Ο Νιόνιος που μάγεψε και τα Κύθηρα
Μία μικρή συλλογή φωτογραφιών από τη συναυλία στο Κάστρο της Χώρας τον Αύγουστο του 2007 και λίγοι στίχοι από την απίθανη παραγωγή του Μεγάλου Διονύση Σαββόπουλου, που τον αποχαιρετά η Ελλάδα σήμερα.
Κωλοέλληνες…….
Μελαμψές φυλές
κοντοπόδαρες,
Σειλινοί του κράτους
που ξερνάει και να `τους,
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές.
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες.
Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ` ό, τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό.
Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο Άλφα της Αξίας
της Αρχής της Μίας
λουτροκαμπινές.
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές.
Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε μικρά Ασία,
Κύπρο, Λευκωσία
ΒόρειοΉπειρο.
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζούμε
Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα,
τη θάλασσα, την πόλη, το ιερό,
πλημμύρισε σκουλίκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό.
Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις.
Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο,
αχ, οι Έλληνες !
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ`τον εδώ ουρανό τους.
Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί
στους Πανέλληνες
στους Πανέλληνες.
Εμείς, του ’60 οι εκδρομείς,
απόμακροι εξ αρχής
εκτός παραδομένου κόσμου εμείς,
ανήλικοι διαρκώς,
μα κι απ’ το καθεστώς
αμόλυντοι ευτυχώς, εμείς.
Εμείς, μιας δίψυχης ωδής
παράλογα ανοιχτής,
με συμπεριφορές ανατροπής,
και της βαθιάς μας ζωής
της συντηρητικής,
εμείς οι εκκρεμείς.
Χρονιές, με αίμα και φωτιές
και Χούντας κι Ιουλιανές,
και της μεταπολίτευσης φωνές,
αυτού του συρφετού,
του δημοκρατικού
του νέου εγωισμού, εμείς.
Εμείς, υπόγειας διαδρομής,
το ‘83 παχείς,
με “Τραπεζάκια Έξω” ευτυχείς,
σε κύμα ξαφνικό, στο “Ολυμπιακό”,
στο απόλυτο κενό.
Ο ιερέας χρυσώ κεκοσμημένος,
η κιμωλία, οι συλλαβές, ο δάσκαλος Φωτίου
κι ο στρατιώτης ακίνητος
και μόνο αυτός ο ήχος σημαίας και ιστίου.
Εδώ η μνήμη έχει ένα κενό.
Πώς αποσχηματίσθη αίφνης;
Υπνώθη σε καρέκλα σωματείου
ή πήγε και απετάγη;
Η μνήμη κρυπτοελογοτομήθη.
Πώς σκέπττονται οι άλλοι;
Όπως νομίζουν το σκότος
δεν χρεώνεται αλλού.
Τι φταίνε τώρα οι μαύροι κυβερνώντες,
οι “Κάππα”, τα “ΠΑΣΟΚ” και τα “Νου Δου;”
Εμείς το εμφυσήσαμε το νέφος
που εντός του επωάσθηκαν όλοι αυτοί,
εμείς με τις αιώνιες τις δυσθυμίες μας
με το κενό και με το αμφισβητώ
σαν πετρωμένοι μέσα στο καθιστικό
να ζεις τον θάνατό σου,
για τους άλλους, δεν έχει τέτοιο επάγγελμα εδώ,
δεν έχει πια τραγούδι θεϊκό.
Χιονιάς, βραδιές αστροφεγγιάς,
το βούισμα της συκιάς,
σ’ αυτή την ηλικία, ή μιλάς
της καθεμιάς γενιάς
καινούριας και παλιάς,
ή κλείνεις και σιωπάς, για μας.
Σχεδόν 45 ετών,
με μπλοκ επιταγών,
χωρίς κανένα αντίκρισμα εξόν
την γη του θησαυρού,
τους τίτλους τ’ ουρανού
το αίμα του Θεού.
“Ήταν ένας κότσιφας που τον λέγανε Σταύρο
απόκτησε φωλιά και κοτσιφόπουλα και στάθηκε στο πιο ψηλό κλαδί του δένδρου, καμαρωτός- καμαρωτός…
-Δεν με λένε Σταύρο, μον με λεν Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη…
παει φωλιά, παν τα κοτσιφόπουλα…
– Δεν με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη μόνο Σταύρο με λένε, μόνο Σταύρο με λένε”.
Φωτογραφίες: ΠΑΝ. Ε. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΣ