Ανακαλείται κρητικό ελαιόλαδο λόγω υπέρβασης MCPD – Η επίσημη ανακοίνωση των Γερμανικών Αρχών
Πέπη Οικονομάκη
Οι MCPD είναι ανεπιθύμητα υποπροϊόντα της επεξεργασίας φυτικών ελαίων, τα οποία σε υψηλές ή μακροχρόνιες εκθέσεις έχουν συσχετιστεί με πιθανή νεφρική τοξικότητα και άλλες επιδράσεις στην υγεία
Η γερμανική εταιρεία Ghorban Delikatessen Manufaktur GmbH ανακοίνωσε στις 15 Μαΐου 2026 την ανάκληση παρτίδας ελαιολάδου για τηγάνισμα με προέλευση την Κρήτη, λόγω υπέρβασης ενός επιτρεπτού ορίου για εστεροποιημένους λιπαρούς οξυεστέρες MCPD. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του κατασκευαστή, σε ποιοτικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη παρτίδα περιείχε 2.386 µg/kg της ουσίας, τιμή που υπερβαίνει το θεσμοθετημένο ανώτατο όριο των 1.950 µg/kg κατά 436 µg/kg.
Οι εστεροποιημένοι λιπαροί οξυεστέρες MCPD (κυρίως 3-MCPD και 2-MCPD και οι λιπαροί εστέρες τους) είναι χημικές ενώσεις που σχηματίζονται κυρίως κατά τη βιομηχανική επεξεργασία φυτικών ελαίων σε υψηλές θερμοκρασίες, όπως κατά το ραφινάρισμα. Δεν προστίθενται στα τρόφιμα, αλλά προκύπτουν ως ανεπιθύμητα υποπροϊόντα όταν τα έλαια εκτίθενται σε θερμότητα και συγκεκριμένες χημικές συνθήκες. Η EFSA (Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων) έχει αξιολογήσει ότι η 3-MCPD μπορεί να είναι νεφροτοξική σε πειραματόζωα και ενδέχεται να επηρεάζει τη γονιμότητα σε υψηλές δόσεις, γι’ αυτό έχει οριστεί ανεκτή ημερήσια πρόσληψη (TDI) στα 0,8 μg/kg σωματικού βάρους την ημέρα.
Οι αντίστοιχοι γλυκιδυλεστέρες (glycidyl esters), που συχνά εμφανίζονται μαζί, θεωρούνται πιο ανησυχητικοί επειδή ο μεταβολίτης τους (glycidol) είναι γενοτοξικός και πιθανώς καρκινογόνος, χωρίς να έχει καθοριστεί ασφαλές όριο έκθεσης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν θεσπιστεί ανώτατα επιτρεπτά όρια για τα επίπεδα MCPD και γλυκιδυλεστέρων σε φυτικά έλαια και επεξεργασμένα τρόφιμα μέσω του κανονισμού για τους ρυπαντές τροφίμων (Κανονισμός (ΕΚ) 1881/2006 και τροποποιήσεις), με στόχο τη μείωση της έκθεσης του πληθυσμού. Γενικά, ο κίνδυνος για τον καταναλωτή εξαρτάται από τη μακροχρόνια πρόσληψη και τα επίπεδα κατανάλωσης επεξεργασμένων λιπαρών, ενώ μεμονωμένες υπερβάσεις σε προϊόντα ελέγχονται κυρίως προληπτικά μέσω ανακλήσεων για να αποφευχθεί πιθανή χρόνια έκθεση.
Το λάδι που ανακαλείται
Το προϊόν που αφορά η ανάκληση είναι το «Bratolivenöl aus Kreta» της μάρκας GHORBAN®, σε συσκευασία των 750 ml σε πλαστικό δοχείο. Η συγκεκριμένη παρτίδα φέρει τον αριθμό LOT 250471 και ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 20.02.2027. Η εταιρεία επισημαίνει ότι, παρότι δεν έχει αναφερθεί κάποιο επιβεβαιωμένο περιστατικό επιβάρυνσης της υγείας, δεν μπορεί να αποκλειστεί πιθανός κίνδυνος από την κατανάλωση του προϊόντος, και για τον λόγο αυτό συνιστάται να μην καταναλωθεί.
H επίσημη ανακοίνωση των Γερμανικών Αρχών
Το ελαιόλαδο που ανακαλείται
Η ανάκληση αφορά ολόκληρη την Γερμανία για προϊόντα που διακινήθηκαν μέσω μεγάλων αλυσίδων λιανικής, μεταξύ των οποίων οι REWE και Edeka. Στις δημόσιες ανακοινώσεις και στις βάσεις δεδομένων ειδοποιήσεων ασφάλειας τροφίμων δεν αναφέρεται ονομαστικά κάποιο συγκεκριμένο ελληνικό ελαιουργείο ή παραγωγική μονάδα. Αυτό σημαίνει ότι το ελαιόλαδο πιθανότατα προέρχεται από συλλογή και προμήθεια χύμα ελαιολάδου από την Κρήτη, το οποίο στη συνέχεια αναμειγνύεται, τυποποιείται ή συσκευάζεται από τον εμπορικό υπεύθυνο.
Στην πράξη, σε τέτοιου τύπου προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label), η ένδειξη «Κρήτη» συχνά αφορά την γεωγραφική προέλευση του πρώτου υλικού, όχι απαραίτητα μία συγκεκριμένη επώνυμη ελληνική εταιρεία που εμφανίζεται στη συσκευασία. Η ιχνηλασιμότητα υπάρχει σε επίπεδο ελέγχου τροφίμων, αλλά δεν δημοσιοποιείται πάντα στο κοινό.
Από την πλευρά της επιστήμης τροφίμων, τα δεδομένα συνηγορούν ότι οι εστεροποιημένοι 3-MCPD και 2-MCPD δεν αποτελούν φυσικά συστατικά του ελαιολάδου στον ελαιώνα, αλλά σχηματίζονται κυρίως κατά τα στάδια υψηλής θερμικής επεξεργασίας των φυτικών ελαίων, ιδιαίτερα κατά το ραφινάρισμα και την αποσμητική απόσταξη (deodorization) σε θερμοκρασίες που συχνά ξεπερνούν τους 200°C. Σε αυτές τις συνθήκες, τα τριγλυκερίδια και τα υπολείμματα χλωριούχων ενώσεων μπορούν να αντιδράσουν σχηματίζοντας MCPD εστέρες και γλυκιδυλεστέρες, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική προέλευση της πρώτης ύλης.
Η European Food Safety Authority έχει επισημάνει σε γνωμοδοτήσεις της ότι οι υψηλότερες συγκεντρώσεις MCPD και glycidyl esters παρατηρούνται συστηματικά σε εξευγενισμένα (refined) φυτικά έλαια, ενώ τα παρθένα και εξαιρετικά παρθένα έλαια εμφανίζουν κατά κανόνα πολύ χαμηλά ή μη ανιχνεύσιμα επίπεδα, ακριβώς επειδή δεν υφίστανται αντίστοιχες θερμικές διεργασίες. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι, όταν σε ένα προϊόν εμφανίζεται υπέρβαση ορίων MCPD, η αιτία εντοπίζεται συνήθως στο στάδιο της βιομηχανικής επεξεργασίας, ανάμειξης ή τυποποίησης (π.χ. ραφινάρισμα, blending, επαναθέρμανση ή επεξεργασία για χρήση σε τηγάνισμα), και όχι στην πρωτογενή παραγωγή του ελαιοκάρπου ή στον ελαιουργό της περιοχής προέλευσης.
Με άλλα λόγια, η ένδειξη «Κρήτη» αφορά την πρώτη ύλη, αλλά οι συγκεκριμένοι ρύποι συνδέονται κατά τεκμήριο με τις συνθήκες επεξεργασίας μετά τη συγκομιδή, γεγονός που καθιστά το ζήτημα περισσότερο θέμα βιομηχανικής πρακτικής και ελέγχου ποιότητας στην αλυσίδα τυποποίησης παρά «ευθύνης παραγωγού στον ελαιώνα». Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι καταναλωτές που έχουν προμηθευτεί το συγκεκριμένο ελαιόλαδο καλούνται να το επιστρέψουν στο σημείο αγοράς, όπου προβλέπεται επιστροφή του χρηματικού αντιτίμου, συνήθως χωρίς να απαιτείται απόδειξη αγοράς. Οι αρχές ασφάλειας τροφίμων και ο παραγωγός υπογραμμίζουν ότι η διαδικασία απομάκρυνσης του προϊόντος από την αγορά βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ ζητείται από το κοινό να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα στοιχεία της ετικέτας ώστε να αποφευχθεί τυχόν κατανάλωση της συγκεκριμένης παρτίδας.