Advertisement

Τι επιδιώκει η Αγκυρα και γιατί τώρα

Μπορούμε έγκυρα να υποθέσουμε ότι η τουρκική διπλωματία έψαχνε εδώ και καιρό κινήσεις ώστε να αντιδράσει στις πρωτοβουλίες της Αθήνας όλα τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι πρωτοβουλίες αφορούσαν – και αφορούν - περιφερειακές συνεργασίες στρατηγικού χαρακτήρα, την εμβάθυνση διμερών σχέσεων με ισχυρούς παίκτες όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία, την οριοθέτηση με Ιταλία και κυρίως με την Αίγυπτο, τις συμφωνίες με ενεργειακούς κολοσσούς... | Κώστας Υφαντής

Οι διαρροές ακόμη και σε διεθνή, κατά κανόνα έγκυρα, Μέσα για το νομοσχέδιο που πρόκειται σύντομα να κατατεθεί στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση αποκαλύπτουν μια πολύ «ενοχλητική» εικόνα και προαναγγέλλουν μια δύσκολή συγκυρία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν ισχύουν έστω και σε ένα βαθμό, τότε η πιθανότητα επιστροφής σε συνθήκες ελεγχόμενης έντασης είναι μεγάλη. Και δύσκολα μπορεί κανείς να μην σκεφθεί ότι αυτό είναι ίσως μια σκόπιμη από την πλευρά της Αγκυρας ενέργεια.

Αν είναι σωστή αυτή η ανάγνωση των τουρκικών προθέσεων, θα πρόκειται για μια επιλογή που θα ξαναστείλει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο σημείο μηδέν, δηλαδή σε μία χορογραφία πολιτικής, διπλωματικής και ελεγχόμενης (ελπίζει κανείς) στρατιωτικής εμπλοκής στον ελληνικό εναέριο χώρο και στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου.

Advertisement

Φαντάζομαι ότι μια τέτοια εξέλιξη θα τύχει θετικής υποδοχής από όλες και όλους εκείνους που θεωρούν όλα τα τελευταία χρόνια ότι τα «ήρεμα νερά» είναι εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Η ενδεχόμενη επιστροφή της παραδοσιακής συγκρουσιακής λογικής στην διμερή διάδραση θα πρέπει κανονικά να πανηγυριστεί σε εκείνους τους κύκλους που θεωρούν ότι η ηρεμία στο Αιγαίο δεν ευνοεί την Ελλάδα.

Βεβαίως, η συζήτηση και οι αντιδράσεις μέχρι στιγμής είναι για κάτι που δεν έχουμε δει και ίσως τελικά να είναι διαφορετικό από την εντύπωση που δίνουν τα διάφορα δημοσιεύματα. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει ένα ζήτημα σημαντικό. Είναι μάλλον απίθανο η Aγκυρα να μην κατανοεί ότι μια εσωτερική νομοθεσία δεν παράγει αποτελέσματα απέναντι σε τρίτα κράτη, ιδιαίτερα αν αγνοεί τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. Ακόμη και όταν ένα κράτος δεν είναι μέρος σε μια διεθνή σύμβαση που ρυθμίζει ζητήματα σε πλανητικό επίπεδο, όπως η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, αντίθετες εσωτερικές προβλέψεις δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα διεθνώς.

Με αυτό το δεδομένο, υπάρχουν δύο τουλάχιστον μείζονα ερωτήματα που χρήζουν απαντήσεων, αν και σε αυτή τη χρονική στιγμή μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν. Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί προχωρά σε αυτή την κίνηση η Τουρκία; Τι επιδιώκει να πετύχει, τι προσδοκίες έχει; Το δεύτερο ερώτημα είναι γιατί τώρα;

Μπορούμε έγκυρα να υποθέσουμε ότι η τουρκική διπλωματία έψαχνε εδώ και καιρό κινήσεις ώστε να αντιδράσει στις πρωτοβουλίες της Αθήνας όλα τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι πρωτοβουλίες αφορούσαν – και αφορούν – περιφερειακές συνεργασίες στρατηγικού χαρακτήρα, την εμβάθυνση διμερών σχέσεων με ισχυρούς παίκτες όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία, την οριοθέτηση με Ιταλία και κυρίως με την Αίγυπτο, τις συμφωνίες με ενεργειακούς κολοσσούς και βεβαίως κινήσεις που απορρέουν από τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας, όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός.

Είναι πολύ πιθανόν, στην ανάλυση της τουρκικής διπλωματίας να κυριάρχησε η αντίληψη ότι η Ελλάδα εκμεταλλεύεται τα «ήρεμα νερά» για να ενισχύσει τις θέσεις της και να αποκτήσει τακτικά αλλά και στρατηγικά πλεονεκτήματα. Το ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάποιοι ισχυρίζονται στην ελληνική δημόσια συζήτηση. Επιπλέον, στα μάτια της Αγκυρας, η στρατηγική σχέση Ελλάδος-Ισραήλ, αντί να δυσχεράνει την θέση της Αθήνας στην περιφερειακή σκακιέρα λόγω της διεθνούς δυσαρέσκειας κατά του Ισραήλ (Γάζα, Ιράν) μάλλον την κατέστησε αξιόπιστο συνομιλητή πολλών, και σίγουρα των σουνιτικών μοναρχιών του Κόλπου (και του Κατάρ!).

Ολα αυτά ενίσχυσαν στην αίσθηση μιας σχετικής στρατηγικής υποχώρησης και αμηχανίας και αυτό επέτεινε την τουρκική ανασφάλεια και έφερε στην επιφάνεια έναν αδικαιολόγητο εκνευρισμό – αδικαιολόγητο γιατί κανείς στο βάθος δεν πιστεύει ότι η ελληνο-ισραηλινή σχέση έχει αντιτουρκική στόχευση – παρά τα όσα έχει δηλώσει ο ισραηλινός πρωθυπουργός. Στον βαθμό που η Τουρκία δεν επιβουλεύεται την ασφάλεια του Ισραήλ δεν έχει να ανησυχεί για τίποτε. Το Ισραήλ ποτέ δεν θα πλήξει μια χώρα τόσο ισχυρή όπως η Τουρκία, που επιπλέον είναι και μέλος του ΝΑΤΟ (ναι, το ΝΑΤΟ υπάρχει ακόμη…).

Πιθανότατα, λοιπόν, το περίφημο νομοσχέδιο είναι μια απέλπιδα προσπάθεια αναζήτησης κάποιας μορφής νομιμοποίησης και η αφετηρία επιστροφής σε συνθήκες έντασης που η Τουρκία θεωρεί ότι θα ανασχέσουν τον ελληνικό «ακτιβισμό» και θα αναγκάσουν όλους τους συνομιλητές της Αθήνας να κρατήσουν αποστάσεις. Υπάρχει και μια ακόμη εκδοχή που έχει να κάνει με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία (εξόντωση της αντιπολίτευσης κλπ), αλλά θα ήταν μάλλον λάθος να θεωρηθεί ότι αυτός είναι ο βασικός λόγος.

Ολα μαζί πάντως, ίσως απαντούν και στο «γιατί τώρα». Πιθανότατα, στο νομοσχέδιο δεν θα υπάρχει τίποτε καινούργιο ως προς την ουσία των πάγιων τουρκικών θέσεων. Δύσκολα θα δούμε ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, καθώς η Αγκυρα δεν θέλει να ρισκάρει μια αυστηρή αντίδραση της Ουάσιγκτον σε αυτή την συγκυρία, ούτε την ενεργοποίηση της συμμαχικής ρήτρας μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας. Ο όποιος τουρκικός σχεδιασμός θα ακολουθήσει γνωστά μοτίβα αντίδρασης (βλ. Κάσος).

Πώς θα πρέπει να αντιδράσει η Αθήνα; Πάνω από όλα με ψυχραιμία. Ελπίζει κανείς ότι τα κανάλια επικοινωνίας παραμένουν ανοιχτά. Αν η Αγκυρα επιλέξει να στήσει σκηνικό έντασης, η Αθήνα θα πρέπει να επαναλάβει την πάγια πρόσκλησή της για προσφυγή στην διεθνή Δικαιοσύνη και αν η άλλη πλευρά επιχειρήσει να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσω κρίσης, τότε θα πρέπει να θυμάται ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι το «πυρηνικό οπλοστάσιο» της Ελλάδας, και ο νοών νοείτω…

Υ.Γ. Η απόσυρση της συστοιχίας Patriot από την Κάρπαθο έχει αυτονόητη τακτική και επιχειρησιακή λογική. Σε στρατηγικό και συμβολικό επίπεδο, επίσης δεν αλλάζει το γεγονός ότι η Ελλάδα μπορεί όταν κρίνει να αναπτύσσει δυνάμεις όπου δει στην επικράτειά της. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποστολή των δύο Mirage δεν εξυπηρετεί κάτι με δεδομένο ότι δεν μπορούν και δεν πρέπει να παραμείνουν στο νησί.


Ο Κώστας Υφαντής είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει