Advertisement

Η Σκάνδεια

Πρόκειται για την ομηρική παράλιο πόλη των Κυθήρων, την οποία ορίζουμε στα νεότερα χρόνια με την ονομασία Παλιόπολη. Η Σκάνδεια αναφέρεται στα ομηρικά έπη ως η πόλη στην οποία δόθηκε η περίφημη περικεφαλαία «Κυνέη» στον Μηριόνη, το γιο του Μόλου, βασιλιά της Κρήτης κι αυτός την χάρισε στον Οδυσσέα. Η περικεφαλαία αυτή είχε κλαπεί από το γιο του Ερμή και της Ιόλης, τον Αυτόλυκο από τη Βοιωτία. Την είχε κλέψει από το παλάτι του Αμύντορα του γιου του Ορμένου, επίσης Βοιωτού. Ο Αυτόλυκος ήταν παππούς του Οδυσσέα, καθώς η κόρη του, η Αντίκλεια, είχε παντρευτεί τον Λαέρτη, το βασιλιά της Ιθάκης, πατέρα του Οδυσσέα. Αυτός ο Αυτόλυκος, λοιπόν, βρέθηκε στη Σκάνδεια των Κυθήρων, σύμφωνα με τον Όμηρο και έδωσε ως δώρο στο βασιλιά των Κυθήρων, τον Αμφιδάμαντα, την περίφημη, κλεμμένη, περικεφαλαία, ως ανταμοιβή της φιλοξενίας που του παρέσχε ο τελευταίος. Ο Αμφιδάμας έδωσε την περικεφαλαία δώρο στο Μόλο από την Κρήτη κι αυτός στο γιο του τον Μηριόνη. Από τον τελευταίο έφθασε στον Οδυσσέα.

Πότε ιδρύθηκε η Σκάνδεια δεν είναι γνωστό, σίγουρα όμως πριν από τον 12ο π.Χ. αι., οπότε γίνεται ο Τρωικός πόλεμος. Άγνωστη είναι και η ετυμολογία της λέξης, καθώς υπάρχουν αρκετές απόψεις. Σύμφωνα με τον Ησύχιο η λέξη σημαίνει είδος περικεφαλαίας και έχει ενδιαφέρον εδώ ο συνειρμός με την περικεφαλαία του Αυτόλυκου. Σύμφωνα με άλλη, λιγότερο πειστική, εκδοχή η λέξη έχει σχέση με το λατινικό scandere που σημαίνει «ἐπιβαίνειν ἐπὶ τὴν ναῦν» και τέλος, μία άλλη άποψη θέλει να είναι προελληνικό τοπωνύμιο, καθώς το σύμπλεγμα νδ θεωρείται χαρακτηριστικό χεττιτικών τοπωνυμίων[1].

Advertisement

Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες η αρχαία Σκάνδεια, η οποία αναφέρεται από το Θουκυδίδη[2] («τῆν ἐπὶ θαλάσσῃ πόλιν Σκάνδειαν καλουμένην») και τον Παυσανία («Ἐν Κυθήροις δὲ ἐπὶ θαλάσσῃ Σκάνδεια ἐστὶν ἐπίνειον»), κάλυπτε την περιοχή, την οποία σήμερα ονομάζουμε Παλιόπολη και περιλαμβάνει όλο τον κόλπο από τη Δ πλευρά του σημερινού Αβλέμονα μέχρι την απόληξη του χειμάρου και λίγο δυτικότερα, ενώ πιστεύεται ότι η περιοχή έχει εμφανίσει σημαντικές μεταβολές από την αρχαιότητα εξαιτίας εκτεταμένων προσχώσεων που άλλαξαν την ακτογραμμή και επεξέτειναν την ξηρά προς τη θάλασσα.

Ολόκληρη η περιοχή της Παλιόπολης θεωρείται να έχει αρχαιολογικά ευρήματα από τη μινωική εποχή, ενώ έχουν εντοπισθεί και από την κλασική αρχαιότητα, τα ρωμαϊκά χρόνια και τα πρώτα Βυζαντινά. Αρχαιολογικές θέσεις με ειδικό ενδιαφέρον είναι, το Καστρί, η Λίμνη, ο Βόθωνας, ο Άσπρογας, τα Μνήματα, το Καμπί, ο Θόλος και το Καστράκι, κοντά στο Καστρί. Έχουν βρεθεί πολλοί τάφοι και λίγα αγγεία, άλλα από τα οποία βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κυθήρων και άλλα, τα περισσότερα, σε Μουσεία του εξωτερικού ή στο Μουσείο Αθηνών[3]. Σε πρόσφατες ανασκαφές βρέθηκαν ίχνη αρχαίου ιερού γυναικείας θεότητος, δεν έχουμε όμως ακόμη δημοσιεύσεις. Ανάμεσα από την Παλιόπολη και τον Αβλέμονα, στη θέση Σκαφίδι φαίνονται και σήμερα στο έδαφος ίχνη από αρχαίο λατομείο ψαμμίτη.

 

Μετά την ανακάλυψη του μινωικού ιερού κορυφής στον Άγιο Γεώργιο στο Βουνό το 1989, επιβεβαιώθηκε η σημασία και της Σκάνδειας, ως αρχαιολογικού χώρου ιδιαίτερης σημασίας για την εποχή που δημιούργησαν στη θέση αυτή αποικία οι Μινωίτες[4]. Δυστυχώς πολλοί τάφοι έχουν καταστραφεί από χωματουργικές εργασίες στο παρελθόν και έχουν χαθεί έτσι πολύτιμα στοιχεία του απώτερου παρελθόντος, καθώς φαίνεται η περιοχή να είχε φιλοξενήσει το πιο σημαντικό κέντρο του νησιού στην αρχαιότητα. Στο μέσον της παραλίας της Παλιόπολης και σε μικρό ύψωμα υπάρχει θέση (θεωρείται ότι είναι ερείπια ρωμαϊκού οικοδομήματος), που οι ντόπιοι καλούν Λουτρό της Αφροδίτης[5], καθώς πιστεύουν ότι σ’ αυτό το σημείο καθόταν η θεά μετά το λουτρό της, αφού σύμφωνα με τον Ησίοδο και τη μυθολογία, η θεά γεννήθηκε στη θάλασσα των Κυθήρων, όταν έπεσαν σ’ αυτήν τα αποκομμένα από τον Κρόνο γεννητικά όργανα του Ουρανού, από τα οποία γεννήθηκε η Αφροδίτη. Αυτήν την πήραν τα κύματα και την έφεραν στην Πάφο της Κύπρου και για το λόγο αυτόν και οι δύο περιοχές θεωρείται ότι διεκδικούν τη γέννηση της θεάς της ομορφιάς.

Η περιοχή δεν σταματά να κατοικείται, τουλάχιστον μέχρι τα Ρωμαϊκά χρόνια, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος μέσα σε καλλιεργημένη περιοχή, πολύ κοντά στο χείμαρρο που χύνεται στη θάλασσα. Ο ναός αυτός πιστεύεται ότι ήταν αφιερωμένος στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ και χρονολογείται στον 5ο αι., πιθανόν και στο τέλος του 4ου[6]. Η πληροφορία που αναγράφει ο Μιχ. Πετρόχειλος ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε βυζαντινή πόλη με την ονομασία Φερπευριδούπολις δεν αναφέρεται από άλλον, ούτε γίνεται και παραπομπή σε πηγή, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να ερευνηθεί, μάλλον δε δεν φαίνεται να έχει βάση η σχετική πληροφορία[7].

Κατά το τέλος του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. η Παλιόπολη με τον εύφορο κάμπο της και το εξαίρετο κλίμα της επέτρεπε την παραγωγή πρώιμων σταφυλιών και φρούτων, έτσι, σε μία εποχή που δεν υπήρχαν ακόμη θερμοκήπια, πλοία από τον Πειραιά φόρτωναν στην παραλία της Παλιόπολης πρώιμες ποικιλίες κυθηραϊκών επιτραπέζιων σταφυλιών, τα οποία προωθούσαν στην αγορά της Αθήνας. Παλαιότερα, όταν τα πλοία κινούνταν με ατμό, αναφέρεται ότι έκαναν προμήθειες σε γαιάνθρακα από παλαιά ορυχεία που βρίσκονταν σε περιοχή σχετικά κοντά στην Παλιόπολη και ονομάζονταν Μαύρα Πηλά ή Μαυροπήλακα, γνωστά με την ονομασία αυτή από τις αρχές του 14ου αι.


[1] Αναλυτικά για τη Σκάνδεια εις Ι. Πετρόχειλος, Τα Κύθηρα…, σ. 50 και Π. Τσιτσίλιας, Ιστορία…, τόμ. Α΄, σσ. 6 επ.

[2] Μ. Πετρόχειλος, Εντυπώσεις…, σ. 89.

[3] Για την περιοχή, τις αρχαιολογικές θέσεις και τα ευρήματα βλ. Ι. Πετρόχειλος, Τα Κύθηρα…, σσ. 77-87.

[4] Ι. Σακελλαράκης, «Τα Κύθηρα στην τρίτη και δεύτερη χιλιετία π.Χ.», εις Νόστος, τόμ. 2, 2003, κυρίως σσ. 25-35.

[5] Μ. Πετρόχειλος, Εντυπώσεις…, σσ. 57 επ.

[6] Ομιλία αρχαιολόγου Μαρίνας Παπαδημητρίου στην αίθουσα του Κυθηραϊκού Συνδέσμου Κυθήρων τον Ιούλιο 2009.

[7] Μ. Πετρόχειλος, Ιστορία…, σ. 26.

 


 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Τα κείμενα για τα επώνυμα και τοπωνύμια, τα οποία δημοσιεύονται εδώ, είναι τα ίδια με όσα έχουν δημοσιευθεί στα αντίστοιχα βιβλία μας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ και ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ, τα οποία έχουν εκδοθεί από την Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών (κυκλοφορούν και στα αγγλικά από:  Kytherian Association of Australia,  Kyhterian World Heritage Fund και Kytherian Publishing and Media). Από τις αναδημοσιεύσεις εδώ απουσιάζουν συνήθως οι βιβλιογραφικές και λοιπές σημειώσεις, είναι δε ευνόητον ότι για να αποκτήσει ο αναγνώστης πλήρη εικόνα για κάθε επώνυμο ή τοπωνύμιο είναι απαραίτητο να διαβάσει και τις εκτενείς αναφορές στα εισαγωγικά σημειώματα των παραπάνω βιβλίων, καθώς, χωρίς αυτά, οι γνώσεις του για το θέμα θα παραμένουν ελλιπείς.

Οι εκδόσεις στα Ελληνικά διατίθενται από την Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών (βλ. στοιχεία στο σχετικό link σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο) και στα Κυθηραϊκά βιβλιοπωλεία. 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει