Ο επενδυτής στα χρόνια του πολέμου
Βλέπω τους πυραύλους, ακούω για τον χρυσό, μαθαίνω για το bitcoin, και το Σάββατο κατεβαίνω στη λαϊκή με μια απορία. Μήπως να πάρω τελικά εκείνα τα κολοκυθάκια; Γιατί, αν το πράγμα συνεχίσει έτσι, σε λίγο θα θεωρούνται κι αυτά ασφαλές καταφύγιο. Και τουλάχιστον, άμα τα κρατήσεις στο ψυγείο, τρώγονται. Οχι σαν τον χρυσό… | Δημήτρης Ευθυμάκης
Ο πόλεμος, λέει, αλλάζει τις αγορές. Το ακούω κάθε βράδυ στην τηλεόραση, ανάμεσα σε πλάνα από πυραύλους και κάτι κυρίους με κοστούμια που εξηγούν με σοβαρό ύφος ότι «οι επενδυτές στρέφονται σε ασφαλή καταφύγια». Κι εγώ, καθισμένος στον καναπέ με το τηλεκοντρόλ στο ένα χέρι και τον λογαριασμό της ΔΕΗ στο άλλο, προσπαθώ να καταλάβω σε ποιο ακριβώς καταφύγιο να στραφώ και πώς. Γιατί το μόνο που βλέπω μπροστά μου είναι η λαϊκή του Σαββάτου, όπου τα κολοκυθάκια έχουν φτάσει τα πεντέμισι ευρώ και ο μανάβης με κοιτάει σαν να μου πουλάει μετοχές της Wall Street.
«Ο χρυσός ανεβαίνει», λένε οι ειδικοί. «Το bitcoin ξαναπαίρνει τα πάνω του». Το λένε με έναν ενθουσιασμό που θα ταίριαζε σε ανακάλυψη φαρμάκου, όχι σε έναν κόσμο που καίγεται. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε γραφήματα και αγγλικούς όρους, πετάγεται η μεγάλη συμβουλή: «Σε περιόδους κρίσης, πρέπει να προστατεύσετε τα κεφάλαιά σας». Ποια κεφάλαια; Εγώ προστατεύω το πορτοφόλι μου από το να ανοίξει μόνο του και να αδειάσει. Το 20ετίας αμάξι μου στρίβει μόνο του όπου δει βενζινάδικο κι εγώ παλεύω να το επαναφέρω στην ευθεία του δρόμου.
Προσπαθώ να φανταστώ τη ζωή μου σε πιο «επενδυτική» εκδοχή. Να πηγαίνω, ας πούμε, στον χασάπη και αντί για κιμά να ζητάω μισό κιλό ασήμι. Να πληρώνω τον καφέ με bitcoin. «Ενα φρέντο εσπρέσο και 0,0003», να λέω, με τον καφετζή να με κοιτάζει σαν να έχω βγει από σεμινάριο start-up. Ή να βγάζω από το συρτάρι μια χρυσή λίρα για ώρα ανάγκης, σαν τον παππού μου, μόνο που εκείνος είχε Κατοχή, εγώ έχω προσφορές στο σούπερ μάρκετ.
Και κάπου εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρω από επενδύσεις. Είναι ότι δεν είμαι ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάνε. Οταν λένε «οι αγορές μετακινούνται», δεν εννοούν εμένα που μετακινούμαι από τον μισθό στις υποχρεώσεις και από εκεί στο «δεν πειράζει, άσ’ το για τον άλλο μήνα». Εννοούν κάτι τεράστια ποσά που ταξιδεύουν από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη, ψάχνοντας να κρυφτούν με τον ίδιο τρόπο που εγώ ψάχνω φθηνότερες ντομάτες.
Βέβαια, το αποτέλεσμα με αφορά. Γιατί κάθε φορά που ο χρυσός «παίρνει την ανιούσα», παίρνει μαζί του και το ρεύμα, τη βενζίνη, το ενοίκιο, το καρότσι στο σούπερ μάρκετ. Δεν ξέρω πώς, αλλά έτσι γίνεται. Είναι σαν να ανεβαίνει ένα ασανσέρ στο οποίο εγώ δεν μπήκα ποτέ, αλλά πληρώνω τα κοινόχρηστα για να λειτουργεί. Και όταν ρωτάς «μα γιατί;», σου απαντούν με ένα χαμόγελο γνώσης: «Ετσι λειτουργεί η οικονομία».
Οπότε κάθομαι κι εγώ ήσυχος και παρακολουθώ τις εξελίξεις. Βλέπω τους πυραύλους, ακούω για τον χρυσό, μαθαίνω για το bitcoin, και το Σάββατο κατεβαίνω στη λαϊκή με μια απορία. Μήπως να πάρω τελικά εκείνα τα κολοκυθάκια; Γιατί, αν το πράμα συνεχίσει έτσι, σε λίγο θα θεωρούνται κι αυτά ασφαλές καταφύγιο. Και τουλάχιστον, άμα τα κρατήσεις στο ψυγείο, τρώγονται. Οχι σαν τον χρυσό…