνία από το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, πέρασαν μια μακρά περίοδο, 100 περίπου ετών, υπανάπτυξης και κοινωνικής καθυστέρησης, κατά την οποία  χρησιμοποιήθηκαν ως τόπος εξορίας από διάφορα καθεστώτα για τον εκτοπισμό των αντιπάλων τους.

Η τουριστική βιομηχανία, ως πολυκλαδικός τομέας παραγωγής*, συμβάλλει σήμερα τα μέγιστα στην οικονομία του νησιού, η οποία μαζί με την κοινωνική άνοδο που αργά αλλά σταθερά έχει επιτευχθεί, απελευθέρωσαν τα Κύθηρα  από την απομόνωση και τα απεξάρτησαν από τους πρωτογονισμούς και τις οπισθοδρομικές αντιλήψεις, που απετέλεσαν τα κριτήρια επιλογής του νησιού ως τόπου εξορίας για τόσο πολλά χρόνια.

 

*Βλέπε προηγούμενο άρθρο μου στα Κυθηραϊκά, Φεβρουάριος  2026

 


 

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Μαρτίου 2026

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει