Advertisement

Τι (δεν) έγινε στη δημόσια εκπαίδευση

Οση βαθιά ιδεολογική σύγχυση υπήρξε κατά το διάστημα 2010-2019, άλλη τόση παρατηρήθηκε τελικά και από το 2019 ως σήμερα, στον ευαίσθητο χώρο της παιδείας που καταγράφει σαν σεισμογράφος όποια τεκτονική αλλαγή μπορεί να γίνει. Κι αυτό αποδείχτηκε και στην ιεράρχηση των στόχων: από την εισαγωγή του Διεθνούς Απολυτηρίου, ως τα Προγράμματα Σπουδών και τα Βιβλία που αν και καινούργια έχουν ήδη χάσει τη μείζονα αλλαγή της ΤΝ | Αχιλλέας Ντελλής

Στην ταινία «Επτά χρόνια φαγούρα» (The Seven Year Itch, 1955) ένας παντρεμένος, αναγνώστης σε έναν εκδοτικό οίκο, ανακαλύπτει σε ένα βιβλίο μια (ψευδο)μελέτη περί του φαινομένου «κρίση ανίας ή πειρασμού» μετά τα επτά χρόνια γάμου. Ο σύζυγος φαντάζεται ονειρικούς πειρασμούς και ηδυπαθείς περιπέτειες χάρη στην παρουσία της Μέρλιν Μονρόε. Η ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ, αν και δεν είναι η καλύτερή του, απέδωσε στην αγγλική φράση «επτά χρόνια φαγούρα» έναν πολιτισμικό χαρακτήρα, ανανεώνοντας το συμβολικό αριθμό επτά επί το κωμικότερον. Έκτοτε, όταν θέλουμε να αναφερθούμε στην πορεία μιας σχέσης, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας, ενός δημόσιου θεσμού, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια μονάδα μέτρησης που μπορεί να κυμαίνεται από τα πέντε χρόνια (κατάλοιπο των σοβιετικών πενταετών προγραμμάτων) ως τα επτά για να τεκμηριώσουμε την ανάγκη επισκόπησης και πιθανής ανανέωσης. Μπορούμε δηλαδή να συνοψίσουμε την πορεία ενός θεσμού, μιας πολιτικής, εν προκειμένω της εκπαιδευτικής πολιτικής, με μια σχετική ασφάλεια στα επτά χρόνια που διανύθηκαν από το 2019.

Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μια γεωμετρική αύξηση της ηλεκτρονικής γραφειοκρατίας. Από μια άποψη η έγχαρτη πέρασε στον ψηφιακό κόσμο, εμπλέκοντας όλους τους εκπαιδευτικούς από εκεί που αφορούσε τη Διεύθυνση· από μια άλλη η αλματώδης αύξηση συσκότισε –αν δεν απέκρυψε κάτω από το χαλί– τα ουσιαστικά προβλήματα της Παιδείας (ακρισία, αγλωσσία, αμουσία). Ταυτόχρονα, η μεταβίβαση της τεχνογνωσίας των ιδιωτικών σχολείων στα δημόσια, μέσω της θεσμοθέτησης αρμοδιοτήτων (π.χ. συντονιστής ειδικότητας), επισφράγισε την αγκίστρωση της δημόσιας παιδείας στο άρμα της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Ό,τι δεν συντελέστηκε στη δημόσια παιδεία στο επίπεδο των υποδομών, της οργάνωσης και της απόκτησης εκπαιδευτικής ιδιοπροσωπίας ανά σχολείο, συντελέστηκε αθόρυβα και αχαρτογράφητα στην ιδιωτική. Η προσπάθεια να μεταφερθεί μόνον το τελευταίο χαρακτηριστικό (εκπαιδευτική κουλτούρα) αγνοώντας τα υπόλοιπα, υποδηλοί όχι μόνον μια αποσπασματική θεώρηση, αλλά κυρίως την αγχώδη προσπάθεια του νομοθέτη να καλύψει τον χαμένο χρόνο. Δεν απελευθέρωσε, έστω τα επτά ιστορικά πρότυπα σχολεία της χώρας (Α’ Πρότυπο, Ανάβρυτα, Βαρβάκειο, Ευαγγελική, Ζάνειο, Ζωσιμαία, Ιωνίδειο) από το αυστηρό και κανονιστικό πλαίσιο, μαζί με την υιοθέτηση μιας ευελιξίας, αντίστοιχης των ιδιωτικών σχολείων.

