Καρναβάλι

Δύο ποιήματα του Γ. Σουρή για το Καρναβάλι και την Αποκρηά με δεικτικό λόγο και το χαρακτηριστικό του φλέγμα. Στο τέλος ένα ποίημα για την αγορά του 1884 στον ίδιο τόνο με τα καρναβαλικά. Να θυμόμαστε και τους μεγάλους μας ποιητές πού και πού!


ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ

Advertisement

Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,

που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,

κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;

Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει

Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,

ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,

κι αν κάποτε με τ’ όνομα του κλέφτη τους στολίζει,

όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,

και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.

Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,

να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιούμουντζούρα,

να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,

αλλ’ όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα….

δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.

Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,

τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!

για δέτε κι έναν απ’ εδώ με μια κοντή βελάδα,

για δέτε κι άλλον απ’ εκεί με ψεύτικη καμπούρα…

Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;

Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,

μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την… αηδία.

​​​​Αποκρηά

​​​​​​Γ. ΣΟΥΡΗ

“Γλέντα λοιπόν Αποκρηά μασκαρεμένη χώρα 
που ένα μόνο έμαθες στα φανερά να κλέβεις 
Να γίνεσαι ρεντίκολο κάθε στιγμή και ώρα
που όλα τα μασκάρεψες κι όλα τα μασκαρεύεις
Εξω λοιπόν οι λύπες, έξω κακή καρδιά
και πάλι Καρναβάλι ανοίγει βρε παιδιά.

Κι εγώ τραγούδια νέα θα τονίσω
σ’ αυτό τον μασκαρένιο μας καιρό,
και μασκαράς εμπρός σας θα πηδήσω
να σύρω αποκρηάτικο χορό.
Όπ!Όπ! στο γύρο όλοι… τιριρί
Καρσιλαμά η λύρα μου βαρεί.

Στους τωρινούς καιρούς της Ρωμιοσύνης,
τραγούδια δεν μας πρέπουν σοβαρά
ούτε κλωνάρια δαφνης και μυρσίνης,
μας φθάνει μουσική του ταμπουρά.
Γυναίκες, άνδρες όλοι στο χορό,
Και σας κρατώ το ίσο … τιριρό.

Όλο το χρόνο είμαστε μπερλίνες,
κι όμως βαστούμε ύφος σοβαρό,
και για τις δόξες σκούζουμε εκείνες,
που άλλοτε τις είχαμε σωρό.
Όπ! Όπ! πηδάτε όλοι σας ψηλά
Οι φτέρνες σας ν’ ανάψουν… τραλαλά.

Όλοι σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν,
Ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
Οι μοίρες μας μουτσούνες εγινήκαν,
Δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Όπ! Όπ! στο γύρο όλοι… τραλαλό
Κι εγώ μασκαρεμένος σας γελώ.”

ΑΣ ΡΙΞΩΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ – ΣΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΜΑΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ5

Κοντὰ στὴ μιὰ καταστροφὴ καινούργια μᾶς προφθάνει,
κοντὰ στὶς τόσες συμφορὲς καὶ στὶς πολλὲς θυσίες,
δὲν ξέρω τίνος βάλθηκε παντοῦ φωτιὲς νὰ βάνει
καὶ κάθε βράδι νἄχουμε φρικτὲς φωτοχυσίες.
Καὶ δός του νέα πυρκαγιὰ καὶ κάτω στὸ παζάρι,
καὶ μέσα στὴ σαρακοστὴ ἐκάη τὸ χαβιάρι.
Ἐκάηκαν τὰ βούτυρα, τὰ μῆλα καὶ τ᾿ ἀχλάδια,
οἱ μπάμιες τὰ πετρέλαια, τὰ ραζακιὰ σταφύλια,
οἱ λεμονάδες, οἱ ἐλιὲς τὸ γιάτσο καὶ τὰ λάδια,
ἡ ζάχαρη καὶ ὁ καφές, λουμίνια καὶ φυτίλια.
Γιατ᾿ ἦλθαν χρόνια δίσεκτα, καταραμένα χρόνια,
νὰ ψήνονται στὴν ἀγορὰ καὶ τ᾿ ἄγουρα πεπόνια
Ἦτο σχεδὸν μεσάνυχτα καὶ λίγο περασμένα,
ὁ Ταβουλάρης ἔπαιζε στὸ θέατρο ἀκόμα,
ὅταν μπὰμ μποὺμ ἀκούσθηκαν στὰ ὕψη σκορπισμένα,
κι ὅλος ὁ κόσμος φώναξε ἀμέσως μ᾿ ἕνα στόμα:
Συναθροισθῆτε, σκαπανεῖς, ὁρμήσετε φαντάροι,
ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη χαλασμός… φωτιὰ καὶ στὸπαζάρι.

Κι ἰδοὺ μὲ σκούφους ναυτικούς, μὲ νυχτικὰ φουστάνια,
γυναῖκες κι ἄνδρες ὤρμησαν μέσα στοὺς δρόμους ὅλοι,
μὲ στάμνες, μὲ πλατύσταμνα, καὶ μὲ τὰ γιαταγάνια,
κι ἔβλεπες σὰν στρατόπεδο τῶν Ἀθηνῶν τὴν πόλη.
Ἐν τούτοις μὲς στὴν ταραχὴ πολὺ παρετηρεῖτο,
πὼς μόνον ὁ πρωθυπουργὸς στὴν πυρκαγιὰ δὲνἦτο.
Ὡς τὰ ἑπτὰ οὐράνια ἀνέβαιναν οἱ φλόγες,
κι ἐφώτιζαν τὰ τέσσερα τῆς πόλεως σημεῖα,
σὰν σκάγια ἐσκορπίζονταν τῶν σταφυλιῶν οἱ ρόγες,
καὶ πέριξ διεχέετο μεγάλη εὐθυμία.
Κοκκίνζ᾿ ἡ Ἀκρόπολις ἀπ᾿ τὴν πολλὴ χαρά της,
ποὺ ἔβλεπε νὰ καίεται τὸ δῶρον τοῦ Ἐλγίνου,
γιατί αὐτὴ δὲν ξέχασε ἀκόμη τὰ παλιά της,
πῶς θαῦμα ἔγιν᾿ ἄλλοτε τοῦ κλέφτη της ἐκείνου.
Ἂν τὸ ξεχνοῦνε οἱ Ρωμιοί, οἱ πέτρες δὲν ξεχνοῦνε
μὲ ποιοὺς ἐζοῦσαν ἄλλοτε καὶ τώρα μὲ ποιοὺς ζοῦνε.
Ὢ τόσων ἀναμνήσεων καημένο μου παζάρι,
μὲ τ᾿ ἀκριβά σου κρέατα, τὰ βρώμια σου τὰ ψάρια,
τὶς ξύλινες παράγκες σου, τὸν κάθε μακελάρη,
τὶς ζυγαριὲς τὶς ξύγκικες, τὰ ξύγκικα καντάρια,
αἰώνια στὴ μνήμη του κανεὶς θὰ σὲ φυλάττει
καὶ γαῖαν ἔχεις ἐλαφράν, ὦ Ἀγορὰ φιλτάτη.

Αὔγουστος 1884

 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει