Ομιλία για την Τιμητική Βραδιά των ΚΥΘΗΡΑΙΚΩΝ, κ. Γ. Δρυμωνιάτη

Η τιμητική εκδήλωση για τα «ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ» άφησε έντονο αποτύπωμα συγκίνησης και αναγνώρισης.

Δημοσιεύουμε τις ομιλίες ξεχωριστά, ώστε να διατηρηθεί ζωντανό το περιεχόμενο και το πνεύμα της εκδήλωσης.


Advertisement

Ομιλία κ. Γιώργου Π. Δρυμωνιάτη

Κυριες και κύριοι, καλησπέρα σας.

Για εισαγωγή στην ομιλία μου θα ξεκινήσω με ένα αρχαίο ρητό που είναι δικό μου, μιας και κοντεύω κι εγώ να γεννώ αρχαίος γαρ.  «Ἄνθρωπον ἀγέλαστον δεδιέναι χρή.» (Πρέπει να φοβάται κανείς τον άνθρωπο που δεν γελά.). Όχι δηλαδή πως δεν πρέπει να φοβάται και τους γελαδερούς, αλλά κυρίως τους αγέλαστους να τρέμετε.

Πάμε τώρα να μου κάμετε μία χάρη. Θέλω όλοι μαζί να κάνετε  μια μετάβαση, θα την έλεγα,  να κλείσετε τα μάτια καλα-καλά και να ονειρευτείτε ξύπνιοι πως τάχαμου είναι καλοκαιράκι, πως είστε στο αγαπημένο  πατρογονικό σας χωριό στο νησί μας και πως κάθεστε  στην πέτρινη πεζούλα , στην πλατεία, με όλες τις γιαγιάδες και τους παππούδες κι όλη τη σοφία του τόπου κι όλη την ομορφιά του κόσμου γύρω σας . Κι εκεί που απολαμβάνετε την υπέροχη βραδιά, με τις  παρόλες, τα αστεία, τις ρίμες, μα και τα κουσεγιαρία και τα κογιοναρίσματα και τα κοροϊδέματα, κατά την ώρα, πότε  των πιο αχαμνών , πότε  των πιο ξύπνιων ή και των ντόπιων πολιτικών, ξαφνικά μέσα από την πεζούλα ξεφυτρώνουν γαϊδουράγκαθα και αχλαδοκτυλέες και τριβόλια και σας τρυπάν τον πισινό και τσινάτε ίσαμε απάνω και ξυπνάτε κι ανοίγετε τα μάτια τας . Και τότε θα δείτε εμένα εδώ να σας μιλώ για μια κουκλάρα τριαεννιάρα, που έχει κλέψει, θαρρώ, τις καρδίες όλων σας, ανδρών και γυναικών , εδώ και τόσα χρόνια.

Πεζούλα την λένε και είναι του Τριβόλου.

Κυρίες και κύριοι, Σας καλωσορίζω απόψε στην δική μας πεζούλα. Που την αγαπήσατε τόσο πολύ. Μοιάζει με εκείνες που σας είπα να ονειρευτείτε πριν. Απόψε σας μιλώ όμως και Θέλω να σας μιλήσω σοβαρά τώρα για αυτήν.  Για  την τριανταεννιάρα την Πεζούλα   , που για τόσα χρόνια  φιλοξενεί τον πιο οξύ λόγο, το πιο πικάντικο χιούμορ και την πιο αληθινή κριτική για τα δρώμενα του τόπου μας. Καμία σελίδα παρόμοια , -σατιρική και πολιτισμένη συνάμα- και τόσο μακρόβια, δεν υπάρχει σε άλλη Ελληνική επαρχιακή εφημερίδα. Χειροκροτείστε του Τριβόλου την πεζούλα, και τον πατέρα της, τον Μανώλη, σας παρακαλώ, τους αξίζει.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάτω από τον τίτλο της στήλης, ο Μανώλης έχει θέσει ως “φάρο” το πλατωνικό ρητό: “Άνευ γελοίων τα σπουδαία μαθείν ου δυνατόν”. Γιατί, ας μην γελιόμαστε, η υγιής σάτιρα που υπηρετεί , δεν είναι μια απλή διασκέδαση. Είναι ένας ζωτικός μηχανισμός της Πολιτείας. Σε δύσκολους καιρούς, το να μπορείς να γελάσεις με τα «χάλια» σου είναι πράξη επιβίωσης. Η υγιής σάτιρα προσφέρει μια πολιτισμένη διέξοδο στην αγανάκτηση, εμποδίζοντας τον φανατισμό και την τοξικότητα. Σε μια κοινωνία που συχνά βυθίζεται στη σοβαροφάνεια, την αδράνεια και την αμνησία, η σάτιρα λειτουργεί ως κοινωνικός έλεγχος. Είναι εκείνη που απογυμνώνει την εξουσία από τα περιττά της στολίδια και την αναγκάζει να δει την αλήθεια κατάματα. Η σάτιρα λειτουργεί ως η «φωνή του λαού» που τολμά να πει την αλήθεια χωρίς φόβο. Αποδομεί τη σοβαροφάνεια της εξουσίας και υπενθυμίζει στους άρχοντες ότι κρίνονται για τις πράξεις τους. Όπως κάνει ο «Τρίβολος» 40 χρόνια τώρα, η σάτιρα ξεγυμνώνει την υποκρισία. Η σάτιρα της “Πεζούλας” δεν προσβάλλει, αλλά αφυπνίζει. Δεν διχάζει, αλλά λυτρώνει, μετατρέποντας την κοινή μας αγανάκτηση σε συλλογική συνείδηση. Μια κοινωνία που αντέχει να αυτοσαρκάζεται, είναι μια κοινωνία ώριμη, ελεύθερη και, πάνω απ’ όλα, δημοκρατική. Ο Μανώλης Καλλίγερος, κρατώντας ζωντανή αυτή τη στήλη, προστατεύει στην πραγματικότητα την ίδια την ελευθερία του λόγου στο νησί μας. Η σάτιρα είναι το καθαρτήριο της κοινωνίας μας. Χωρίς αυτήν, οι αλήθειες μας θα έμεναν θαμμένες κάτω από την ευγένεια της σιωπής.

Με αυτή τη βαθιά φιλοσοφική επιλογή, ο Τρίβολος μας υπενθυμίζει πως το γέλιο δεν είναι επιπολαιότητα, αλλά μέθοδος γνώσης. Χωρίς το “γελοίον”, χωρίς την ανατροπή και το πείραγμα, η αλήθεια των “σπουδαίων” παραμένει δυσνόητη και στεγνή. Ο Μανώλης, μας διδάσκει,  πως αν δεν μπορείς να γελάσεις με κάτι, μάλλον δεν το έχεις καταλάβει σε βάθος. Και βέβαια δεν είναι λίγοι αυτοί που οι ίδιοι δεν έχουν βάθος κι αντί   να καταλάβουν, θυμώνουν και απειλούν κι αυτό δεν έχει κοστίσει και λίγο στο  Μανώλη. Μέχρι και τις ραβδές του έφαγε κάποτε, αληθινές ραβδές, με φορφωτήρα, αλλά ευτυχώς, δεν συνετίστει.

Τα σπουδαία που προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια η εφημερίδα τα ανέδειξαν οι προηγούμενοι ομιλητές. Εγώ θα ήθελα να πω όμως, πως η ψυχή της εφημερίδας κρύβονταν πάντα στη στήλη “του τριβόλου“.  Πολύ αναγνώστες έλεγαν πως ξεκίναγαν να διαβάσουν από το τέλος την εφημερίδα. Κι Αν η ενημέρωση είναι το σώμα της , η σάτιρα είναι η ψυχή της. Για 40 χρόνια, η στήλη “του τριβολου η πεζούλα” φιλοξενεί την αλήθεια μας, αιχμηρή σαν τον τρίβολο, αλλά πάντα λυτρωτική. πάντα ως εργαλείο αφύπνισης. Ο “Τρίβολος” δεν χαρίζεται. Σαρκάζει τις παθογένειες, στηλιτεύει την αδράνεια και, πάνω απ’ όλα, διασώζει το πνεύμα του νησιώτη που δεν διστάζει να γελάσει με τα χάλια του για να τα διορθώσει.». Από τότε που ξεκίνησε,  το 1988, βλέπουμε πως η “Πεζούλα” δεν ήταν ποτέ μια στήλη για να περνά η ώρα. Ήταν η φωνή που έλεγε αυτά που όλοι ψιθύριζαν στα καφενεία, μετατρέποντας το τοπικό παράπονο σε υψηλή σάτιρα, με λεπτό επτανησιακό χιούμορ.

Θέλω από το βήμα αυτό να ξεκαθαρίσω και μια παλιά παρεξήγηση. Πολλοί είναι εκείνοι που νόμιζαν πως ήμουν εγώ που αφανώς έγραφα τα περισσότερα στον Τρίβολο. Όχι. Η ψυχή και η γραφή κατά 90% , για όλα αυτά τα χρόνια ανήκει στον Μανώλη Καλλίγερο.

Όμως αυτή η “Πεζούλα”, κυρίες και κύριοι, χτίστηκε πάνω σε κάτι πιο γερό από το τσιμέντο: χτίστηκε πάνω σε μια βαθιά, ανιδιοτελή φιλία. Η “Πεζούλα” δεν ήταν ποτέ μοναχικός δρόμος για τον Μανώλη. Ήταν ένα πνευματικό συναπάντημα. Δίπλα του στάθηκαν φίλοι συνεργάτες, όπως ο αείμνηστος Ανδρέας Κονταράτος, που μας άφησε πρόσφατα, αφήνοντας πίσω του δυσαναπλήρωτο κενό και δεκάδες ρίμες που “έντυσαν” την ύλη του Τριβόλου. Αλλά και ο υποφαινόμενος, που συνεχίζει να μας θυμίζει τι σημαίνει κυθηραϊκή λελάδα, κάτι πρόσφερε κι αυτός. Ο Μανώλης είχε την ικανότητα να εμπνεύσει μια παρέα ανθρώπων που μοιραζόμασταν το ίδιο πάθος για το νησί και την ίδια “λόξα” για τη ρίμα. Είχα την τύχη, μαζί με τον αείμνηστο Ανδρέα Λουράντο-Κονταράτο  και με κάποιους ακόμη που ως τώρα δεν θέλουν να φανούν με το πραγματικό τους όνομα, όπως ο Αριστοαφανής, η Πεταλαγούνα, ο Αμφιδάμας και άλλοι, να είμαστε συνοδοιπόροι του Μανώλη. Νομίζω, όλα αυτά τα χρόνια, δεν γράφαμε απλά μια σατιρική σελίδα.  Καταγράφαμε τις ζωές μας. Και ο Μανώλης ήταν ο ενορχηστρωτής αυτής της παρέας, ο άνθρωπος που ήξερε πώς να ενώσει τις φωνές μας σε μια κοινή κυθηραϊκή κραυγή, που, αδιαμφισβήτητα διασκέδαζε τον κόσμο μας, αλλά ταρακουνούσε και ήλεγχε και την λογάριαζαν καλά οι εκάστοτε τοπικές και παραπέρα εξουσίες. Και που κάποτε  τις βρήκαμε μπροστά μας ανελέητα σκληρές, ιδίως τις παραεξουσίες, που δέσμευσαν τότε τις περιουσίες μας για 4 δισεκατομμύρια δραχμές του καθενός μας…Ας τα ξεχάσουμε….ο Θεός ας….ι

Θαυμαστό εργαλείο για την επιτυχία της σάτιρας αποτέλεσε από την αρχή  η  «Γλώσσα» της Πεζούλας: Ο Μανώλης Καλλίγερος χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά το κυθηραϊκό ιδίωμα. Δεν είναι απλώς γραφικότητα, αλλά ένας τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η ντοπιολαλιά. Οι λέξεις έχουν βάρος και «τσιμπάνε» σαν τον τρίβολο.

Τέσσερις φορές στα χρόνια της έκδοσής τους Τα Κυθηραϊκα, περιέλαβαν  και ένα 4σελιδο ενθετο σατιρικό που το ονόμασε ο Μανώλης  Κοκκινομπούμπουρα. Με αυτό αποθέωσαν τη σάτιρα….αξιζει κανείς να ανατρέξει στις ρίμες και όλο το περιχεόμενο που περιείχαν.  Συνολικά λοιπόν, τα Κυθηραϊκά δόξασαν τη σάτιρα, όσο κανένα άλλο επαρχιακό έντυπο.

Κλείνοντας και παίρνοντας αφορμή από τον αυτοσαρκασμό που κατά κόρον κάναμε μέσα από τον Τριβολο ολοι οι συντελεστές, αλλά και τα μεταξύ μας κογιοναρισματα , που δεν ήταν λίγα, θα σας διαβάσω μια δική μου ρίμα, αφιερωμένη στον εκδότη μας, νομίζω πως είχε μπει στον Κικκονομπουρα στο φύλλο του Μαη του 2003. Εχει συνάφεια με μια πολλή ωραία συνήθεια που την διατηρεί μέχρι σήμερα ο Μανώλης. Κάθε μέρα πάει , μετά τον  πρωινό καφέ, στην παραλία του Αλίμου, στους ψαράδες και ψουνίζει κι έτσι έχουμε χορτάσει φρέσκο ψάρι όλοι μας οι φίλοι του… Εμενα προχθες μου ειχε βάλει και μία καβουρομάνα θερία μέσα στις σκόρπενες  που μου έφερε, αλλά του την εγυρισα πίσω και θα καταλαβετε γιατί. Ακούτε λοιπόν την ΄ριμα.  Η ιστορία που περιγράφει είναι εντελώς αληθινή και μου την περιέγραψε εντελώς αξιόπιστη πηγή.

Έχει τίτλο : ΤΟ ΘΥΜΑ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΑΝΝΑΣ-ΚΑΒΟΥΡΟΜΑΝΑΣ, 23 χρόνια πριν, Μαης το 2003 ειπαμε…

Θα σας την πω ετούτηνε τη ρίμα κι ας με φάει

τ’ αφεντικό όταν τη δει στον Τρίβολο να σκάει.

Ακούτε είντα έπαθε λοιπόν ο Κακαρέλλας

στα πλαίσια μιας πρόσθετης, μες στις πολλές του, λέλας.

Από καιρού συνήθισε συχνά- πυκνά να τρέχει

και ψάρι φρέσκο και καλό, (χωρίς κώλο να βρέχει),

να κονομά, γενόμενος φίλος με τους ψαράδες,

που ξεμπαρκάρουν δίπλα του. Τους σκα λοιπόν παράδες

κι αυτοί του δίνουνε σαργούς, λαβράκια, σπερχαντρίτσες

και να απ’ τις ψαρόσουπες καπούλια και κοιλίτσες!

Πελάτη τόσο τακτικό, δέκα φορές το μήνα,

δεν έχουν άλλον πιο καλό μες σ’ όλη την Αθήνα.

Αλλά η Άννα του κλωτσά γιατί τα ξελεπιάζει

ενώ εκείνος μοναχά στο πιάτο τα πειράζει.

«Σταμάτα πλέα, σώνει σε, δεν θέλω πλέα άλλο»,

μα ‘κείνος για γινάτι της ορφό φέρνει μεγάλο.

Μάλιστα ο προμηθευτής, από φχαρίστησή του

και επειδή τονε μαδεί σε κάθ’ επίσκεψή του,

τούκαμε δώρο μίανε καλή καβουρομάνα,

θερία, π’ αναχάντρωσε μόλις την είδ’ η Άννα.

«Πάρτην ‘πό δω , ούτε χωρεί μέσα στην κατσαρόλα,

μη στη κεφάλη μονομιάς θα σου τα φέρω όλα.

Τρέχα ευτύς και πέτα την μέσα εις τα σκουπίδια

κι άλλη φορά , θεόλελε μη μου τα κάμεις ίδια».

Είντα να κάμ’ ο Μανωλιός. Τη χώνει σε μια τσάντα

και στην κουζίνα την πετά, εκειά σε μία μπάντα.

«Θα πεταχτώ τ’ απόγεμα στη θάλασσα να πάω

το ζωντανό, αφού εσύ δεν θέλεις να το φάω.

Το φύλαξα καλά-καλά και δε σου πέφτει λόγος

να διατάζεις πέταγμα, αφ’ είμαι οικολόγος

και προστατεύ’ ό,τι πετά και ό, τι κολυμπάει,

όταν κανένας από σας δεν θέλει να το φάει».

Αυτά της ανακοίνωσε κι έπεσε κι εκοιμήθει

θαρρώντας πως κι κάβουρας κι αυτός αποκοιμήθει.

Αλλά εκείνος δάγκασε κι έσκισε τον κλωβό του

κι αρχίνιξε τον πλάγιο κι αργό περίπατό του.

Απ’ την κουζίνα βρέθηκε στο μπάνιο και πιο πέρα

μες στο σαλόνι έσωσε και πήρε λίγ’ αέρα

κι ύστερα προς την κάμαρα πήγε τα βήματά του

και την κουρτίνα ρήμαξε με τα δαγκώματά του.

Κι απέ , σαν άκουσ’ άρβαλο απάνω στο κρεβάτι,

εκείνον που ρουχάλιζε πήγε να πάρει μάτι.

Κι όπως εκείνος ήτανε ανάσκελος στο στρώμα

κι ονειρευόταν τάχαμου πως είχε μες στο στόμα

μία δαγκάνα κάβουρα κι αβρά τηνε μασούσε,

μία δαγκάν’ αληθινή ‘ κεια κάτω τον τσιμπούσε.

Τινάχτηκε που κόντεψε να σώσει στο ταβάνι:

«Καλά που δεν εδάγκασε την Άννα το χαϊβάνι»

ψέλλισε και τον άρπαξε κι ως ήταν, με πυτζάμα,

καθόλου δεν το έψαξε , αν του φαγε το πράμα,

στην παραλία δράμιξε αμέσως κι εν τω άμα

τον καβουρα αμόλυσε και τέλειωσε το δράμα.

Καθώς τον ελευθέρωνε, με πέντε δάχτυλά του

ορθάνοιχτα εκπλήρωσε τα οικολογικά του

καθήκοντα, που κόντεψαν να γίνουμε αιτία

να χάσει μες στον ύπνο του τα πιο καλά εργαλεία.

Η Άννα, όταν γύρισε, του λέει: Έχεις πράμα.

Δεν ξαναφέρνω τίοτα, τις λέει, πλέα, Άννα.

 

«Μανώλη, σε ευχαριστούμε που μας κρατάς ζωντανούς και ελεύθερους τα χρόνια της μίζερης ευτυχίας. Σε ευχαριστώ για τον Τρίβολο, για τις Κουριόζικες Τσιριγώτικες Διηγήσεις. Εύχομαι η “Πεζούλα” σου να παραμείνει το πιο ζωντανό μετερίζι του λόγου σου για πολλα πολλά χρόνια ακόμα. Γιατί ένας τόπος που δεν αντέχει τη σάτιρα, δεν έχει μέλλον – και τα Κύθηρα, χάρη σε σένα, έχουν και φωνή και χιούμορ και μέλλον.»

11.2.2026

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει