Advertisement

Το απότομο ξύπνημα και οι άνεμοι ενός νέου Ψυχρού Πολέμου

Πολλοί αναλυτές βλέπουν τους πρωταγωνιστές της σημερινής γεωπολιτικής σκηνής να υπνοβατούν (προς την καταστροφή), όπως υπνοβατούσαν και οι Ευρωπαίοι το 1913, πριν από το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου, ή όπως αδράνησαν στα χρόνια του Μεσοπολέμου, όταν μια σειρά από κρίσεις προμήνυαν τον Β' Παγκόσμιο. Το καλό νέο σε σχέση με το παρελθόν είναι η αντίσταση της Ουκρανίας

Πόσο ευρύ είναι το πεδίο των ρωσικών προκλήσεων το τελευταίο διάστημα; Και κατά πόσο η Ιστορία γίνεται αντιληπτή όχι από εκείνους που τη μελετούν εκ των υστέρων, αλλά από όσους τη ζουν καθώς εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους;

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Μπρετ Στίβενς, αρθρογράφος των New York Times, έγραψε πως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν απλώς το επακόλουθο της ναζιστικής επίθεσης στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου του 1939. Αντιθέτως, ήταν το αποτέλεσμα μιας συσσώρευσης περιφερειακών συρράξεων και κρίσεων –την αρχή είχαν κάνει οι Ιάπωνες εισβάλλοντας στη Μαντζουρία το 1931– οι οποίες σταδιακά μετατράπηκαν σε μια ενιαία, παγκόσμια σύγκρουση.

Advertisement

«Είχαμε ήδη φτάσει στο χείλος του γκρεμού και δεν το είχαμε αντιληφθεί», σχολιάζει, από την πλευρά του ο Γκοφρέντο Μπουτσίνι της Corriere della Sera. Ο ιταλός δημοσιογράφος σημειώνει πως η θέση του Στίβενς δεν είναι ούτε μεμονωμένη ούτε πρωτότυπη (αντιθέτως, αποτελεί μια από τις πιο εδραιωμένες ερμηνείες μεταξύ των ιστορικών που βλέπουν τα γεγονότα από μια λιγότερο ευρωκεντρική σκοπιά).

Είναι, όμως, εξαιρετικά επίκαιρη, και αυτό που την καθιστά ενδιαφέρουσα, ή μάλλον ανησυχητική, είναι η ιδέα της συσσώρευσης περιφερειακών κρίσεων· πρόκειται για μια κατάσταση που, δυστυχώς, μας είναι οικεία, λαμβανομένων υπόψη τις ανοιχτές συρράξεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, αλλά και εκείνες που θα μπορούσαν να ξεσπάσουν (στην Ταϊβάν; στο Καλίνινγκραντ;) στο πλαίσιο της γενικευμένης αστάθειας που επικρατεί στη διεθνή σκηνή και ολοένα εντείνεται, κυρίως λόγω της αλλοπρόσαλλης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ.

Ακόμη περισσότερο, όμως, θα έπρεπε να μας ανησυχεί μια άλλη ομοιότητα μεταξύ των χρόνων που προηγήθηκαν του ξεσπάσματος του B’ Παγκοσμίου και του παρόντος.

Ο Μπουτσίνι γράφει πως η επιθετικότητα του Τόκιο δεν τιμωρήθηκε· η Κοινωνία των Εθνών (ο ΟΗΕ της εποχής) την καταδίκασε μεν, αλλά δεν επέβαλε αποτελεσματικά αντίμετρα. Αυτή η αδράνεια αποδείχτηκε μοιραία: ήταν το πρώτο ρήγμα στο σύστημα διεθνούς ασφαλείας που είχε οικοδομηθεί μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, το οποίο όμως κανείς δεν επιδίωξε να κλείσει. Ως αποτέλεσμα, έπειτα από μερικά χρόνια ο Μουσολίνι εισέβαλε στην Αιθιοπία και ο Χίτλερ στην Αυστρία και στην Τσεχοσλοβακία.

«Δεν μας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;», διερωτάται ο σχολιαστής της Corriere, αναφερόμενος προφανώς στη Ρωσία του Πούτιν, η οποία δεν υπέστη καμία ουσιαστική συνέπεια για την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Αυτό ενθάρρυνε τον ρώσο ηγέτη να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο και το 2022 να εισβάλει στην Ουκρανία, παρουσιάζοντας τον πόλεμο ως «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Χάρη, βέβαια, στην ηρωική αντίσταση των Ουκρανών, παραμένει καθηλωμένος στα χαρακώματα εδώ και περισσότερα από τεσσεράμισι χρόνια.

Εάν όμως τη γλιτώσει ξανά, καταφέρνοντας μάλιστα να θέσει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο το Ντονμπάς, ποιος θα τον αναχαιτίσει στην περίπτωση που συνεχίσει να επιδιώκει την επέκταση του λεγόμενου «Ρούσκι Μιρ», του «Ρωσικού Κόσμου»; Και ποιος θα ανακόψει τις επιδιώξεις του Σι Τζινπίνγκ στη Νότια Σινική Θάλασσα ή την παραφροσύνη του βορειοκορεάτη δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ουν, τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ σχεδόν χαϊδεύει;

«Κάθε εποχή έχει τις δικές της συμφορές. Η γοητεία, όμως, των ιστορικών αναλογιών είναι για πολλούς ακαταμάχητη», γράφει ο Γκοφρέντο Μπουτσίνι. Είναι αλήθεια ότι πολλοί και σημαντικοί αναλυτές βλέπουν τους πρωταγωνιστές της σημερινής γεωπολιτικής σκηνής να υπνοβατούν (προς την καταστροφή), όπως ακριβώς υπνοβατούσαν οι Ευρωπαίοι το 1913, τη χρονιά πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ολα τα χαρτιά ήταν ανοιχτά και πάνω στο τραπέζι (όπως και σήμερα) και οι πρωταγωνιστές της κρίσης γνώριζαν (επίσης όπως και σήμερα) πως η κατάληξη θα μπορούσε να ήταν καταστροφική. Παρέμειναν όμως εγκλωβισμένοι στα επιμέρους συμφέροντά τους, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σταδιακά –υπνοβατώντας– στον πόλεμο.

