Ο πειρατής που έγινε βασιλιάς
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τις θάλασσες της Μεσογείου όργωναν κουρσάροι και πειρατές. Ακόμα και στην Ελλάδα, πολλοί νησιώτες το γύρισαν στην πειρατεία. Δεν ήταν, όμως, οι μόνοι.
Κάποια στιγμή, τον 17ο αιώνα, γεννήθηκε στο Λιδωρίκι (έναν οικισμό της Φωκίδας) ο Ιωάννης Καψής. Ο Ιωάννης Καψής και τα δύο του αδέλφια, μάλλον ήταν τα «ελεύθερα πνεύματα» της περιοχής. Όταν μεγάλωσαν, πήραν και οι τρεις από κοινού μια απόφαση.
Οργανώθηκαν κατάλληλα και κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν μικρό στολίσκο. Με αρχηγό τον Ιωάννη, τα τρία αδέλφια άρχισαν να αρμενίζουν στις θάλασσες και να «χτενίζουν» το Αιγαίο. Ο Ιωάννης Καψής έγινε ένας από τους διασημότερους πειρατές της εποχής.
Με τον στολίσκο και τα αδέλφια του, λεηλατούσε περιοχές, έκλεβε περιουσίες, άρπαζε λάφυρα και κατέστρεφε ολοσχερώς πληρώματα και πλοία κάθε είδους. Έγινε ο φόβος και ο τρόμος όλων των ναυτικών που βρίσκονταν στον δρόμο του. Ξεκινώντας από αρματολός, έγινε ένας τρομερός πειρατής δρώντας και σε στεριά και σε θάλασσα. «Ο αμφίβιος δαίμων», έτσι τον αποκαλούσαν.
Τούρκοι, Ενετοί, αλλά και Έλληνες έτρεμαν το όνομά του. Έπλεε από την Ακαρνανία, σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, μέχρι τον Ελλήσποντο. Ακόμα και ο Μεγάλος Ναύαρχος του Οθωμανικού ναυτικού της περιόδου, ο Καπουδάν Πασάς, είχε δώσει εντολή στα πληρώματα, αν συναντούσαν τον Ιωάννη Καψή, να γίνει προσπάθεια να επιβιώσει ο στόλος με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες.
Οι Οθωμανοί, είχαν κατακτήσει την Μήλο από το 1537. Όσο περνούσε ο καιρός, και κυρίως τον επόμενο αιώνα, εξελίχθηκε σε ένα από τα κύρια άντρα των πειρατών του Αιγαίου. Η Μήλος, έγινε κέντρο εμπορίου της πειρατικής λείας των γύρω περιοχών και το νησί έγινε πλούσιο χάρη σε αυτό.
Επόμενο ήταν, λοιπόν, να βρεθεί κάποια στιγμή εκεί και ο Ιωάννης Καψής. Άραξε στο λιμάνι της Μήλου, μάλλον για να εμπορευτεί κι αυτός ό,τι πολύτιμο είχε συγκεντρώσει από τις πειρατικές επιδρομές του. Δεν ήξερε, όμως, τι τον περίμενε… Ίσως σε κάποιον από τους δρόμους της Χώρας, ανάμεσα σε άλλους πειρατές και κλεμμένα αστραφτερά αντικείμενα, ο Ιωάννης αντίκρυσε μια γυναίκα. Μια όμορφη Μηλιά.
Για αυτήν την γυναίκα, την κόρη ενός προύχοντα (άτομο με εξουσία, επιρροή, κοινωνική υπεροχή) του νησιού, ο Ιωάννης Καψής, ο αλύπητος κουρσάρος, ο αιμοβόρος πειρατής, ο «αμφίβιος δαίμων», τα παράτησε όλα. Άφησε πίσω του την πειρατεία, παντρεύτηκε την γυναίκα που ερωτεύτηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Μήλο.
Η οικογένεια της κοπέλας, οι Αρμένηδες, ήταν πάμπλουτη. Εύρωστος οικονομικά όπως ήταν κι ο ίδιος, αυτός και η σύζυγός του φαίνεται ότι ζούσαν μια ήρεμη και άνετη ζωή. Μέχρι την στιγμή, που ένα γεγονός τον έκανε να βγει πάλι στα ανοιχτά…
Ο ένας από τους δύο αδελφούς του, είχε μείνει μαζί του στη Μήλο. Ο άλλος, ο οποίος είχε αποκτήσει το όνομα «Καπετάν Τρομάρας», παραθέριζε ακόμα στις θάλασσες. Πιάστηκε, όμως, από τους Φράγκους. Εκείνοι, τον παρέδωσαν έπειτα στους Οθωμανούς. Ο Καπουδάν Πασάς, τον βασάνισε και έπειτα τον σκότωσε.
Όταν έμαθε γι’ αυτό ο Ιωάννης Καψής, πλημμύρισε σίγουρα από οργή. Αυτός και ο άλλος αδελφός του, ανέβηκαν και πάλι στα καράβια τους, αποφασισμένοι να πάρουν εκδίκηση. Δεν άφησαν πλοίο για πλοίο αλώβητο. Έριξαν οθωμανικά και φραγκικά πλοία σε όλο το Αιγαίο.
Το 1677, ο Ιωάννης επέστρεψε στην Μήλο. Αυτή τη φορά, όμως, δεν έγινε και πάλι διαλλακτικός. Εξαπέλυσε ενόπλους, κατέρριψε την τοπική οθωμανική εξουσία και τις αρχές και έγινε ο ίδιος κύριος του νησιού. Λίγο αργότερα, στην ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας Πορτιανής, στέφθηκε τον δον Αντόνιο Καμίλο (έναν από τους εξήντα Λατίνους ιερείς που είχαν σκορπιστεί στις Κυκλάδες για τον εκκαθολικισμό των κατοίκων) βασιλιάς της Μήλου.
Ένας πειρατής, που έγινε βασιλιάς. Ηγέτης ενός ανεξάρτητου «πειρατικού» νησιωτικού κράτους, στο οποίο εγκατέστησε τοπικό στρατό, διοικητικές και νομικές αρχές και δικαστήριο, στο οποίο ως δικαστής ενεργούσε ο ίδιος. Αναγνωρίστηκε από όλους τους κατοίκους και κανένας δεν μπορούσε να του στερήσει την εξουσία. Κανένας δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί του.
Παρόλα αυτά, η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη και τα κατορθώματά του τόσο διαδεδομένα, που οι τοπικοί άρχοντες τον φθονούσαν και οι εχθροί του καραδοκούσαν, ψάχνοντας ευκαιρίες να τον «χτυπήσουν». Παράλληλα, άλλοι εμπνεύστηκαν από αυτόν. Κι άλλα νησιά άρχισαν να επιζητούν την ελευθερία. Σε Σίφνο, Νάξο και Μύκονο, γίνονταν μικροανταρσίες και υπήρχαν τάσεις για ανεξαρτητοποίηση.
Αυτό δεν άρεσε καθόλου στους Οθωμανούς. Γνωρίζοντας ότι γι’ αυτό έφταιγε ο Καψής, έβαλαν σε εφαρμογή ένα ύπουλο σχέδιο για να τον βγάλουν από τη μέση. Έστειλαν στην Μήλο, μια μικρή μοίρα του στόλου. Ο διοικητής της μοίρας, απευθύνθηκε στον Καψή με άκρα ευγένεια, του απένειμε πλούσια δώρα και τον διαβεβαίωσε ότι είχε την εύνοια του σουλτάνου.
Μέχρι που τον προσκάλεσε στο πλοίο, για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του για την φιλοξενία στο νησί. Πρωτοφανής και αλλοπρόσαλλη η απόφαση του Καψή, τέτοιου έμπειρου πειρατή, να δεχτεί την πρόταση και μάλιστα χωρίς καμία συνοδεία, όταν συνήθιζε να περπατάει στο νησί προστατευόμενος από 50 σωματοφύλακες…
Με το που ανέβηκε ο Καψής στο πλοίο, οι Οθωμανοί τον συνέλαβαν, τον έδεσαν με αλυσίδες και τον μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, φυλακίστηκε και βασανίστηκε στο Επταπύργιο (Γεντί κουλέ) και τελικά γνώρισε ένα άδοξο τέλος. Απαγχονισμό.
Οι Οθωμανοί δεν σταμάτησαν να εκδικούνται. Γύρισαν στο νησί της Μήλου και το αποδεκάτισαν. Η όμορφη πόλη της Χώρας με τα αρχοντικά και τα άλλα κτήρια με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, καταστράφηκαν. Μέσα σε έναν αιώνα, οι κάτοικοι της Χώρας από 5.000 έγιναν 200, περιπλανώμενοι στη ρημαγμένη πόλη, χωρίς να έχουν πια τον πειρατή – βασιλιά να τους υπερασπιστεί.
Βιβλιογραφία: