Αυτοί που φροντίζουν την καθημερινότητά μας
Ξεχνάμε συχνά πόσο σημαντικοί είναι για τις μικρές μας στιγμές και τους φερόμαστε σκαιά. Σερβιτόροι, μπαρίστες, πωλητές, ντελιβεράδες, αεροσυνοδοί, ρεσεψιονίστ, ταμίες, επιδιορθωτές, ο υπεύθυνος του αχνιστού μπουφέ στο ξενοδοχείο. Και όμως, η γαϊδουριά απέναντί τους είχε ξεκινήσει πριν από την πολυκρίση | Λένα Παπαδημητρίου
«Η Τρίτη θα είναι η τελευταία μου μέρα», μου λέει σαφώς στενοχωρημένη η Ελένη, η επί της υποδοχής στο γειτονικό καφέ-ρεστοράν.
Επειδή, ακόμα και όταν δεν το επισκέπτομαι ως πελάτισσα, από αυτό το καφέ περνάω νυχθημερόν σε όλες τις πιθανές εκδοχές μου (φορτωμένη με σακούλες σουπερμάρκετ και σιχτιρίζοντας τα σλάλομ που πρέπει να κάνω ανάμεσα στους ηλιοκαμένους τουρίστες, αγκαζέ με την ηλικιωμένη μητέρα μου, ντυμένη και λουσαρισμένη για έξοδο, με τρελά κέφια η με το ηθικό στα Τάρταρα κ.τ.λ.), βιώνω και εγώ έναν μίνι αποχωρισμό. Αποχωρισμό από έναν άνθρωπο που βρισκόταν τόσο στις παρυφές όσο και στο κέντρο της καθημερινότητάς μου.
Ισως, σκέφτομαι τώρα, η Ελένη (που φεύγει για να ζήσει με τον σύντροφό της στη Σαντορίνη) να με έβλεπε πιο συχνά και πιο «αληθινή» από ό,τι πολλοί κολλητοί μου φίλοι.
Αλήθεια, πόσο ορατοί είναι για εμάς όλοι αυτοί οι (συχνά υπερφορτωμένοι και κακοπληρωμένοι) άνθρωποι που φροντίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την καθημερινότητά μας; Σερβιτόροι, μπαρίστες, πωλητές, ντελιβεράδες, αεροσυνοδοί, ρεσεψιονίστ, ταμίες, επιδιορθωτές ρούχων, ο υπεύθυνος του αχνιστού μπουφέ στο ξενοδοχείο.
Eίναι όλοι αυτοί που μας έλειψαν τρομακτικά στη διάρκεια της πανδημίας, όταν η καθημερινή μας ζωή αποψιλώθηκε ακόμα και από αυτές τις απλές καθημερινές, τετριμμένες κουβέντες με τους ανθρώπους στην εστίαση ή στα καταστήματα (εξαίρεση οι ταλαίπωροι «εργαζόμενοι της πρώτης γραμμής» στα σουπερμάρκετ και στα φαρμακεία).
Είναι εκείνοι που, μεταξύ άλλων, μας υπενθυμίζουν ότι σε οτιδήποτε απολαμβάνουμε (αγαθά, υπηρεσίες κ.ο.κ.), κάποιος είναι εκεί πέρα και φροντίζει γι’ αυτό. Είτε είσαι στην πλαζ και περιμένεις ανυπόμονα τον φρέντο καπουτσίνο σου (με τον νεαρό του beach bar να έχει πάρει ένα κάρο βιταμίνες και ηλεκτρολύτες για να μπορεί να σε σερβίρει στο λιοπύρι). Είτε είναι η κοπέλα στο καθαριστήριο που σου παραδίδει σαν καινούργιο το καλό χειμωνιάτικο παλτό σου. Είτε είναι ο οδηγός στο λεωφορείο που σε πηγαίνει στη δουλειά σου, όση διαολεμένη κίνηση κι αν έχει η Κηφισίας.
Φοβού τον άνθρωπο που είναι αγενής με το γκαρσόνι
Οχι ότι δεν υπήρχε πριν, αλλά η πανδημία ήταν εκείνη που πυροδότησε αυτό το εμμένον παλλιροϊκό κύμα αγένειας («rudeness epidemic» το είχε ονομάσει το Time) απέναντι στους ανθρώπους που μας εξυπηρετούσαν σε συνθήκες «υγειονομικού πολέμου».
Θυμάμαι μια φορά, στις αρχές του εφιάλτη, ένα «σχετικά άκακο» περιστατικό στον φούρνο. «Τελειώνετε επιτέλους! Θα σκάσω!» είχε φωνάξει στην υπάλληλο μια μασκοφορεμένη γυναίκα που στεκόταν ακριβώς ένα λεπτό στην ουρά. Οι υπόλοιποι μείναμε απλώς να την κοιτάζουμε με απορία. Μαζί, βέβαια, και η ίδια η υπάλληλος, που φορούσε, βεβαίως βεβαίως, τη μάσκα υποχρεωτικά οκτώ ώρες ημερησίως.
Η κατάσταση έφτασε τότε να εκτροχιαστεί παγκοσμίως, γιατί ο φόβος του θανάτου δεν σε καθιστά απαραίτητα πιο γενναιόδωρο άνθρωπο. Ηταν, με άλλα λόγια, πολύ πιο εύκολο να καθυβρίσεις τον ταξιθέτη που σκάναρε το πιστοποιητικό νόσησής σου, την κομμώτρια που δεν σε κούρευε ανεμβολίαστο ή την αεροσυνοδό που τολμούσε να σου υποδείξει: «Εχετε την καλοσύνη να ανεβάσετε λίγο πιο πάνω τη μασκούλα;».
Και αυτό το κύμα αγένειας συνεχίζει να μαίνεται και σήμερα, μετά δηλαδή την πανδημία, εν μέσω, αυτή τη φορά, μια αέναης πολυκρίσης. Που και αυτή με τη σειρά της, αντί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, σε ωθεί να ξεσπαθώνεις αδιακρίτως, συχνά με θύματα αυτούς τους ταλαίπωρους δευτεραγωνιστές της καθημερινότητάς σου.
Θυμάμαι τι είχα αντικρίσει πρόσφατα περιμένοντας στα δοκιμαστήρια ενός καταστήματος «Zara». Τις ντάνες από (ολοκαίνουργα) δοκιμασμένα ρούχα που κάτι υπερλουσαρισμένες πελάτισσες (ντόπιες και τουρίστριες) πετούσαν στο πάτωμα προτού αναχωρήσουν σεινάμενες κουνάμενες από το κατάστημα. Η υπάλληλος που κλήθηκε στωικά να τα μαζέψει μου εκμυστηρεύθηκε ότι ήταν κάτι απόλυτα συνηθισμένο.
Οπως έγραψε πριν από κάμποσο καιρό η Αμάντα Μαλ στο Atlantic, σε ένα άρθρο με τίτλο «American shoppers are a nightmare» («Οι Αμερικανοί καταναλωτές είναι σκέτος εφιάλτης»), έτσι όπως έχουμε γίνει οι περισσότεροι, με τόση αβεβαιότητα και τόση απομόνωση, η καταναλωτική μας ταυτότητα έχει καταντήσει σχεδόν η μόνη μας σταθερή «πηγή κοινωνικού κύρους», εκείνη τέλος πάντων που μας κάνει να αισθανόμαστε ότι κάπου διατηρούμε έναν κάποιο έλεγχο.
Ετσι, οτιδήποτε σου το χαλάει αυτό, π.χ. η καθυστέρηση από τον σερβιτόρο να σου πάρει παραγγελία, ο μπάρμαν που επιμένει να σε διορθώνει ή η ψυχρή αντιμετώπιση μιας πωλήτριας, βιώνεται πλέον ως ανεπανόρθωτο πλήγμα στη χαρτονένια σου υπόσταση.
Αγκαλιά με την «οικονομία της ενόχλησης»
Η κατάσταση σαφώς και επιδεινώνεται από την ταχύτατη αντικατάσταση των ανθρώπων αυτών από αυτοματοποιημένα συστήματα και ψηφιακές τεχνολογίες – βλέπε τα άψυχα self- checkouts στα σουπερμάρκετ, τη self service ρεσεψιόν στα ξενοδοχεία (φτάνεις πτώμα με τη βαλίτσα και ούτε ένα χαμόγελο δεν σε περιμένει) και η ΤΝ φωνή στη θέση της τηλεφωνήτριας («Μίλα εσύ, εγώ δεν καταλαβαίνω τι μου λέει δαύτο» έλεγε πρόσφατα μια υπερήλικη γυναίκα στην εγγονή της όταν τηλεφώνησε να καλέσει ταξί και συνειδητοποίησε ότι δεν έχει να κάνει με άνθρωπο).
Ούτε τα chatbots της Τεχνητής Νοημοσύνης βοηθούν την κατάσταση. Αντίθετα, σε εξοικειώνουν έτι περαιτέρω με το να ζητάς και να απαιτείς να σου κάνουν κάτι χωρίς ούτε ένα μίνιμουμ κοσμιότητας. Ακόμα και ένας απόλυτα εξοικειωμένος με τις νέες τεχνολογίες φίλος, που για καιρό μιλούσε στην ΤΝ με το σεις και με το σας –γιατί, όπως ισχυριζόταν, «καλό θα είναι να τα έχουμε καλά μαζί της για να πέσουμε στα μαλακά την ώρα της κρίσης»– μου δήλωσε πρόσφατα ότι έκοψε μαχαίρι τα «παρακαλώ» και τα «μήπως μπορείς…» στο ChatGPT. Ηταν υπερβολικά μεγάλο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Το δικό της μερίδιο ευθύνης φέρει, φυσικά, και η λεγόμενη «annoyance economy» (η «οικονομία της ενόχλησης»). Με άλλα λόγια, συχνά οι εταιρείες κάνουν επίτηδες την εξυπηρέτηση κακή (π.χ. με δυσλειτουργικές ή χρονοβόρες διαδικασίες), εξοικονομώντας χρήματα εις βάρος του χρόνου, της υπομονής και της… ψυχικής υγείας του πελάτη, π.χ. πολύωρη αναμονή στην τηλεφωνική εξυπηρέτηση, έξτρα χρέωση για υπηρεσίες που ήταν κάποτε δωρεάν, κ.ο.κ.
Και κάπως έτσι ο «πελάτης» μπουκάρει από τα νεύρα του στο πιλοτήριο (όπως έκανε πέρυσι μια επιβάτις σε καθυστερημένη πτήση της American Airlines) ή βρίζει πατόκορφα τον υπάλληλο στην τηλεφωνική εξυπηρέτηση πελατών της τράπεζας.
Και κάπως έτσι παύουμε και να τους βλέπουμε όλους αυτούς τους αφανείς ήρωες του βίου μας. Και ξεχνάμε συχνά πόσο σημαντικοί είναι για τις μικρές μας στιγμές.
Καθώς βγαίνω καμια φορά βιαστική από το σπίτι ακούω εκείνο το πειραχτικό «χαλαρή σε βλέπω σήμερα!» από τον Χάρη, τον «ντελιβερά» του διπλανού μανάβικου (αεικίνητος πάνω στο σκούτερ, είτε έχει λάβει στο κινητό 112 για ακραία καταιγίδα, είτε έχει ακραίο καυσωνικό επεισόδιο). Απέναντι με χαιρετάει πάντα χαμογελαστή η Βασιλική από το καθαριστήριο, που λατρεύει να διαβάζει φιλοσοφία· είχε έρθει στην κηδεία του πατέρα μου, και αυτό δεν το ξεχνάω ποτέ.
Να δύο άνθρωποι που φροντίζουν επιμελώς την καθημερινότητά μου. Που με κρατούν σε επαφή με την πραγματικότητα. Και που συχνά με κάνουν να νιώθω πολύ πιο ορατή από όλα τα reels και από όλα τα chatbots μαζί.