Advertisement

Ο μεταναστευτικός κύκλος Ελλάδας-Γερμανίας κατά τον 20ο αιώνα

Νικόλαος Π. Γλυτσός, Ph.D.(USA) Ερευνητής Οικονομολόγος

Η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν μια χώρα μετανάστευσης, με τους κατοίκους της να αναζητούν τόπους για μόνιμη εγκατάσταση και μια καινούρια ζωή. Κυρίαρχοι ιστορικοί προορισμοί υπήρξαν η Αμερική, η Αυστραλία και ο Καναδάς, οι οποίες , με την σειρά τους, αναζητούσαν μόνιμους κατοίκους για να αυξήσουν τον πληθυσμό τους και να ενισχύσουν την οικονομία τους. Ευκαιρίας δοθείσης, οι Έλληνες μετανάστευαν κατά μάζες για να καλύψουν τις ανάγκες των χωρών αυτών. και να κάνουν την τύχη τους.

Υπήρχε όμως και μια μερίδα Ελλήνων, οι οποίοι αν και επιθυμούσαν να εργαστούν πρόσκαιρα στο εξωτερικό, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν μονίμως την πατρίδα τους. Ο στόχος των ανθρώπων αυτών ήταν να δουλέψουν σε μια άλλη χώρα, να συγκεντρώσουν ορισμένα χρήματα και να επιστρέψουν στην Ελλάδα να τα αξιοποιήσουν κατά τις επιθυμίες τους.

Advertisement

Η ευκαιρία αυτή παρουσιάστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Ευρώπη, κατά κύριο λόγο, στην Δυτική Γερμανία που υπέστη τις μεγαλύτερες καταστροφές από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η χώρα αυτή είχε μεγάλη ανάγκη εργατών για την ανοικοδόμησή της και την ανάπτυξη της κατεστραμμένης οικονομίας της. Σε αντίθεση με τις υπερπόντιες χώρες, η Γερμανία ζητούσε εργατικά χέρια, μόνο για πρόσκαιρη διαμονή και όχι πληθυσμό για μόνιμη εγκατάσταση (επισκέπτες εργάτες-Gastarbeiter).

Το μοντέλο αυτό ταίριαζε σε εκείνους που δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν οριστικά την Ελλάδα, και για αυτό το λόγο ανταποκρίθηκαν μαζικά να εκμεταλλευτούν αυτή την ευκαιρία και να ικανοποιήσουν τον στόχο τους (μετανάστες με στόχο, «target migrants”). Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώθηκε αρχικά και προσαρμοζόταν στην πορεία, η πολιτική μετανάστευσης των δύο χωρών.

Κατ’ αρχάς, το 1960, η Γερμανία υπέγραψε μια διμερή συμφωνία με την Ελλάδα, βάσει της οποίας οργανώθηκαν Κέντρα Επιλογής εργατών, μέσα από τα οποία 181.000 Έλληνες μετακινήθηκαν στην Δ. Γερμανία. Η Ελλάδα, ως τροφοδότης της εξωτερικής μετανάστευσης δέχτηκε αυτή την συμφωνία, γιατί τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ήταν υπέρ της εξόδου πληθυσμού από την χώρα. Ενόψει της άσχημης οικονομικής κατάστασης, της υψηλής ανεργίας και του διογκωμένου κύματος μετακίνησης από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, ιδιαίτερα προς την Αθήνα, η Ελληνική κυβέρνηση θεωρούσε την μετανάστευση ως μέρος μιας πολιτικής εκτόνωσης της οικονομικής και κοινωνικής πίεσης στην χώρα.

Παράλληλα με την σύναψη της διμερούς αυτής συμφωνίας, η Ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική προσέλκυσης των αποταμιεύσεων των μεταναστών, όπως χαλάρωση των ελέγχων συναλλάγματος και την πληρωμή ειδικών ελκυστικών επιτοκίων για μακροχρόνιες καταθέσεις.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν για την Δ. Γερμανία, στην περίοδο 1966-1967, κατά την οποία η οικονομική ύφεση ανάγκασε την Γερμανική κυβέρνηση να περιορίσει αρχικά την εισροή επισκεπτών εργατών, και, στην συνέχεια, το 1973, να απαγορεύσει ολοσχερώς την είσοδό τους, επιτρέποντας μόνο την συνένωση οικογενειών. Οι Έλληνες εργάτες επωφελήθηκαν από αυτή την ρύθμιση και προσκάλεσαν τις οικογένειές τους (συζύγους και παιδιά) στην Δ. Γερμανία.

Αλλά και η Ελληνική κυβέρνηση άλλαξε ρότα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, αναθεωρώντας την αρχική θετική της στάση για την μετανάστευση. Η διαρκής, επί χρόνια, έξοδος του πληθυσμού από την χώρα οδήγησε στην απώλεια μεγάλου αριθμού εργατικών χεριών, καθώς και στην δημιουργία δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων, ιδίως σε περιοχές με μεγάλη πληθυσμιακή αποψίλωση.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, η Ελληνική κυβέρνηση «ανέκρουσεν πρύμναν», και άρχισε μια προσπάθεια περιστολής της μετανάστευσης και αύξησης της παλιννόστησης. Εφάρμοσε μια δέσμη μέτρων με μειώσεις φόρων και δασμών για εισαγόμενα από τους μετανάστες διαρκή καταναλωτικά αγαθά, ιδίως αυτοκίνητα. Προσέφερε επίσης ευνοϊκούς όρους  για την αγορά περιουσιακών στοιχείων και γης με εισαγόμενο συνάλλαγμα. Κατά ορισμένες απόψεις, η πολιτική αυτή δεν απέδωσε πολλά στον επαναπατρισμό των Ελλήνων από την Γερμανία.

Και ενώ η Ελλάδα εξακολουθούσε να έχει προβλήματα από την υπερβολική έξοδο του πληθυσμού της, η Γερμανία, είχε προβλήματα από την υπερβολική συσσώρευση μεγάλου αριθμού Ελλήνων. Προς αμοιβαίο όφελος και των δύο χωρών, η Γερμανική κυβέρνηση, σε συνεννόηση με την Ελληνική, προσέφερε, το 1980, οικονομικά κίνητρα για την επιστροφή μεταναστών στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα ευνοούνταν εκείνοι που θα επένδυαν τις αποταμιεύσεις τους σε παραγωγικές δραστηριότητες. Βάσει των κινήτρων αυτών, πέντε τέτοιες επιχειρήσεις άρχισαν να λειτουργού στην Κρήτη και την Θράκη.

Με υπόβαθρο την κυλιόμενη αυτή μεταναστευτική πολιτική των δύο χωρών, σε συνδυασμό και με τις ατομικές επιλογές των επισκεπτών εργατών και των εκάστοτε συνθηκών των ευρύτερων οικονομικών εξελίξεων στην Ευρώπη, διαμορφώθηκε ο μεταναστευτικός κύκλος Ελλάδας-Γερμανίας. Περιελάμβανε δύο παράλληλες και κυμαινόμενες ροές μεταναστών και  παλινοστούντων, σε όλη την περίοδο 1960-1997 για την οποία έχουμε στοιχεία από Γερμανικές πηγές και τον ΟΟΣΑ.

Μέχρι το 1972, οι εισροές προς την Γερμανία ήταν εντονότερα μεγαλύτερες από τις εκροές προς την Ελλάδα. Το έτος 1973 απετέλεσε σημείο καμπής, κατά το οποίο η σχέση εισροών-εκροών αντιστράφηκε, με την επιστροφή στην Ελλάδα να είναι έντονα μεγαλύτερη από την εισροή στην Γερμανία μέχρι το 1986. Στην περίοδο 1987-1991 έχουμε ένα ακόμη κύμα υπεροχής της εισόδου στην Γερμανία, και έκτοτε οι δύο ροές δεν έχουν εξάρσεις ή υφέσεις, αλλά βαδίζουν περίπου ισοπόσως. Κορυφαία έτη εισόδου στην Δ. Γερμανία ήταν το 1964 και το 1970, αντιστοίχως με 81.109 και 94.307 μετανάστες, ενώ κορυφαία έτη παλιννόστησης στην Ελλάδα ήταν το 1967 και το 1974 με αντίστοιχη επιστροφή 73.828 και 65.709 άτομα.

Συνολικά, στα 25 χρόνια της περιόδου 1960-1985, σχεδόν 1.000.000 Έλληνες μετανάστευσαν στην Δυτική Γερμανία (11,5% του πληθυσμού της χώρας), και την ίδια περίοδο, 878.000 παλιννόστησαν από την Δυτική Γερμανία. Η μέση ηλικία των μεταναστών ήταν 24,4-28,2 έτη, ανάλογα με το φύλο και την περίοδο της μετανάστευσης, ενώ η αντίστοιχη μέση ηλικία των παλινοστούντων ήταν 30,1-32,1.

Τα νούμερα αυτά είναι μία από τις ενδείξεις ότι η μετακίνηση στην Γερμανία ήταν όντως πρόσκαιρη, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από μια ειδική έρευνα στους 625.000 παλιννοστούντες, κατά την περίοδο 1971-1986, η οποία; έδειξε ότι το 58% είχαν λιγότερα από 10 χρόνια στην Γερμανία[1]

Παρά την εκπεφρασμένη προσωρινότητα της μετανάστευσης, το πάρε-δώσε μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, των «Επισκεπτών Εργατών» (Gastarbeiter) κατέλειπε ένα απόθεμα μονίμως εγκατεστημένων Ελλήνων, το οποίο, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας ανερχόταν το 1988 σε 274.973 άτομα.

Στο κλείσιμο του μεταναστευτικού κύκλου Ελλάδας-Γερμανίας, που ολοκληρώθηκε ουσιαστικά το 1988, με την ελεύθερη διακίνηση στην ΕΟΚ, είναι εύλογο να διερωτηθεί κανείς ποια ήταν τα οφέλη για την Ελλάδα από αυτό το πήγαινε-έλα μεταξύ των δύο χωρών. Εν πρώτοις, το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης συνέπεσε με την περίοδο της έντονης μετακίνησης του πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές προς τις πόλεις, ιδίως προς την Αθήνα (η «αστυφιλία») και με την υψηλή ανεργία.

Κατά συνέπεια, η αναχώρηση μεγάλου αριθμού ατόμων από τις αγροτικές περιοχές, από τις οποίες κυρίως προέρχονταν οι μετανάστες, είχε ως αποτέλεσμα αφενός την αναστολή μέρους της μετακίνησης προς τις πόλεις και αφετέρου την μείωση της ανεργίας, εξ’ ού και η αρχική συναίνεση της πολιτείας για την έξοδο. Ο πρόσκαιρος δε χαρακτήρας της μετανάστευσης, λειτούργησε, αν όχι στην απόκτηση εξειδικεύσεων, στην εξοικείωση των εργατών με τις συνθήκες και τους όρους εργασίας σε μη αγροτικές δραστηριότητες και στην πειθαρχία που απαιτεί η απασχόληση σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις.

Όπως έχει παρατηρηθεί, κατά την επιστροφή, ένα σημαντικό μέρος των παλινοστούντων κατέληξε στις αστικές περιοχές για εξεύρεση εργασίας ή την αξιοποίηση των αποταμιεύσεών του. Έτσι, η κυκλική μετανάστευση, εκτός του ότι κατά την έξοδο αποσυμφόρησε το κύμα αστικοποίησης, και εξομάλυνε διαχρονικά την άμεση μετακίνηση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, προσέφερε κατά την επιστροφή, μέσω του «φροντιστηρίου» της Γερμανίας, ένα παραγωγικότερο εργατικό δυναμικό στις αστικές επιχειρήσεις.

Επιπροσθέτως, οι αποταμιεύσεις που μετέφεραν οι παλιννοστούντες στην Ελλάδα, συνέβαλαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα μάλα στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Στην περίοδο 1970-1982 που είναι η περίοδος έντονης παλιννόστησης, το σύνολο των εμβασμάτων από την Γερμανία,, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι αποταμιεύσεις των παλινοστούντων, ανέρχονταν σε 3,5 δισ. δολάρια Αμερικής.

Ερχόμενοι στο σήμερα, η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας καταγράφει για το 2023, ένα σύνολο μεταναστών Ελληνικής καταγωγής 431.386 ατόμων, με μέση ηλικία 41 έτη, από τα οποία 75.000 έχουν γεννηθεί στην Γερμανία. Στο σύνολο αυτό περιλαμβάνονται και 100.000 άτομα που μετανάστευσαν στην Γερμανία κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα.

Η τελευταία αυτή μετανάστευση αφορά, κατ’ εξοχήν, μορφωμένο προσωπικό (γιατρούς, τεχνολόγους μηχανικούς, ειδικούς σε πληροφορικά επαγγέλματα, κ.ά.) και συνιστά για την Ελλάδα την περίφημή απώλεια εγκεφάλων («brain drain”). Η απώλεια αυτή είναι, φυσικά, τελείως άλλης φύσεως και άλλου επιπέδου, από την απώλεια των εργατικών χεριών των Επισκεπτών Εργατών του μεταναστευτικού κύκλου, οι οποίοι, αν μπορούμε να πούμε, συνιστούν, κατ’ αντιστοιχία ,“hands drain.”

Παρά την διαφορετικότητά τους, τα δύο αυτά ρεύματα μεταναστών, έχουν ένα κοινό συνδετικό στοιχείο, την νεανικότητά τους – μέση ηλικία για τους εργάτες 41 έτη και 25-45 για τους επιστήμονες. Η διπλής κατευθύνσεως κίνηση των περισσοτέρων Επισκεπτών Εργατών, έχει, σε κάποιο βαθμό, μετριάσει τις δυσμενείς δημογραφικές και οικονομικές επιπτώσεις της εξόδου τους, ενώ η διαφαινόμενη μονοδρομική κίνηση των Επιστημόνων στερεί την Ελλάδα, τουλάχιστον άμεσα, από αυτή την δυνατότητα.


[1]Ν. Πετρόπουλος, «Παλιννόστηση 1971-1986: Πορίσματα της Μικροαπογραφής1985-1986 και Προτάσεις Κυβερνητικής Πολιτικής». Πρόγραμμα Ερευνών Αποδημίας-Παλιννόστησης του Ελληνικού Πληθυσμού (Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού), Αθήνα1990.

 


 

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Ιουνίου 2026

 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει