Κείνες τσι μέρες είχε βγάλει ένα πόνεμα στη δεξιά του αμασκάλη ο Αποστόλης κι ήτανε στι μαύρες του. Δεν εμπόρειε να το κουνήσει, το ρημάδι κι είχε τόσες δουλειές να κάμει. Εκλαιγότανε σ’ όποιον έβρεσκε στο δρόμο του.
-Ωχω είντα έπαθα, κοίτα είντα μ’ ηύρε.’Ούτε τσοι πλαγιομάνους δεν έχω σπείρει ακόμα. Πότε θα γενεί ο διάολος να μπορέσω να κουνηθώ; Οι σπόροι μου φαίνεται θα μείνουνε τα χωράφια μου οφέτος.
Να σκάσει, που λέτε, επάαινε. Η κερά του τον επαρακίνα να πάει στο γιατρό, αλλά εκείνος ούτε να τ ακούσει δεν ήθελε, γιατί εφοβότανε τσι ενέσεις.
-Δεν πάω πότα. Τονε ξέρω ΄ γω είντα εκδοροσφαγέας είναι. Θα μου το σκαλίσει, θα μου το πασπαλίσει και θα μου γενεί άλλο τόσο.ʼΑστο και θα γιάνει μοναχό του.
Αλλ’ αυτό αντί να γιάνει, ένα βράδυ εκακοσύνεψε μονιτάρου, τονε λέλεψε στον πόνο κι αρχίνιξε να τονε τρώει άγρια γύρω-γύρω. Ο Αποστόλης τα στενοδιάστηκε.
-Γυναίκα, πααίνω ολοδράμουντος στη θεία μου την Πηνελόπη. Ξέρει και τα γητεύει θαρρώ τα πονέματα.
-Πού θα πάεις μωρέ να τηνε ξυπνήσεις στα μαύρα μεσάνυχτα; ʼΑστο και να πάεις το πρωί στο γιατρό. Τώρα τελευταία, δεν περνούνε κι αυτά πλέα με τσι γητείες.
Αλλά ο Αποστόλης ετσίνα από τσοι πόνους. Δεν εκρατήθηκε. Εκουβαλήθηκε στη θεία του και την ασήκωσε από το κρεββάτι.
-Σώσε με, θεία, σώσε με! Έχω ένα πόνεμα κάτω’ πο την αμασκάλη και με πονεί κακού λογού. Γήτεψέ μου το, θεία, να μου είχε μαϊνάρει γιατί από τον πόνο δεν θα ξημερωθώ.
-Για να το δω μωρέ. Αγιάθονας είναι;
-Ξέρω κι εγώ, εντοέ, επαδά τόχω, που να μην έσωνα.
-Καλά μπρε τόπα. Αγιάθονας είναι, έτοιμος να σπορίσει. Κάτσε ένα μομέντο να βρω ένα σουγκλί να σε ξαλαφρώσω.
Ο Αποστόλης, που γενικα ήτανε θεριακλής άντρας, μόλις άκουσε για σουγκλί του λυθήκανε τα νεφρά του.
Λέεις να τα πάθω σαν και τότες που μου έβγαλε ο Αντωνέλης το φρονιμίτη με τη ντανάλια και του έμεινα; Γούστο θάχει, εσκεβότανε από μέσα του και τα πόδια του είχανε αρχινίξει κι ετρέμανε.
Ως την ώρα η γραία είχε ανακατέψει τα εργαλεία του συχωρεμένου της κι εγύρισε μ’ ένα θερίο σουκλί στο χέρι.
-Ένα μομέντο, να το πυρώσω στη φλόγα του λύχνου και θα στο φτιάξω ‘γω που να μη φαίνεται ίχνος ίσαμε το πρωί.
-Θα το πυρώσεις κιόλας θεία;
-Τίοτα δεν θα καταλάβεις, θεριακλή.
-Όχι πως φοβάμαι, αλλά να, γαργαλιόμαι στη μασκάλη μωρέ θεία και λέω να τ’ αφήκομε.
-Δεν θ’ αφήκομε τίποτα. Ένα τσακ θα σου κάμω, εσύ θα ξανοίγεις αλλού κι εγώ θα στο αδειάσω από το ζουλάμπι ώσπου να πεις ορά.
Ο Αποστόλης έτρεμε τώρα ολόκληρος.
Λέει να τα πάθω σαν ετότες, στο στρατό, που κλώτσησα το πόδι του κρεββατιού και σαν είδα το νύχι μου να κρέμεται, τους εξεράθηκα; Γούστο θάχει, σκεφτότανε πάλι από μέσα του κι εσφιγότανε να μην του φύγουνε τίοτα σταγόνες. Η γραία Πηνελόπη τον οσμίτηκε.
-Τρέμεις, μωρέ διάολε; Μωρέ άντρας είσαι εσύ, γη μουνούχος; Στάσου μωρέ καλά!
-Δεν φωνάζομε και την κερά μου, θεία, να με βαστά, γιατί, εδώ που τα λέμε, το σουγκλί σου είναι θερίο. Φοβάμαι λιγάκι. Δεν έχεις κανάνε άλλο εργαλείο;
-Το σουγκλί μου είναι τέλειο, μόνο κάτσε εκειά στο σκαμνί.
Ο Αποστόλης έκαμε να πάρει δρόμο και να φύγει, αλλά από την άλλη σκεφτότανε πως στο γιατρό θάτανε χειρότερα. Θα κάτσω, είπε μέσα του και θα σφιχτώ όσο μπορώ. Η γραία στο μεταξύ τονε στρίμωξε. Του σήκωσε το χέρι ψηλά και του αγρίεψε.
Θα κάμω υπομονή, σκεφτότανε ο Απόστολος και θ’ αντέξω. Αλλά λέεις να πάθω σαν ετότες που κόπηκα με τη φαλιτσέτα και μόλις είδα τα αίματα ελιγόθηκα; Γούστο θάχει.
Γούστο-ξεγούστο, η θεία τον είχε χερικώσει κι ο Αποστόλης, καθισμένος απάνω στο σκαμνί, είχε γυρίσει την κεφάλα του κατά το παράθυρο κι εξάνοιγε όξω, το σκοτάδι. Δεν εμπόρειε πλέα να κάμει πίσω.
Ένα τσάκ ακούστηκε κι ένα ωωωχ παρατεταμένο και μονιτάρου το σκοτάδι μπουκάρισε από το παράθυρο και γιόμησε όλο το σπίτι. Σκοτεινιάσανε όλα γύρω του, έχασε τον κόσμο, άγειρε δεξιά και ξάπλωσε φαρδύς-πλατύς μέσα στη σκάφη με το προζύμι, που την είχε εκειά δίπλα του η γραία γιατί ετοιμαζότανε για ζυμωτό την άλλη το πρωί.
-Που να σου δώσει γιότσα, πάει το προζύμι μου, μου το μαγάρησες διαόλου χέστη. Εξεράθηκες, μωρέ αχαμνέ;
Ο Αποστόλης βέβαια δεν ελάλιε, μόνο εκούνιε τα χέρια του μέσα στο προζύμι κι εβόγγα σαν να εψυχομάχιε.
Η γραία έφερε ένα σίγκλον νερό και τονε κατάβρεξε, του τράβηξε και κάτι χάστουκους ξεγυρισμένους και σε κανένα τέταρτο συνήλθε ο θεριακλής.
-Ελιγόθηκα θέλει. Εινταλώς τόπαθα, μπρε θεία; Γούστο έχει.
-Είντα να σου πω! Μεγάλο γούστο. Μούκαμες το προζύμι μου κοπρόλασπη και τόχεις και για γούστο.
-Το σουγκλί, μπρε θεία, θερίο ήτανε .Αν είχες κανένα πιο μικρό, τίοτα δεν θα πάθαινα.
-Τον κακό σου το φλάρο. Σε ξέρω εγώ κι από άλλες. Πάαινε από δω. Τη γυναίκα σου την κακορίζικη λυπόμαι που θα πολεμά τέτοιαν ώρα να σου πλιένει τσι μαγαρισιές και τα προζύμια. Αχ μπρε, και να μασε τύχει πόλεμος!
Ό,τι έχεις μέσα σου, βρε παιδί μου, όλη σου τη ζωή μαζί σου το κωλοσέρνεις. Ο Αποστόλης ογδόντα χρονών έσωσε και μία δόση, εκειά που τον είχε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα του καφενείου, επήγανε οι σιφούνοι και του πασαλείψανε με σάλτσα το παντελόνι του, μπροστά, στα μαγαζιά, που λένε. Ύστερα τονε ξύπνησε ένας και του λέει:
-Είντα αιμοραγία είναι μπάρμπα αυτηδά; Σου έσπασε κανένα αγγείο;
Ξάνοιξε τσι σάλτσες ο Αποστόλης και παρ’ όλο που αισθανότανε περίφημα μέχρι εκείνη την ώρα, μόλις είδε τα κόκκινα, τα τσιτάκωσε, προσωρινώς πάλι .Είδανε κι επάθανε να τονε στηλώσουνε, ευτυχώς όμως συνήλθε, δεν είχε αποθάνει ολωσδιόλου.
Θεός σχωρέστου, μόνο όταν επέθανε στ’ αλήθεια δεν εφοβήθηκε καθόλου. Διότι δεν επρόκαμε να φοβηθεί. Απόθανε στον ύπνο του. Κι αυτό βέβαια δεν είναι σίγουρο. Διότι μπορεί εκείνη την ώρα να ονειρευότανε πως του έβγανε ο Αντωνέλης με την ντανάλια του, τον άλλο του το φρονιμίτη. Κάθου γύρευε.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 108 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1997