Advertisement

Αντί για μια τέτοια απελευθέρωση συντελέστηκε μια γρήγορα σχεδιασμένη επέκταση των Προτύπων Σχολείων σε μέρη που δεν όφειλαν να έχουν Πρότυπα (Τρίπολη, Πρέβεζα) και κυρίως των πειραματικών σχολείων, χωρίς ουσιαστική διασύνδεση με τα πανεπιστήμια και κυρίως χωρίς καμία μεταφορά τεχνογνωσίας από τα λειτουργούντα στα νεοϊδρυθέντα. Αντίστοιχη επέκταση έγινε και στα Καλλιτεχνικά Σχολεία την περίοδο 2017-2019 με τη ρητορική να τα προβάλλει ως τα νέα Πρότυπα. Ολα αυτά τα έργα βιτρίνας, υποστηριζόμενα από αριθμούς και στατιστικές στο δημόσιο λόγο, αποδεικνύουν την έλλειψη πολιτικής σκέψης που να εδράζεται είτε στο συντηρητισμό, είτε στο φιλελευθερισμό (liberal) είτε στο libertarian φιλελευθερισμό (νεοφιλελευθερισμό), είτε στη σοσιαλδημοκρατία.

Ακόμη και η επιχειρηματολογία υπέρ της αξιολόγησης ως αιχμή του δόρατος, ως το απόλυτο σχεδόν κριτήριο ανάταξης της δημόσιας παιδείας, κατέληξε σε καρικατούρα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, των σχολείων και κυρίως σε επιστροφή παλαιοσυντηρητικών τρόπων αντίληψης (επιθεωρητισμός). Ετσι, αντί για μια συντηρητική αντίληψη περί επανανοηματόδοτησης της έννοιας της αυθεντίας (π.χ. των συμβούλων) κατέληξε όλη η ιεραρχία στην εκπαίδευση να μην έχει στελεχωθεί από προσωπικότητες κύρους ή εκπαιδευτικούς άξιους, που ωστόσο «ιδιωτεύουν» στα σχολεία τους. Φαίνεται οι εμπνευστές της νομοθετικής παρέμβασης από το 2020 κ.ε. να είναι κομμουνιστογενούς προέλευσης, καθώς πίστευαν ότι η γιγάντωση ενός συστήματος μπορεί να επιδράσει ποιοτικά στον χώρο της εκπαίδευσης. Αγνόησαν όμως ένα κρίσιμο στοιχείο: η μετάβαση από ποσοτικές σε ποιοτικές αλλαγές δεν μπορεί να γίνει, όταν η ανυπαρξία μιας σοβαρής ιεραρχίας από το 1982 κ.ε. δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την πιστοποίηση προσόντων, τα οποία όμως δεν αποδεικνύουν τίποτα για τον βίο και την πολιτεία του εκπαιδευτικού της τάξης: οι συλλέκτες πτυχίων, βεβαιώσεων και μορίων επιμελώς αποκρύπτουν τη συγκρότηση της προσωπικότητάς τους. Ακόμη περιμένει η ελληνική εκπαίδευση ένα σύστημα εξετάσεων για την ανάδειξη συμβούλων εκπαίδευσης που θα αποτελέσουν την ατμομηχανή της παιδείας.

Η έλλειψη ουσιαστικής και ανατρεπτικής σύλληψης στα μείζονα αποδεικνύεται στην προτεροποίηση των στόχων. Πρωτεύον ήταν και εξακολουθεί να είναι η άμεση αλλαγή του τρόπου των εισαγωγικών εξετάσεων, καθώς αυτές δίνουν το βηματισμό σε όλη τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αντί αυτού, το πρόβλημα μετατίθεται στο μέλλον (2032 κ.ε.). Στο ενδιάμεσο υιοθετήθηκε ένα σχήμα που δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που πάει να λύσει, θέτοντας παράλληλα ένα ηθικό ζήτημα: η εισαγωγή του Διεθνούς Απολυτηρίου (International Baccalaureate/IB) στα δημόσια σχολεία εκτός του ότι δηλώνει την αδυναμία ουσιαστικής άρθρωσης μιας καινοτόμας αντίληψης προσαρμοσμένης στα καθ’ ημάς, θέτει το ερώτημα: αξίζει η δαπάνη για ένα σύστημα το οποίο στοχεύει περισσότερο στα ξένα πανεπιστήμια και πιθανόν τα ιδιωτικά στην Ελλάδα; Ποιος επωφελείται από αυτό; Η δημόσια παιδεία; Οι μαθητές; Οι εκπαιδευτικοί; Το ελληνικό κράτος; Το δημόσιο πανεπιστήμιο; Ακόμη και στην περίπτωση που το ΙΒ γίνει δούρειος ίππος για τις πανελλαδικές, δεν φαίνεται πώς αυτό μπορεί να γίνει. Περισσότερο εικάζεται κάτι τέτοιο, παρά τεκμαίρεται ως σχέδιο ολοκληρωμένης σύλληψης.

Πρωτεύον επίσης ήταν η άμεση αλλαγή βιβλίων· αντί αυτού υιοθετήθηκε ένα πολυδαίδαλο σχήμα που με το πρόσχημα της διαφάνειας και την επίκληση μιας θεσμικής διαδικασίας έφτασε να μην έχει αλλάξει κάτι στην επταετία. Και κυρίως χωρίς να έχει λυθεί το μείζον: ποια μπορεί να είναι η συνεισφορά του πολλαπλού βιβλίου όταν το Πρόγραμμα Σπουδών είναι κλειστό, συγκεντρωτικό, άκρως περιγραφικό και αναλυτικό, όπως άλλωστε όλη η δημόσια εκπαίδευση; Και πάνω από όλα: η όποια «αλλαγή» ήρθε πολύ αργά και έχασε τη μείζονα εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), όταν αξιωματικά Προγράμματα Σπουδών και Βιβλία αλλάζουν, τροποποιούνται, εμπλουτίζονται κάθε πενταετία με επταετία μαζί με τα αντίστοιχα βιβλία. Τα νέα βιβλία που είδαν το φως της δημοσιότητας τον Απρίλη του 2026 εκκινούν από την αφετηρία με ένα μειονέκτημα: είναι ήδη παλιά, μπροστά στη μείζονα εξέλιξη της ΤΝ.

Με λίγα λόγια, αντί να λυθούν τα όποια προβλήματα προστέθηκαν και άλλα, παρά τη διαφημιζόμενη περί πραγματισμού αντίληψη της αποκαλούμενης κεντροδεξιάς παράταξης. Και εδώ είναι το ζητούμενο: όση βαθιά ιδεολογική σύγχυση υπήρξε κατά το διάστημα 2010-2019, άλλη τόση παρατηρήθηκε και το διάστημα από το 2019 κ.ε. στον ευαίσθητο χώρο της παιδείας που καταγράφει σαν σεισμογράφος όποια τεκτονική αλλαγή μπορεί να γίνει.

Αν στην επταετία αυτή υπήρχε μια καθαρά συντηρητική αντίληψη θα επιδιωκόταν η αναζήτηση εκείνων των προσώπων που θα μπορούσαν να καταστούν σε μια εποχή απόλυτης σχάσης αυθεντίες και θα προβιβαζόταν η εκπαίδευση του Ωραίου και του Υψηλού μέσα από την Τέχνη.

Αν είχε κυριαρχήσει μια φιλελεύθερη αντίληψη, θα καλλιεργούνταν η έμφαση στην αμφισβήτηση και στη διαφωνία και κυρίως θα προβιβαζόταν η αυτονομία του υποκειμένου στην εποχή της απόλυτης υποκειμενικότητας, όπως επιδιώχθηκε στα Προγράμματα Σπουδών της Έκθεσης και της Λογοτεχνίας του 2019, τα οποία υπονομεύτηκαν εξ αρχής. Αν είχε κυριαρχήσει μια libertarian (νεοφιλελεύθερη) εκδοχή, θα προβιβαζόταν η επιλογή των σχολείων και των κουπονιών και της ιδιωτικής εκπαίδευσης σε όλες τις μορφές (κατ’ οίκον). Και πολύ περισσότερο, αν είχε κυριαρχήσει μια σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, η εκπαίδευση θα θεωρούνταν δημόσιο αγαθό και το κύρος της δημόσιας παιδείας θα υπερασπιζόταν.

Οι όποιες εκδοχές υπήρξαν δεν έγιναν με το μεταμοντέρνο τρόπο του bricolage, αλλά περισσότερο με μια παλαιοκομματική αντίληψη Μαυρογιαλούρου, όπως αποδεικνύεται από τη δημόσια ευχαριστήρια επιστολή που έχει αναρτήσει το ΙΕΠ προς την πολιτική ηγεσία, τεκμαίροντας την θεσμική εξάρτηση από τα πολιτικά παίγνια της στιγμής εις βάρος της εκπαίδευσης και της παιδείας.


* Ο Αχιλλέας Ντελλής είναι εκπαιδευτικός στο 1ο Πρότυπο Γενικό Λύκειο Αθηνών-Γεννάδειο

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει