Τρία απλά βήματα για να χάσεις έναν πόλεμο
Ο πόλεμος ξεκίνησε με συντριπτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ έναντι του Ιράν. Αλλά ο Τραμπ χωρίς ξεκάθαρους στόχους, με λανθασμένη εκτίμηση του αντιπάλου και συνεχείς τριβές με συμμάχους οδηγήθηκε σε μια συμφωνία που δίνει στην Τεχεράνη σημαντικά ανταλλάγματα ενώ δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αμερικανική νίκη
Η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αναδεικνύει πώς ακόμη και μια υπερδύναμη μπορεί να δυσκολευτεί να μετατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή σε πολιτική επιτυχία. Η έλλειψη ξεκάθαρων στόχων, η λανθασμένη εκτίμηση του αντιπάλου και οι τριβές με συμμάχους δημιουργούν συνθήκες που περιπλέκουν την επίτευξη των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων. Παρά τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς την Τεχεράνη, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν αβέβαιες και το τελικό ισοζύγιο της σύγκρουσης εξακολουθεί να αμφισβητείται.
Ενας αναγνώστης υπενθύμισε πρόσφατα στον αρθρογράφο των Financial Times Εντουαρντ Λους τη σατιρική ταινία του 1959, με τίτλο «Το Ποντίκι που Βρυχήθηκε». Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από ένα μικροσκοπικό ευρωπαϊκό κρατίδιο, το Μεγάλο Δουκάτο του Φένγουικ, το οποίο βλέπει τη μοναδική εξαγωγική του δραστηριότητα να καταστρέφεται από τον ανταγωνισμό μιας αμερικανικής εταιρείας. Αντιμέτωπη με οικονομική κατάρρευση, η κυβέρνηση αποφασίζει να κηρύξει πόλεμο στις ΗΠΑ, γνωρίζοντας ότι θα ηττηθεί. Στόχος της είναι να εξασφαλίσει γενναία αμερικανική βοήθεια μετά την παράδοση.
Στην ταινία, μια μικρή ομάδα στρατιωτών φτάνει στη Νέα Υόρκη με σκοπό να παραδοθεί. Αντί όμως να συντριβεί, καταφέρνει κατά τύχη να αποκτήσει ένα μυστικό υπερόπλο και να το χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί. Το αποτέλεσμα είναι ότι το μικρό κρατίδιο βγαίνει κερδισμένο από μια σύγκρουση που θεωρητικά είχε ήδη χάσει.
Ο αρθρογράφος των FT χρησιμοποιεί αυτή τη σατιρική ιστορία για να σχολιάσει τη σύγχρονη αντιπαράθεση μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Οπως επισημαίνει, το Ιράν δεν ξεκίνησε τη σύγκρουση και ασφαλώς δεν μοιάζει με τον κωμικό ήρωα της ταινίας. Ωστόσο, πριν ακόμη από την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Επική Οργή», η ισορροπία ισχύος ήταν συντριπτικά υπέρ της Ουάσινγκτον. Επειτα από εβδομάδες ισραηλινών και αμερικανικών επιθέσεων, το Ιράν εμφανιζόταν στρατιωτικά αποδυναμωμένο.
Αν δει, όμως, κανείς από τους 14 όρους του μνημονίου κατανόησης που υπέγραψαν οι δύο πλευρές, η εικόνα που προκύπτει είναι παράδοξη. Το Ιράν φαίνεται να έχει αποσπάσει σημαντικά ανταλλάγματα, ενώ οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να παρουσιάσουν μια ξεκάθαρη νίκη. Οι FT επιχειρούν να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο παρουσιάζοντας τρεις βασικούς κανόνες που, κατά την άποψή του αρθρογράφου, οδηγούν μια υπερδύναμη στην αποτυχία.
Ο πρώτος κανόνας, γράφουν, είναι η έλλειψη σαφών και σταθερών στόχων. Επισήμως, η αμερικανική στρατηγική αποσκοπούσε στον περιορισμό της ιρανικής ισχύος σε όλα τα επίπεδα. Στην πράξη όμως, οι στόχοι μεταβάλλονταν συνεχώς. Αλλοτε γινόταν λόγος για καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος, άλλοτε για οριστική εγκατάλειψη κάθε πυρηνικής φιλοδοξίας, άλλοτε για αλλαγή καθεστώτος και άλλοτε για εξουδετέρωση του ναυτικού και του πυραυλικού οπλοστασίου της Τεχεράνης.
Αυτή η συνεχής μεταβολή δημιούργησε σύγχυση ως προς το τι ακριβώς επιδίωκε η Ουάσινγκτον. Τελικά, σύμφωνα με τους FT, ο βασικός στόχος περιορίστηκε στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, μιας κρίσιμης θαλάσσιας οδού για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας. Το παράδοξο είναι ότι πριν από την έναρξη της σύγκρουσης το πέρασμα αυτό λειτουργούσε κανονικά.
Ο δεύτερος κανόνας αφορά την ελλιπή κατανόηση του αντιπάλου. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριζε επανειλημμένα ότι η ιρανική ηγεσία βρισκόταν σε απόγνωση και αναζητούσε τρόπο να ξεκινήσει συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Παρουσίαζε το Ιράν ως μια χώρα πλήρως αποδυναμωμένη και έτοιμη να υποχωρήσει.
Οι FT σημειώνουν ότι αυτή η προσέγγιση βασιζόταν σε λανθασμένες παραδοχές. Οι ιρανοί ηγέτες είχαν ήδη καταλάβει ότι ο αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιούσε συχνά υπερβολική ρητορική χωρίς αντίστοιχη συνέπεια στις πράξεις του. Οι απειλές περί ολοκληρωτικής καταστροφής ή ακόμη και εξάλειψης του ιρανικού πολιτισμού δεν προκάλεσαν την επιθυμητή αλλαγή συμπεριφοράς.
Η βασική διαφορά των δύο πλευρών ήταν ότι ο Τραμπ αντιμετώπιζε τη διεθνή πολιτική με λογική επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης, όπως είχε κάνει επί δεκαετίες στον χώρο των ακινήτων. Ομως οι θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες του Ιράν δεν λειτουργούν όπως οι τραπεζίτες ή οι επενδυτές. Εχουν διαμορφωθεί μέσα από πολυετείς κρίσεις, πολέμους, κυρώσεις και πολιτικές συγκρούσεις, γεγονός που, σύμφωνα με τους FT, τους καθιστά περισσότερο ανθεκτικούς στις πιέσεις.
Ο τρίτος κανόνας είναι η αποξένωση των συμμάχων. Η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε στις στρατιωτικές κινήσεις της χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με πολλές συμμαχικές χώρες. Ως αποτέλεσμα, δεν έλαβε την υποστήριξη που ανέμενε. Ακόμη και το Ισραήλ, το οποίο επί χρόνια πίεζε υπέρ μιας πιο επιθετικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν, εμφανίζεται σήμερα δυσαρεστημένο.
Η ισραηλινή ηγεσία φοβάται ότι οι διαπραγματεύσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να διατηρήσει η Τεχεράνη σημαντικά στοιχεία της στρατιωτικής και πυρηνικής της ισχύος. Αυτό έχει προκαλέσει σοβαρές τριβές μεταξύ του Τραμπ και του Νετανιάχου, οι οποίες θεωρούνται οι πιο έντονες των τελευταίων ετών.
Η Αμπιγκεϊλ Χάουσλονερ, συντάκτρια διεθνών σχέσεων και Μέσης Ανατολής των FT, αναλύει τις πιθανότητες επιτυχίας των αμερικανοϊρανικών συνομιλιών. Εκφράζει αμφιβολίες για την υλοποίηση ενός επενδυτικού πακέτου ύψους 300 δισ. δολαρίων που προβλέπεται θεωρητικά στο μνημόνιο. Οπως υποστηρίζει, ο Τραμπ έχει ιστορικό ανακοινώσεων εντυπωσιακών οικονομικών μεγεθών που συχνά δεν υλοποιούνται ποτέ.
Σημειώνει ότι η συμφωνία δέχεται έντονη κριτική τόσο από Ρεπουμπλικανούς όσο και από Δημοκρατικούς. Πολλοί αμερικανοί πολιτικοί, γράφει στους FT, ζητούν εξηγήσεις για το τι ακριβώς κερδίζουν οι ΗΠΑ από μια συμφωνία που μέχρι στιγμής φαίνεται να προσφέρει περιορισμένα οφέλη πέρα από την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Η Χάουσλονερ εκτιμά ότι η Ουάσινγκτον ενδέχεται να αποδεχθεί σειρά παραχωρήσεων προς το Ιράν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διατήρηση μέρους του βαλλιστικού πυραυλικού προγράμματος, η συνέχιση ενός περιορισμένου πολιτικού πυρηνικού προγράμματος, η αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και η άρση σημαντικού μέρους των οικονομικών κυρώσεων.
Παρ’ όλα αυτά, όπως καταλήγουν οι FT, οι πιθανότητες επίτευξης μιας οριστικής και συνολικής συμφωνίας παραμένουν περιορισμένες. Οι περισσότεροι αξιωματούχοι, διπλωμάτες και αναλυτές με τους οποίους έχουν συνομιλήσει οι συντάκτες του εκτιμούν ότι οι συνομιλίες δύσκολα θα φτάσουν σε τελικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, είναι εξίσου αμφίβολο αν θα εξεταστούν στην πράξη όλες οι παραχωρήσεις που βρίσκονται σήμερα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.