Μια παγκόσμια «Δημοκρατία της Βαϊμάρης»

Eνας πολιτικός επιστήμονας γνωστός για την απαισιοδοξία του, ο Ρόμπερτ Κάπλαν, προσφέρει μια διαφορετική ερμηνεία της παρούσας διεθνούς συγκυρίας. Θεωρεί ότι είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια «παγκόσμια Δημοκρατία της Βαϊμάρης», συγκρίνοντας την κατάρρευση της γερμανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας που οδήγησε στην άνοδο του Χίτλερ με τη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη αταξία, όπου κάθε σύγκρουση πυροδοτεί και μια άλλη.

«Και οι δύο ερμηνείες εμπεριέχουν αλήθειες αλλά και υπερβολές», σημειώνει ο ιταλός δημοσιογράφος. Το γεγονός ότι οι πόλεμοι αλληλοτροφοδοτούνται διαπιστώνεται μέσω ενός απλού σκρολαρίσματος στο διαδίκτυο· η ροή οπλικών συστημάτων και τεχνολογιών από το ένα μέτωπο στο άλλο είναι συνεχής. Η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και η Κίνα τοποθετούνται ολοένα πιο ανοιχτά ως ένας «άξονας αντιπάλων» που ορθώνει το ανάστημά του απέναντι σε μια διαιρεμένη και αποπροσανατολισμένη Δύση.

Τα ιρανικά drones Shahed χρησιμοποιούνται από τις δυνάμεις του Πούτιν από την αρχή της επίθεσης στην Ουκρανία· το Πεκίνο τροφοδοτεί τη Μόσχα με κρίσιμες τεχνολογίες διπλής χρήσης· στρατιώτες του Κιμ Γιονγκ Ουν έχουν σταλεί (και ενδέχεται να σταλούν ξανά) να πολεμήσουν στο Ντονμπάς· στην Κασπία Θάλασσα οι Ουκρανοί έπληξαν πρόσφατα δύο ιρανικά φορτηγά πλοία με προορισμό τη Ρωσία· και αν ο Πούτιν αντέχει παρά τις κυρώσεις, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο που πουλάει στον Σι.

Ο επικεφαλής του Κρεμλίνου αναγκάστηκε να καταπιεί την αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράν προκειμένου να μη διαταράξει την προνομιακή σχέση του με τον Τραμπ. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε να συνδράμει το καθεστώς της Τεχεράνης με πληροφορίες στόχευσης και δορυφορικά δεδομένα για επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων αλλά και με οπλικά συστήματα, όπως επιβεβαίωσε σε ακρόαση στο Κογκρέσο ο στρατηγός Νταν Κέιν, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ.

Μάλιστα, την περασμένη Τρίτη, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον ιρανό ομόλογό του Μασούντ Πεζεσκιάν στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, ο ρώσος πρόεδρος επανέλαβε τη στήριξη της Μόσχας στην Τεχεράνη, δηλώνοντας ότι η Ρωσία στέκεται στο πλευρό του ιρανικού λαού «στον αγώνα για τα συμφέροντά του».

Παράλληλα, ποντάροντας στην αδράνεια του αμερικανού προέδρου και στην αποστασιοποίησή του από το ΝΑΤΟ, ο Πούτιν κλιμακώνει τον υβριδικό του πόλεμο κατά της Ευρώπης, όπως δείχνουν οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Ρουμανίας και της Λετονίας και, κυρίως, το εξαιρετικά σοβαρό περιστατικό με το drone-βόμβα στο αεροδρόμιο της Λειψίας: το Βερολίνο επέρριψε και επισήμως την ευθύνη στη Μόσχα, εξέλιξη που οδήγησε τις δύο χώρες σε μια ψυχροπολεμικού τύπου διπλωματική ρήξη.

Την ίδια ώρα, η Βρετανία, η οποία ηγείται, μαζί με τη Γαλλία, του Συνασπισμού των Προθύμων, δέχεται άμεσες απειλές, με την κυβέρνησή της να φθάνει στο σημείο να επικαιροποιήσει το βρετανικό «εγχειρίδιο πολέμου» για τους πολίτες.

Το καλό νέο σε σχέση με το παρελθόν είναι η αντίσταση της Ουκρανίας: η ηπειρωτική Ευρώπη του 1939-40 είχε καταρρεύσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπροστά στην επέλαση των Ναζί. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι πλέον σχεδόν όλοι αναμένουν από τον Πούτιν να γίνει ακόμη πιο επιθετικός, άρα επικίνδυνος, κυρίως στην Ουκρανία, αλλά και στα υπόλοιπα μέτωπα που έχει ανοίξει: «Θα με κρεμάσουν», σε περίπτωση ήττας ή «μη νίκης» στο Ντονμπάς, φέρεται να είπε ο ρώσος πρόεδρος σε ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος.

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει