Ποιος θα σε γηροκομήσει;
Η «αργυρή ηλικία», πλέον, καλείται να μείνει μόνη της. Στην εποχή της μακροβιότητας ως ζητούμενο, το ίδιο απαραίτητη είναι η διαχείριση αυτής. Στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική της διάσταση | Χριστίνα Πουτέτση
«Τι να το κάνουμε πια το μεγάλο σπίτι; Εχουμε άλλες ανάγκες. Πόσο ακόμα θα μπορούμε να μείνουμε σε αυτό;»
Δεν είναι μια πρόταση που ξενίζει στο άκουσμα. Ειδικά τα τελευταία χρόνια. Εχετε παρατηρήσει πόσες (οικογενειακές) κατοικίες πωλούνται στις αγγελίες; Ειδικά στα επιφανή προάστια της Αττικής. Εκεί που τη δεκαετία του ‘80 και του ’90 κάποιοι έστηναν μια «καλύτερη» ζωή για την οικογένειά τους. Αγοράζοντας ένα οικόπεδο και χτίζοντας ένα σπίτι, με μεγάλο κήπο και ευρύχωρα δωμάτια για να ζουν τα παιδιά τους και να χαίρονται με συγγενείς και φίλους στα Κυριακάτικα τραπέζια.
Αυτοί οι κάποιοι, σήμερα μεσήλικες και άνω ως επί τo πλείστον, καλούνται να μείνουν μόνοι στο ευρύχωρο σπίτι που κάποτε ήταν γεμάτο. Μαζί με τις αναμνήσεις τους φέρουν τα βάρη του ΕΝΦΙΑ και της συντήρησης ενός εξίσου γερασμένου κτιρίου. Εναλλακτικά, το παραχωρούν σε κάποιο από τα παιδιά τους. Οπότε αυτά κουβαλούν τον σταυρό της ανακαίνισης της υποδομής. Αν μπορούν.
Αλλιώς, το σπίτι ενοικιάζεται ή πουλιέται, για να μοιραστεί η εναπομείνασα αξία του και να αγοραστεί κάτι πιο λειτουργικό – αν βρεθεί με τα νέα δεδομένα της έλλειψης στέγης – σίγουρα μικρότερο. Στη θέση της παλιάς μονοκατοικίας θα υψωθεί ένα σύγχρονο συγκρότημα με τις ευλογίες του ΝΟΚ, που θα καλύπτει το οικόπεδο από άκρη ως άκρη και θα βγάζει πολλαπλάσια διαμερίσματα, με πολλαπλάσια αξία ανά τετραγωνικό μέτρο. Ποιοτικότερο στη διαβίωση, παρότι η πρασινάδα του κήπου έχει αντικατασταθεί από τσιμέντο. Μοντέρνοι, βιώσιμοι, καιροί.
Ομως κάτι δεν λειτουργεί, όπως παλιά.
Η «αργυρή ηλικία», πλέον, καλείται να μείνει μόνη της. Δεν είναι συνήθεια η συγκατοίκηση στον ίδιο χώρο με την οικογένεια των παιδιών τους. Αν υπάρχουν. Θες γιατί πρακτικά δεν είναι εφαρμόσιμο, οι χώροι δεν επαρκούν, η σύνθεση της οικογένειας ποικίλλει ή οι ισορροπίες του ζευγαριού δεν το επιτρέπουν; Ακόμα, οι ρυθμοί και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας έχουν αλλάξει.
Ως έναν βαθμό αυτό είναι επιθυμητό. Κανείς άλλωστε δεν θέλει να νιώθει εξαρτημένος και πόσω μάλλον ένας άνθρωπος που μεγαλώνοντας ξορκίζει το ενδεχόμενο απώλειας της αυτονομίας του. Ξορκίζει όμως και τη μοναξιά. Ειδικά όταν αυτή εμφανίζεται πρόωρα. Γιατί δεν έχει να κάνει με την ηλικία, πηγάζει από τον σημερινό αστικό τρόπο ζωής. Μια και οι οικογένειες δεν αποτελούν πλέον τις αδιάρρηκτες πυρηνικές κοινότητες, παρέχοντας δεσμούς και ασφάλεια, όπως λίγες δεκαετίες πριν. Οι ηθικές και συναισθηματικές αξίες επαναπροσδιορίζονται, οι χρόνοι έχουν συμπιεστεί, ο χώρος επίσης και ο ψυχισμός επιβαρύνεται.
Δύσκολο πράγμα ο ψυχισμός.
Στην εποχή της μακροβιότητας ως ζητούμενο, το ίδιο απαραίτητη είναι η διαχείριση αυτής. Στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική της διάσταση. Γιατί σήμερα η ηλικία των 65 ετών και άνω δεν είναι συνυφασμένη με τον παροπλισμό από τη ζωή. Ειδικά όταν μιλάμε για αύξηση του προσδόκιμου ζωής πάνω από τα 80 χρόνια.
Σήμερα το δημογραφικό στη χώρα, δεν καταγράφει μόνο ότι ο πληθυσμός της γηράσκει και οι γεννήσεις μειώνονται. Επισημαίνει ακόμα μια νέα κατηγορία ανθρώπων, μια γενιά ωριμότερων ηλικιών, η οποία είναι υγιής και αν μη τι άλλο έχει διάθεση και χρόνο να χαρεί τη ζωή στο μέτρο και στο οικονομικό και χωρικό πλαίσιο των δυνατοτήτων της. Γυναίκες και άνδρες που σπούδασαν και υπήρξαν παραγωγικοί στην επαγγελματική τους διαδρομή, κάνοντας οικογένεια ή όχι. Καθώς λοιπόν το ασφαλιστικό σύστημα τους συνταξιοδοτεί, οι ίδιοι (ορθά) επιθυμούν να ζήσουν, με το απόθεμα που έχουν σε ενέργεια και εισόδημα, γεμίζοντας με εμπειρίες και συναισθήματα.
Αυτό προϋποθέτει ένα περιβάλλον λειτουργικό, με δυνατότητα κοινωνικοποίησης και ανάπτυξης δραστηριοτήτων. Γιατί έτσι θα παραμείνουν και ψυχικά υγιείς. Αλλιώς η κατάθλιψη παραμονεύει. Και πίσω από αυτή, καραδοκεί η νοητική εξασθένηση, η άνοια.
Είναι η σύνδεση – σε διαφορετικά δίκτυα – το ζητούμενο της ζωής έως το τέρμα, όπως περιγράφουν οι Nicholas Christakis και James Fowler στο βιβλίο τους «Συνδεδεμένοι – Η εκπληκτική δύναμη των κοινωνικών δικτύων και πώς αυτά διαμορφώνουν τη ζωή μας». Δίκτυα στα οποία αναπτύσσεις δεσμούς όπως η δουλειά, η οικογένεια, οι φίλοι, τα ενδιαφέροντα και ο δικός σου πυρήνας. Για να τα βγάλουμε πέρα στη ζωή θα πρέπει να είμαστε συνδεδεμένοι σε αυτά. Αν κάτι από αυτά λείπει, πρέπει να αντικατασταθεί.
Οταν λοιπόν η οικογένεια, η πρώτη βαθμίδα κοινωνικοποίησης, δεν επαρκεί ως δίχτυ ασφαλείας για σύνδεση και επαφή, η δουλειά παύει να υφίσταται ως ενεργή απασχόληση, τότε το ισοζύγιο κλίνει προς τους φίλους και τα ενδιαφέροντα.
«Θα πρέπει να σκεφθούμε τη φιλοξενία για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, αλλά σε μόνιμη βάση», είπε o Bart van de Winkel, Chief Asset Management Officer της Grivalia Hospitality στο συνέδριο της HSMAI για την εμπορική πολιτική στον τουρισμό. Ο ίδιος διακρίνει αυτό το κενό που ανοίγει ολοένα και ευρύτερο τα τελευταία χρόνια στην κοινωνία, αφήνοντας μετέωρο όποιον βγει από τον τροχό της παραγωγικής μηχανής. Τα παιδιά μπορεί να υπάρχουν, μπορεί και όχι, θα μπορούν ή και όχι. Οι άνθρωποι (όταν) μεγαλώνουν, έχουν την ανάγκη να ανήκουν, να νιώθουν ασφαλείς. Να έχουν επαφές, να περιστοιχίζονται από οικεία πρόσωπα και να βρίσκονται σε έναν χώρο συμβατό με τις νέες συνήθειες και ανάγκες τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο «Silver» τουρισμός («των γκρίζων μαλλιών») είναι ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο τμήμα της αγοράς που εστιάζει σε ταξιδιώτες άνω των 60 ετών, με αξιόλογο διαθέσιμο εισόδημα και ελεύθερο χρόνο. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι συγκεκριμένοι ταξιδιώτες επιλέγουν περιόδους εκτός αιχμής, προτιμώντας συχνά προορισμούς με καλή υγειονομική περίθαλψη, ήπιο κλίμα και πλούσιο πολιτισμό.
Δεν αρκεί όμως μια εβδομάδα, ή 15 μέρες αναψυχής για να νιώσεις ότι βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον που σου ταιριάζει, με ανθρώπους που μοιράζεσαι κοινά ενδιαφέροντα και την αίσθηση ότι ανήκεις σε μία κοινότητα.
Αυτό το αίσθημα της κοινότητας, του ανήκειν και του μοιράζεσθαι, είναι η πρόκληση που χρειάζεται να αναγνωρίσει και να διαχειριστεί σήμερα η Πολιτεία. Αυτή που αναφέρεται στους συνταξιούχους με όρους οικονομικούς, με επιδόματα στήριξης, ή με πρόνοια για βοήθεια στο σπίτι. Αλλά και που προβληματίζεται για το πώς θα επαναφέρει τις γειτονιές στις πόλεις ή πώς θα ζωντανέψει την Περιφέρεια.
Πριν από αυτή την κατηγορία των αδύναμων και των ασθενών της τρίτης ηλικίας, διαμορφώνεται μια ενδιάμεση γενιά, με ανθρώπους που μεγάλωσαν και ισορροπούν μέσα στην ακούσια μοναχικότητα, σε μια εποχή με ψηφιοποιημένες παρέες και συνομιλητή την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Μήπως αυτοί, στο ενδιάμεσο, θα έπρεπε να έχουν περισσότερες επιλογές;
Εκεί η πολιτική δεν έχει απαραίτητα να κάνει με οικονομικά μέτρα, αλλά με αντανακλαστικά, με κοινωνική αντίληψη.
Γιατί θα έπρεπε να σκέφτονται ποιος θα τους γηροκομήσει;