Χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά

Με ένα σατιρικό του μεγάλου Τσιριγώτη σατιρικού Γεωργίου Σουρή, που έγραψε για την εφημερίδα ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ, πριν την έκδοση του περίφημου ΡΩΜΗΟΥ του, υποδεχόμαστε φέτος την πρώτη του χρόνου με τη δική μας ευχή να είναι για όλους καλός, γεμάτος ΕΙΡΗΝΗ στον κόσμο κι ευημερία.

 ¨Κ¨

Advertisement

 


Η Πρωτοχρονιά

Του Γεωργίου Σουρή
1η Ιανουαρίου 1885 από την εφημερίδα «Ασμοδαίος»

Ρωμαίικη παράδοσις

Χειμώνας, νύχτα, βροχή, κρύο.
Ενας ρωμηός χωρίς παρά
κάθηται ʽς ένα καφενείο
συλλογισμένος φοβερά

 

Ξάφνου σηκώνει το κεφάλι,
και του ξεφεύγει ένα Α!!
Με ρουχʼ αλλόκοτα και κάλλη,
σαν οπτασία, σα σκιά,

*

Ψηλή γυναίκα εμπρός του στέκει.
και τον κυττάζει τρυφερά.
“Τι θέλεις από με, κυρά;”
θέλει να πη, αλλά τα μπλέκει.

*

Τον πιάνει φόβος. Πάει να φύγη,
αλλά να φύγη δε ʽμπορεί
Τρίβει τα μάτια του, τʼ ανοίγει,
μα πάλι ʽμπρος του τη θωρεί.

*
Από μετάξʼ η φορεσιά της
και από τράπουλας χαρτιά.
Κάτου ʽς το πάτωμα η ουρά της
ξεσέρνεται, μακρυά, πλατειά.

*

Στους ώμους της διπλώνει ταίρι
φτερά διαμαντοπλουμιστά,
Με χάρις το ʽνα της το χέρι
άνα χρυσό ραβδί βαστά.

*

Και ʽς τάλλο της κρατεί ζεμπίλι
οπού μʼ ασήμʼ είνε φκιαστό,
Ολο γεμάτο ως τα χείλη
βαρύ βαρύ, αλλά κλειστό.

*

Μα τι παρέξενη ωραιότης,
και τι θωριά αστραφτερή!
Ανάμεσα ʽς το μέτωπό της,
όπως ʽς των Τούρκων τα Ουρί

*
Λάμπει ένα κάρβουνο αναμμένο,
ένα ρουμπίνι μαγικό!
Και λέει ʽς το νιό το σαστισμένο
μʼ ένα χαμόγελο γλυκό:

*

“Εγώ ʽς ταις μοίραις ειμʼ η πρώτη,
πάντα χιλιόπλουτη και νιά.
Με χαιρετούν χαραίς και κρότοι,
εγώ είμαι η πρωτοχρονιά.

*

Άλλους πλουτίζω, άλλους φτωχαίνω
με ευσπλαγχνία ή μʼ απονιά.
Όλους εδώ σας ξετρελλαίνω
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά.

*

Μα τώρʼ αυτά πώχω για σένα
ποτέ καμμιά της γης γωνιά,
Κανείς δεν τάειδε αραδιασμένα,
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά!

*

Πες μου τι θές να σου χαρίσω,
αγαπημένο μου παιδί;
Λέγε  μου φτάνει να σʼ εγγίσω
με το χρυσό μου το ραβδί!

*

Θες να γλεντήσης  ʽς το Παρίσι;
θέλεις ʽς την Λόντρα νʼ ακουστής;
Να πας ʽς Ανατολή και Δύσι
ακούραστος σεργιανιστής;

*

Θέλεις να χάσκουν, καβαλάρης
όταν περνάς κάθε μεριά;
Στην εμμορφιά να είσαι Πάρις,
και Οδυσσεύς ʽς την πονηριά,

*

Στην εκκλησία Πατριάρχης,
Αρχιρραβίνος μεσʼ τη χάδρα,
Να γράφης στίχους σαν Πετράρχης,
να λαχταρά για σε μια Λαύρα;

*

Πες μου τι θέλεις να σε κάνω;
Αυλάρχη, λόρδο, στρατηγό;
Κατακτητή, σοφό, σουλτάνο,
θησαυροφύλακα, υπουργό;

*

Ό,τι κι αν θες, μικρό, μεγάλο,
μπροστά σου θα το ιδής ευθύς,
Φτάνει το χέρι μου να βάλω
μεσʼ το ζεμπίλι… Τι ποθείς;”

*

Μόλις το στόμα της εκλείσθη
και μόλις πήρε ανασασμό,
Αυτός λιγάκι εσυλλογίσθη,
Και απαντά:– Διορισμό!

 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει