Κατάληψη αιγιαλού: Η νέα πραγματικότητα των αυστηρών προστίμων – Τι δείχνουν οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις
Ένας πλήρης πρακτικός και νομολογιακός οδηγός για το νέο καθεστώς προστασίας του αιγιαλού, με ανάλυση της νομοθεσίας, των διοικητικών κυρώσεων και των πρώτων δικαστικών αποφάσεων. | Αλεξιάννα Τσότσου
Οι εικόνες με ομπρέλες και ξαπλώστρες να καταλαμβάνουν ολόκληρες παραλίες, οι χιλιάδες καταγγελίες μέσω της εφαρμογής MyCoast και οι συνεχείς έλεγχοι των Κτηματικών Υπηρεσιών έφεραν τα τελευταία δύο χρόνια τον αιγιαλό στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η απάντηση του νομοθέτη ήταν ο ν. 5092/2024, ο οποίος εισήγαγε ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο προστασίας του κοινόχρηστου χώρου, με άμεση απομάκρυνση αυθαίρετων καταλήψεων, ιδιαίτερα υψηλά πρόστιμα, αποκλεισμούς από μελλοντικές παραχωρήσεις και αυστηρές κυρώσεις για τους παραβάτες.
Η αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου, ωστόσο, δεν σήμανε ότι κάθε πράξη της Διοίκησης είναι αυτομάτως νόμιμη. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τα διοικητικά δικαστήρια κλήθηκαν να ερμηνεύσουν για πρώτη φορά τις νέες διατάξεις, να απαντήσουν σε κρίσιμα ζητήματα εφαρμογής τους και να καθορίσουν τα όρια της διοικητικής δράσης. Έτσι διαμορφώθηκε μια ήδη πλούσια νομολογία, η οποία, από τη μία πλευρά, επιβεβαιώνει τη συνταγματικότητα και τη φιλοσοφία του νέου συστήματος προστασίας του αιγιαλού και, από την άλλη, δεν διστάζει να ακυρώσει ή να περιορίσει πρόστιμα όταν οι Κτηματικές Υπηρεσίες παραλείπουν να τηρήσουν τις εγγυήσεις που θέτει ο ίδιος ο νόμος.
Η συγκέντρωση της ύλης της νομολογίας και της νομοθεσίας πραγματοποιήθηκε με έρευνα στην Qualex, την εξειδικευμένη πλατφόρμα νομικού περιεχομένου της Νομικής Βιβλιοθήκης, με επιμέλεια των δικηγόρων Κατερίνας Σουμπάκα, συνεργάτη της ομάδας περιεχομένου Qualex και Σταυρούλας Φίκαρη, υπεύθυνης ανάπτυξης και διαχείρισης περιεχομένου Qualex.
Το νέο νομοθετικό πλαίσιο: Από τα πρόστιμα στην άμεση αποκατάσταση της κοινοχρησίας του αιγιαλού
Ο ν. 5092/2024 σηματοδότησε μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αυθαίρετες καταλήψεις και οι παράνομες κατασκευές στον αιγιαλό και την παραλία. Σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς, όπου η διοικητική αντίδραση στηριζόταν κυρίως στην επιβολή προστίμων και σε χρονοβόρες διαδικασίες, ο νέος νόμος εισάγει ένα ολοκληρωμένο σύστημα άμεσης προστασίας της κοινοχρησίας, συνδυάζοντας διοικητικά μέτρα ταχείας εφαρμογής με ένα ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων.
Ο πυρήνας του νέου συστήματος αποτυπώνεται στα άρθρα 18 και 19 του νόμου, τα οποία λειτουργούν συμπληρωματικά. Το άρθρο 18 ρυθμίζει τα διοικητικά μέτρα που λαμβάνονται αμέσως μόλις διαπιστωθεί παράνομη κατάληψη ή αυθαίρετη επέμβαση στον αιγιαλό, ενώ το άρθρο 19 καθορίζει τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται στους παραβάτες.
Ειδικότερα, όταν διαπιστώνεται κατάληψη αιγιαλού ή παραλίας χωρίς σύμβαση παραχώρησης ή καθ’ υπέρβαση των ορίων της, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία εκδίδει πράξη άμεσης απομάκρυνσης, με την οποία διατάσσεται η απομάκρυνση όλων των κινητών στοιχείων μέσα σε 48 ώρες. Αν στον χώρο ασκείται οικονομική δραστηριότητα, προβλέπεται επιπλέον σφράγιση του χώρου, διακοπή λειτουργίαςτης επιχείρησης για το καταληφθέν τμήμα και διακοπή λειτουργίας της ταμειακής μηχανής από την ΑΑΔΕ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η άσκηση αίτησης ακύρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της πράξης απομάκρυνσης, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι διαθέτει έγκυρη και ενεργή σύμβαση παραχώρησης.
Παράλληλα, το άρθρο 19 θεσπίζει ένα ιδιαίτερα αυστηρό σύστημα διοικητικών κυρώσεων. Τα πρόστιμα υπολογίζονται, κατά κανόνα, στο τετραπλάσιο του ανταλλάγματος που αντιστοιχεί στην καταληφθείσα έκταση, ενώ προβλέπονται αποκλεισμοί από μελλοντικές παραχωρήσεις αιγιαλού, οι οποίοι μπορεί να φθάσουν ακόμη και τα δέκα έτη. Σε περίπτωση υποτροπής, οι κυρώσεις γίνονται ακόμη αυστηρότερες, με διπλασιασμό των προστίμων και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, με αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγιση της ταμειακής μηχανής. Ο νόμος δεν περιορίζεται μόνο στις αυθαίρετες καταλήψεις, αλλά τιμωρεί επίσης την παρεμπόδιση της ελεύθερης πρόσβασηςτου κοινού στον αιγιαλό, την παρεμπόδιση των ελέγχων και ακόμη και τη μη ανάρτηση της προβλεπόμενης ενημερωτικής πινακίδας.
Άλλο αυθαίρετη κατασκευή και άλλο αυθαίρετη κατάληψη
Καθοριστική για την εφαρμογή των νέων διατάξεων υπήρξε η ερμηνευτική εγκύκλιος 211830 ΕΞ 2025, η οποία διευκρίνισε ότι η αυθαίρετη κατασκευή ή διαμόρφωση και η αυθαίρετη κατάληψη αποτελούν δύο διαφορετικές διοικητικές παραβάσεις, με διαφορετικό χρόνο τέλεσης και διαφορετικές προϋποθέσεις επιβολής κυρώσεων.
Η αυθαίρετη κατασκευή τελείται μία μόνο φορά, κατά τον χρόνο ανέγερσης ή διαμόρφωσης του έργου, και η απλή διατήρησή της δεν επιτρέπει την εκ νέου επιβολή του ίδιου διοικητικού προστίμου. Αντίθετα, η αυθαίρετη κατάληψη μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που αναπτύσσονται εκ νέου κινητά στοιχεία ή ασκείται οικονομική δραστηριότητα χωρίς νόμιμη παραχώρηση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή νέων κυρώσεων σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης.
Η ίδια εγκύκλιος θέτει, παράλληλα, αυστηρές απαιτήσεις ως προς την αιτιολογία των διοικητικών πράξεων. Για να είναι νόμιμη η επιβολή κυρώσεων, η έκθεση αυτοψίας πρέπει να περιγράφει με σαφήνεια την αυθαίρετη κατασκευή ή την κατάληψη, να προσδιορίζει την ακριβή έκταση του κοινόχρηστου χώρου που έχει καταληφθεί, να αναφέρει τον χρόνο τέλεσης της παράβασης και να τεκμηριώνει, με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για αυτήν.
Ποιο νομοθέτημα εφαρμόζεται;
Η εγκύκλιος 169630 ΕΞ 2025 αποσαφηνίζει ποια ακριβώς είναι η νομοθετική βάση για την επιβολή διοικητικών μέτρων και κυρώσεων σε περιπτώσεις αυθαίρετης κατάληψης ή αυθαίρετης κατασκευής στον αιγιαλό και την παραλία. Ειδικότερα, διευκρινίζει ότι από τις 24 Απριλίου 2019, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4607/2019, οι σχετικές κυρώσεις επιβάλλονταν με βάση το άρθρο 27 του ν. 2971/2001, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4607/2019.
Από τις 4 Μαρτίου 2024, με την έναρξη ισχύος του ν. 5092/2024, το ειδικό αυτό καθεστώς αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του ν. 5092/2024, τα οποία πλέον αποτελούν το αποκλειστικό νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία του αιγιαλού και της παραλίας από αυθαίρετες καταλήψεις και κατασκευές.
Η εγκύκλιος υπογραμμίζει ότι οι ειδικές αυτές διατάξεις αποκλείουν την παράλληλη εφαρμογή των γενικών διατάξεων περί προστασίας δημοσίων κτημάτων.
Ειδικότερα, μετά τις 24 Απριλίου 2019 δεν μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση για την επιβολή διοικητικών μέτρων ή κυρώσεων στον αιγιαλό και την παραλία τα άρθρα 115 και 115Α του από 11 Νοεμβρίου 1929 π.δ. «Περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», καθώς τα ζητήματα αυτά ρυθμίζονται πλέον εξαντλητικά από την ειδική νομοθεσία για τον αιγιαλό. Οι διατάξεις περί προστασίας δημοσίων κτημάτων εξακολουθούν να εφαρμόζονται μόνο επικουρικά, στις περιπτώσεις που ο ν. 5092/2024 δεν περιέχει ειδική ρύθμιση, όπως άλλωστε προβλέπει ρητά η παρ. 9 του άρθρου 18.
Η εφαρμογή του νόμου στην πράξη: Τα ευρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου
Η ψήφιση του ν. 5092/2024 συνοδεύτηκε από την προσδοκία ότι το νέο, αυστηρότερο σύστημα ελέγχων και κυρώσεων θα έθετε τέλος στις εκτεταμένες αυθαίρετες καταλήψεις αιγιαλών και παραλιών. Ωστόσο, η πρώτη συνολική αποτίμηση της εφαρμογής του νόμου από το Ελεγκτικό Συνέδριο καταδεικνύει ότι, παρά τις σημαντικές θεσμικές αλλαγές, η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξακολουθεί να εξαρτάται από τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών, όπου εξακολουθούν να καταγράφονται σοβαρές αδυναμίες.
Η Έκθεση Ελέγχου 1/2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου αξιολόγησε τη λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας της παραχώρησης απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας σε δεκαεννέα δήμους και δεκατέσσερις Κτηματικές Υπηρεσίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη περίοδο εφαρμογής του ν. 5092/2024.
Στα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης επισημαίνεται ότι το νέο νομοθετικό πλαίσιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς ενισχύει την προστασία του κοινόχρηστου χαρακτήρα του αιγιαλού, εισάγει αυστηρότερες κυρώσεις, αξιοποιεί ψηφιακά εργαλεία, όπως η εφαρμογή «MyCoast», και προβλέπει ταχύτερες διαδικασίες επιβολής διοικητικών μέτρων.
Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο, πάντως, υπογραμμίζει ότι ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε κατά το πρώτο καλοκαίρι εφαρμογής του νόμου και, συνεπώς, είναι ακόμη πρόωρο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα όλων των νέων ρυθμίσεων.
Παράλληλα, όμως, η έκθεση αναδεικνύει σειρά διαρθρωτικών προβλημάτων που περιορίζουν την πρακτική εφαρμογή του νέου καθεστώτος. Πρώτο ζήτημα αποτελεί η ελλιπής λειτουργία του Μητρώου Συμβάσεων Παραχώρησης. Κατά τον χρόνο του ελέγχου, το πληροφοριακό σύστημα δεν ήταν πλήρως ενημερωμένο με όλες τις συμβάσεις που συνάπτονταν από τους δήμους και την ΕΤ.Α.Δ., ούτε περιλάμβανε με πληρότητα τα αποτελέσματα των αυτοψιών και των ελέγχων. Επιπλέον, δεν ήταν προσβάσιμο σε όλους τους φορείς που συμμετέχουν στην ελεγκτική διαδικασία, γεγονός που δυσχέραινε τον συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον τρόπο διενέργειας των ελέγχων. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει ότι στην πράξη δεν εφαρμόζεται ένα οργανωμένο πρόγραμμα τακτικών και προληπτικών ελέγχων με βάση κριτήρια επικινδυνότητας. Αντίθετα, οι διαθέσιμοι ελεγκτικοί πόροι απορροφώνται σχεδόν αποκλειστικά από τη διαχείριση των καταγγελιών που υποβάλλονται μέσω της εφαρμογής «MyCoast». Το αποτέλεσμα είναι ο ελεγκτικός μηχανισμός να λειτουργεί κυρίως κατόπιν καταγγελίας και όχι προληπτικά.
Η ίδια η εφαρμογή «MyCoast» χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επιτυχημένη ως προς τη συμμετοχή των πολιτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η έκθεση, μόνο κατά το 2024 υποβλήθηκαν 41.737 καταγγελίες, από τις οποίες περίπου το 70% αφορούσε αυθαίρετες καταλήψεις αιγιαλού ή παραλίας. Ωστόσο, από το σύνολο αυτό ολοκληρώθηκε ο έλεγχος μόλις σε περίπου ένα τρίτο των υποθέσεων, ενώ χιλιάδες καταγγελίες είτε παρέμειναν σε εκκρεμότητα είτε δεν εξετάστηκαν καθόλου.
Σημαντικό πρόβλημα εντοπίζεται και στις ίδιες τις Κτηματικές Υπηρεσίες. Η έκθεση διαπιστώνει ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν διαθέτουν επαρκές ανθρώπινο δυναμικόούτε τον αναγκαίο τεχνολογικό εξοπλισμό για την έγκαιρη διερεύνηση των καταγγελιών. Παρότι ο ν. 5092/2024 προβλέπει τη δυνατότητα αξιοποίησης σύγχρονων τεχνολογιών, όπως μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), τηλεπισκόπησης και δορυφορικών λήψεων, στην πράξη οι έλεγχοι εξακολουθούν να πραγματοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά με επιτόπιες αυτοψίες, με συμβατικά μέσα μέτρησης.
Αντίστοιχες αδυναμίες καταγράφονται και ως προς τη συμμετοχή των δήμων. Παρότι εξακολουθούν να διαθέτουν ελεγκτικές αρμοδιότητες και σημαντικό ρόλο στην εκτέλεση των διοικητικών μέτρων, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει ότι οι περισσότεροι δήμοι πραγματοποιούν ελάχιστους ή και καθόλου ελέγχους, ενώ η συνεργασία τους με τις Κτηματικές Υπηρεσίες χαρακτηρίζεται περιορισμένη. Συχνά οι εκθέσεις αυτοψίας αποστέλλονται με καθυστέρηση ή δεν συνοδεύονται από επαρκή τεκμηρίωση, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων.
Το πλέον κρίσιμο εύρημα αφορά, πάντως, την εφαρμογή των ίδιων των κυρώσεων που προβλέπει ο ν. 5092/2024. Σύμφωνα με την έκθεση, σε αρκετές περιπτώσεις τα διοικητικά μέτρα δεν επιβάλλονται ή επιβάλλονται με σημαντική καθυστέρηση. Οι πράξεις απομάκρυνσης κινητών στοιχείων, οι διαταγές σφράγισης και οι λοιπές κυρώσεις δεν εκτελούνται πάντοτε εγκαίρως, με αποτέλεσμα επιχειρήσεις να συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, παρά τη διαπίστωση παραβάσεων. Το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ακόμη ότι οι επανέλεγχοι πραγματοποιούνται σπάνια, γεγονός που δυσχεραίνει τον εντοπισμό υπότροπων παραβατών και, κατά συνέπεια, την εφαρμογή των αυστηρότερων κυρώσεων που προβλέπει ο νόμος για την υποτροπή.
Νομολογία: Πότε τα πρόστιμα για αυθαίρετη κατάληψη αιγιαλού κρίθηκαν νόμιμα
Πέρα, πάντως, από το νομοθετικό πλαίσιο και την αποτελεσματική ή όχι εφαρμογή του, τα δικαστήρια τα τελευταία χρόνια απασχόλησε πληθώρα υποθέσεων με μαζικές αιτήσεις ακύρωσης κατά διοικητικών κυρώσεων για κατάληψη αιγιαλού.
Οι πρώτες αποφάσεις που επικύρωσαν το νέο σύστημα του ν. 5092/2024
Οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που κλήθηκαν να εφαρμόσουν τον ν. 5092/2024 διαμόρφωσαν από νωρίς μια σταθερή ερμηνευτική κατεύθυνση υπέρ της νομιμότητας του νέου πλαισίου προστασίας του αιγιαλού. Με τη ΔΕφΛαρ 115/2024, η οποία εκδόθηκε λίγους μόλις μήνες μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου, και ακολούθως με την ΔΕφΘεσ 26/2025, τα διοικητικά δικαστήρια επικύρωσαν τόσο τη φιλοσοφία του νέου συστήματος όσο και τον τρόπο εφαρμογής των διοικητικών κυρώσεων.
Οι δύο αποφάσεις δέχθηκαν ότι οι πράξεις άμεσης απομάκρυνσης των κινητών στοιχείων και επιβολής προστίμου εκδίδονται κατά δέσμια αρμοδιότητα της Κτηματικής Υπηρεσίας, όταν διαπιστώνεται αυθαίρετη κατάληψη αιγιαλού ή παραλίας χωρίς νόμιμη παραχώρηση. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να σταθμίσει κατά περίπτωση αν θα επιβάλει τις προβλεπόμενες κυρώσεις, ούτε να τις περιορίσει για λόγους επιείκειας ή οικονομικής επιβάρυνσης του παραβάτη.
Ιδιαίτερη σημασία είχε, επίσης, η κρίση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι ο τρόπος υπολογισμού του προστίμου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 του νόμου και εξειδικεύεται με την υπουργική απόφαση 60314 ΕΞ 2024, είναι νόμιμος και εφαρμόζεται υποχρεωτικά. Το δικαστήριο επικύρωσε τη χρήση του μαθηματικού τύπου, του συντελεστή εξομάλυνσης και του τετραπλασιασμού του ανταλλάγματος, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι το ύψος του προστίμου ήταν αυθαίρετο ή δυσανάλογο.
Παράλληλα, το Διοικητικό Εφετείο Λάρισας επιβεβαίωσε ότι η ειδική, ταχεία ακυρωτική διαδικασία που καθιέρωσε ο ν. 5092/2024 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι η πενθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης και η άμεση εκτέλεση των μέτρων δεν αναιρούν το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αλλά εντάσσονται στον σκοπό της άμεσης αποκατάστασης της κοινοχρησίας του αιγιαλού.
Η αυθαίρετη κατάληψη δεν νομιμοποιείται επειδή εκκρεμεί αίτηση παραχώρησης
Ένα από τα συχνότερα επιχειρήματα που προβάλλουν επιχειρήσεις κατά της επιβολής προστίμων είναι ότι είχαν ήδη κινήσει τη διαδικασία για την παραχώρηση της απλής χρήσης του αιγιαλού και, συνεπώς, η χρήση του χώρου δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί αυθαίρετη. Η νομολογία, ωστόσο, αντιμετωπίζει με ενιαίο τρόπο τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι η απλή υποβολή αίτησης ή η εκκρεμότητα της διοικητικής διαδικασίας δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει την κατάληψη κοινόχρηστου χώρου πριν από την υπογραφή της σχετικής σύμβασης παραχώρησης.
Η πρώτη σχετική κρίση διατυπώθηκε ήδη με την ΔΕφΛαρ 115/2024. Στην υπόθεση εκείνη, ο επιχειρηματίας υποστήριξε ότι είχε υποβάλει αίτημα για παραχώρηση τμήματος αιγιαλού και ότι η διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί χωρίς δική του υπαιτιότητα. Το Δικαστήριο, όμως, διαπίστωσε ότι η αίτηση παρέμενε ελλιπής, καθώς δεν είχαν προσκομισθεί τα αναγκαία δικαιολογητικά, ενώ για μέρος της αιτούμενης έκτασης δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις απευθείας παραχώρησης. Υπό τα δεδομένα αυτά έκρινε ότι η εκκρεμής διοικητική διαδικασία δεν δημιουργούσε κανένα δικαίωμα χρήσης του αιγιαλού πριν από την έκδοση και υπογραφή της σχετικής σύμβασης.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η ΔΕφΠειρ 224/2025, η οποία προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, ερμηνεύοντας ειδικά το άρθρο 11 του ν. 5092/2024. Ξενοδοχειακή επιχείρηση υποστήριξε ότι, επειδή είχε απευθυνθεί στην ΕΤΑΔ και είχε παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη προθεσμία, είχε ενεργοποιηθεί το τεκμήριο σιωπηρής συναίνεσης της παρ. 2 του άρθρου 11. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό, διευκρινίζοντας ότι το συγκεκριμένο τεκμήριο αφορά αποκλειστικά τη συναίνεση της ΕΤΑΔ ως προς το ενδιάμεσο ακίνητο της ιδιωτικής της περιουσίας και όχι την ίδια την παραχώρηση της απλής χρήσης του αιγιαλού. Επομένως, χωρίς υπογεγραμμένη σύμβαση παραχώρησης, η χρήση του αιγιαλού εξακολουθεί να είναι αυθαίρετη και επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 19.
Ανάλογη ήταν και η κρίση του ΔΕφΧαν 83/2025, όπου η προσφεύγουσα εταιρεία υποστήριξε ότι είχε αιτηθεί την παραχώρηση του αιγιαλού και ανέμενε την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, ανεξάρτητα από το αν είχε πράγματι υποβληθεί σχετική αίτηση, κατά τον χρόνο του ελέγχου δεν υπήρχε ενεργή σύμβαση παραχώρησης, γεγονός που αρκούσε για να στοιχειοθετηθεί η αυθαίρετη κατάληψη. Η ύπαρξη εκκρεμούς αιτήματος, ακόμη και αν αποδεικνυόταν, δεν θα αναιρούσε τη νομιμότητα της πράξης επιβολής προστίμου και της διαταγής απομάκρυνσης.
Η ευθύνη βαραίνει εκείνον που εκμεταλλεύεται πραγματικά τον αιγιαλό
Η νομιμότητα της επιβολής προστίμου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ποιος εμφανίζεται τυπικά ως ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης ή ως συμβαλλόμενος σε σύμβαση παραχώρησης. Από τις πρόσφατες αποφάσεις των διοικητικών εφετείων προκύπτει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι ποιος χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται στην πράξη τον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού.
Εφόσον αποδεικνύεται ότι μια επιχείρηση αξιοποιεί οικονομικά την καταληφθείσα έκταση προς εξυπηρέτηση της δραστηριότητάς της, η ευθύνη για την αυθαίρετη κατάληψη βαρύνει την ίδια, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται ως προς την προέλευση των εγκαταστάσεων ή το πρόσωπο που τις τοποθέτησε.
Χαρακτηριστική είναι η ΔΕφΘεσ 139/2025, στην οποία εξετάστηκε η περίπτωση επιχείρησης κάμπινγκ. Η εταιρεία υποστήριξε ότι η κατάληψη του αιγιαλού οφειλόταν στις σκηνές και στα τροχόσπιτα των κατασκηνωτών και όχι σε δικές της ενέργειες. Το Δικαστήριο, όμως, έκρινε ότι οι εγκαταστάσεις αυτές είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της επιχειρηματικής λειτουργίας του κάμπινγκ και εξυπηρετούσαν τη δραστηριότητά του. Για τον λόγο αυτό καταλόγισε την παράβαση στην ίδια την επιχείρηση, θεωρώντας ότι η πραγματική εκμετάλλευση του κοινόχρηστου χώρου αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η ΔΕφΧαν 83/2025, όπου ξενοδοχειακή επιχείρηση ισχυρίστηκε ότι οι ομπρέλες και οι ξαπλώστρες είχαν τοποθετηθεί από άγνωστα πρόσωπα πριν ακόμη αναλάβει τη λειτουργία του ξενοδοχείου. Το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στον ισχυρισμό αυτό, αλλά αξιολόγησε συνολικά τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, όπως τις αυτοψίες, τις φωτογραφίες, τη θέση των εγκαταστάσεων μπροστά από το ξενοδοχείο και την παραδοχή της ίδιας της εταιρείας ότι οι εγκαταστάσεις εξυπηρετούσαν τους πελάτες της. Με βάση τα στοιχεία αυτά κατέληξε ότι η επιχείρηση ήταν εκείνη που εκμεταλλευόταν στην πράξη την επίμαχη έκταση και συνεπώς έφερε την ευθύνη για την αυθαίρετη κατάληψη, ανεξάρτητα από το ποιος είχε ενδεχομένως πραγματοποιήσει προηγουμένως άλλες παρεμβάσεις στον χώρο.
Την ίδια κατεύθυνση ακολούθησε και η ΔΕφΘεσ 82/2026, εξετάζοντας μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου ζητήματος. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα παραχώρησης της απλής χρήσης του αιγιαλού έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα και δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή να χρησιμοποιηθεί από άλλη επιχείρηση. Διαπιστώνοντας ότι διαφορετικός επιχειρηματικός φορέας εκμεταλλευόταν στην πράξη τον παραχωρημένο χώρο, έκρινε ότι η χρήση αυτή ισοδυναμούσε με αυθαίρετη κατάληψη, παρά την ύπαρξη σύμβασης παραχώρησης στο όνομα άλλου προσώπου. Μάλιστα, το Δικαστήριο αξιοποίησε στοιχεία όπως οι δηλώσεις μίσθωσης στο TAXIS και τα πορίσματα των ελεγκτικών αρχών για να αποδείξει ποιος ήταν ο πραγματικός χρήστης της παραλίας.
Ο έλεγχος της Κτηματικής Υπηρεσίας αρκεί όταν τεκμηριώνεται επαρκώς
Ένα ακόμη ζήτημα που απασχόλησε επανειλημμένα τα διοικητικά δικαστήρια αφορά την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώνει η Κτηματική Υπηρεσία κατά τη διαπίστωση αυθαίρετης κατάληψης αιγιαλού. Οι προσφεύγοντες προβάλλουν συχνά ότι οι μετρήσεις είναι ανακριβείς, ότι οι φωτογραφίες δεν αποτυπώνουν την πραγματική κατάσταση ή ότι η Διοίκηση όφειλε να προβεί σε λεπτομερέστερη καταγραφή των κινητών αντικειμένων. Η νομολογία, ωστόσο, ακολουθεί μια σταθερή γραμμή, σύμφωνα με την οποία ο έλεγχος θεωρείται επαρκής όταν στηρίζεται σε αντικειμενικά και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται εξαντλητική τεκμηρίωση κάθε επιμέρους λεπτομέρειας.
Η ΔΕφΘεσ 26/2025 έκρινε ότι η αιτιολογία της πράξης επιβολής προστίμου μπορεί να συμπληρώνεται από το σύνολο του διοικητικού φακέλου και ειδικότερα από την έκθεση αυτοψίας, το τοπογραφικό διάγραμμα και τα λοιπά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τον έλεγχο. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται κάθε επιμέρους τεχνικό στοιχείο να αποτυπώνεται αναλυτικά στην ίδια την πράξη, αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η Διοίκηση βασίστηκε σε ασφαλή πραγματικά δεδομένα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η ΔΕφΘεσ 28/2026, η οποία έκρινε ότι οι μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν με σύστημα GPS, σε συνδυασμό με το τοπογραφικό διάγραμμα και το φωτογραφικό υλικό της αυτοψίας, αποτελούσαν επαρκή βάση για τη διαπίστωση της αυθαίρετης κατάληψης και τον υπολογισμό του προστίμου. Παράλληλα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ζητήματα σχετικά με τη νομιμότητα της οριοθέτησης του αιγιαλού δεν μπορούν να εξεταστούν παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της διαφοράς για την επιβολή του προστίμου, εφόσον η σχετική διοικητική πράξη εξακολουθεί να ισχύει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ΔΕφΠειρ 224/2025, με την οποία κρίθηκε ότι ακόμη και παλαιότερο τοπογραφικό διάγραμμα μπορεί να αξιοποιηθεί αποδεικτικά, όταν συμπληρώνεται από νεότερες μετρήσεις, συντεταγμένες και λοιπά στοιχεία της αυτοψίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι εκθέσεις αυτοψίας και τα σχετικά διοικητικά έγγραφα αποτελούν δημόσια έγγραφα με αυξημένη αποδεικτική δύναμη, τα οποία δεν ανατρέπονται με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί ανακρίβειας των μετρήσεων.
Οι αντικειμενικές κυρώσεις του νόμου δεν αφήνουν περιθώρια επιείκειας
Η νομολογία που διαμορφώθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 5092/2024 αντιμετωπίζει με ενιαίο τρόπο και το ζήτημα του χαρακτήρα των διοικητικών κυρώσεων. Τα διοικητικά εφετεία δέχονται σταθερά ότι ο νομοθέτης επέλεξε ένα αντικειμενικό σύστημα επιβολής προστίμων, στο οποίο η διαπίστωση της αυθαίρετης κατάληψης αρκεί για την ενεργοποίηση των προβλεπόμενων συνεπειών. Ως εκ τούτου, ούτε η Κτηματική Υπηρεσία διαθέτει διακριτική ευχέρεια να μειώσει το πρόστιμο, ούτε το δικαστήριο μπορεί να αναπροσαρμόσει το ύψος του με κριτήρια επιείκειας ή ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης.
Η θέση αυτή αποτυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στην ΔΕφΘεσ 12/2026, όπου ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η υπέρβαση της παραχωρημένης έκτασης ήταν περιορισμένη και ότι το πρόστιμο ήταν δυσανάλογο. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι το ύψος της κύρωσης καθορίζεται αποκλειστικά από τον μηχανισμό που προβλέπει ο νόμος και δεν υπόκειται σε δικαστική επιμέτρηση. Παράλληλα, επισήμανε ότι ακόμη και η μεταγενέστερη απομάκρυνση των κινητών στοιχείων δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της ήδη επιβληθείσας κύρωσης, αφού η παράβαση είχε ήδη διαπιστωθεί κατά τον χρόνο της αυτοψίας.
Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση της ΔΕφΘεσ 26/2025, η οποία επικύρωσε τον μαθηματικό τρόπο υπολογισμού του προστίμου που προβλέπει το άρθρο 19 του ν. 5092/2024 και η υπουργική απόφαση 60314 ΕΞ 2024. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο μαθηματικός τύπος, ο συντελεστής εξομάλυνσης και ο τετραπλασιασμός του ανταλλάγματος εφαρμόζονται υποχρεωτικά, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι η εφαρμογή τους οδηγεί σε υπέρμετρες ή αυθαίρετες κυρώσεις. Επιπλέον, δέχθηκε ότι ακόμη και επιμέρους σφάλματα ή παραλείψεις, όπως η μη αναφορά της αντικειμενικής αξίας γειτονικού ακινήτου όταν αυτή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα του υπολογισμού, δεν καθιστούν παράνομη την πράξη επιβολής προστίμου.
Ακόμη και κινητές εγκαταστάσεις αρκούν για την επιβολή προστίμου
Ένα ακόμη ζήτημα που απασχόλησε τα διοικητικά δικαστήρια ήταν αν η επιβολή των κυρώσεων του ν. 5092/2024 προϋποθέτει την ύπαρξη μόνιμων κατασκευών ή αν αρκεί η τοποθέτηση κινητών στοιχείων στον αιγιαλό. Η νομολογία έχει δώσει σαφή απάντηση, κρίνοντας ότι η αυθαίρετη κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου δεν συνδέεται αποκλειστικά με τεχνικά έργα ή σταθερές εγκαταστάσεις, αλλά μπορεί να στοιχειοθετηθεί και μόνο από την ανάπτυξη κινητού εξοπλισμού που εξυπηρετεί την επιχειρηματική εκμετάλλευση της παραλίας.
Η αρχή αυτή διατυπώθηκε ήδη με την ΔΕφΘεσ 26/2025, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η τοποθέτηση ομπρελών, ξαπλωστρών και λοιπών κινητών στοιχείων αρκεί για να θεωρηθεί ότι έχει συντελεστεί αυθαίρετη κατάληψη αιγιαλού, ακόμη και αν δεν υπάρχουν μόνιμες κατασκευές ή επεμβάσεις στο έδαφος.
Με τον τρόπο αυτό αποσαφηνίστηκε ότι το προστατευτικό πεδίο του ν. 5092/2024 εκτείνεται σε κάθε μορφή παράνομης χρήσης του κοινόχρηστου χώρου και δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις αυθαίρετης δόμησης.
Ανάλογη ήταν η προσέγγιση του ΔΕφΧαν 83/2025, στην οποία η παράβαση θεμελιώθηκε αποκλειστικά στην ανάπτυξη ομπρελών και ξαπλωστρών που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία ξενοδοχειακής επιχείρησης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ακόμη και αν άλλος είχε πραγματοποιήσει στο παρελθόν παράνομες διαμορφώσεις στον χώρο, η μεταγενέστερη χρήση του αιγιαλού μέσω κινητών εγκαταστάσεων συνιστά αυτοτελή μορφή αυθαίρετης κατάληψης και γεννά αυτοτελή ευθύνη για την επιχείρηση που τις εκμεταλλεύεται.
Η υπέρβαση ή η μη νόμιμη χρήση της παραχώρησης αντιμετωπίζεται όπως και η πλήρης έλλειψη άδειας
Η ύπαρξη σύμβασης παραχώρησης δεν αρκεί, από μόνη της, για να αποκλείσει την επιβολή των κυρώσεων του ν. 5092/2024. Η μέχρι σήμερα νομολογία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αυστηρή τήρηση των όρων της παραχώρησης, κρίνοντας ότι τόσο η υπέρβαση της παραχωρημένης έκτασης όσο και η χρήση της από πρόσωπο διαφορετικό από τον νόμιμο παραχωρησιούχο συνιστούν αυτοτελείς παραβάσεις, οι οποίες αντιμετωπίζονται κατ’ ουσίαν όπως και η πλήρης έλλειψη νόμιμης παραχώρησης.
Χαρακτηριστική είναι η ΔΕφΘεσ 12/2026, όπου το Δικαστήριο εξέτασε περίπτωση επιχείρησης που είχε μεν σύμβαση παραχώρησης, αλλά είχε αναπτύξει ομπρέλες και ξαπλώστρες πέραν των ορίων της παραχωρηθείσας έκτασης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπέρβαση αυτή συνιστά αυθαίρετη κατάληψη του επιπλέον κοινόχρηστου χώρου και ενεργοποιεί πλήρως τις κυρώσεις του άρθρου 19 του ν. 5092/2024. Παράλληλα, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η μεταγενέστερη απομάκρυνση των κινητών στοιχείων ή η περιορισμένη έκταση της υπέρβασης μπορούσαν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της επιβληθείσας κύρωσης.
Αντίστοιχα, η ΔΕφΘεσ 82/2026 ασχολήθηκε με μια διαφορετική μορφή παράβασης των όρων της παραχώρησης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι συμβάσεις παραχώρησης της απλής χρήσης αιγιαλού έχουν αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα και δεν μπορούν να μεταβιβαστούν ή να χρησιμοποιηθούν από τρίτο πρόσωπο χωρίς τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων. Διαπιστώνοντας ότι τον παραχωρημένο χώρο εκμεταλλευόταν στην πράξη διαφορετική επιχείρηση από εκείνη στο όνομα της οποίας είχε συναφθεί η σύμβαση, έκρινε ότι η χρήση αυτή ισοδυναμούσε με αυθαίρετη κατάληψη και δικαιολογούσε τόσο την επιβολή προστίμου όσο και τις λοιπές διοικητικές κυρώσεις.
Νομολογία: Γιατί ακυρώθηκαν ή τροποποιήθηκαν τα πρόστιμα
Σε αρκετές περιπτώσεις, πάντως, τα πρόστιμα ακυρώθηκαν για ποικίλους λόγους που αφορούν κατά βάση την αιτιολογία τους.
Η Διοίκηση οφείλει να αιτιολογεί γιατί η επίμαχη έκταση είναι αιγιαλός
Οι πρώτες αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 5092/2024 αντιμετώπισαν με ιδιαίτερη αυστηρότητα την υποχρέωση της Διοίκησης να τεκμηριώνει ότι η έκταση στην οποία διαπιστώθηκε η παράβαση αποτελεί πράγματι αιγιαλό. Τα Διοικητικά Εφετεία έκριναν ότι η επιβολή των νέων διοικητικών κυρώσεων δεν μπορούσε να στηρίζεται σε γενικές παραδοχές ή σε απλή επίκληση παλαιότερων στοιχείων, αλλά απαιτούσε ειδική και συγκεκριμένη αιτιολογία ως προς τον χαρακτηρισμό της επίμαχης έκτασης.
Η προσέγγιση αυτή διαμορφώθηκε αρχικά με την ΔΕφΠειρ 47/2025, η οποία αποτέλεσε την πρώτη απόφαση που αντιμετώπισε το ζήτημα υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κτηματική Υπηρεσία δεν μπορούσε να αρκεστεί στην επίκληση παλαιών οριοθετήσεων, αλλά όφειλε να αιτιολογήσει ότι η συγκεκριμένη έκταση συνιστά αιγιαλό κατά την έννοια του ν. 5092/2024.
Την ίδια κατεύθυνση ακολούθησαν στη συνέχεια οι ΔΕφΠειρ 27/2025 και ΔΕφΠειρ 30/2025, στις οποίες κρίθηκε ότι η επίκληση τοπογραφικών διαγραμμάτων, συντεταγμένων ή φωτογραφιών δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει την εφαρμογή των κυρώσεων του νόμου, όταν δεν προκύπτει με σαφήνεια γιατί η επίμαχη έκταση αποτελεί αιγιαλό.
Η νομολογιακή αυτή γραμμή ολοκληρώθηκε με την ΔΕφΠειρ 129/2025, στην οποία το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά διατύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η Διοίκηση οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον χαρακτηρισμό της έκτασης ως αιγιαλού και ότι η σχετική αιτιολογία δεν μπορεί να υποκαθίσταται από απλή αναφορά σε τοπογραφικά στοιχεία ή σε παλαιότερες διοικητικές πράξεις που δεν επαρκούν για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης παράβασης.
Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη νομολογιακή προσέγγιση φαίνεται να χαρακτήρισε κυρίως τις πρώτες αποφάσεις που εκδόθηκαν αμέσως μετά την ψήφιση του ν. 5092/2024. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως η ΔΕφΠειρ 136/2026, εμφανίζονται περισσότερο ευέλικτες, δεχόμενες ότι, όταν η Κτηματική Υπηρεσία τεκμηριώνει επαρκώς την κρίση της με τεχνικά στοιχεία και πλήρη αυτοψία ή όταν υφίσταται ήδη νόμιμος καθορισμός της οριογραμμής, δεν απαιτείται η ίδια αυστηρή μορφή αιτιολογίας που είχε απαιτήσει το πρώτο αυτό νομολογιακό κύμα.
Για τις αυθαίρετες κατασκευές απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας
Η αυστηρότητα του ν. 5092/2024 δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση να τηρεί τη διαδικασία που προβλέπει ο ίδιος ο νόμος πριν από την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων. Αυτό κατέστησε σαφές το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά με την ΔΕφΠειρ 149/2025, η οποία διαχώρισε τις περιπτώσεις της αυθαίρετης κατάληψης αιγιαλού από εκείνες της αυθαίρετης κατασκευής ή διαμόρφωσης.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, όταν η παράβαση αφορά αυθαίρετη κατασκευή ή διαμόρφωση, κατά την έννοια του άρθρου 19 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 5092/2024, η επιβολή του προβλεπόμενου προστίμου προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση του προβλεπόμενου πρωτοκόλλου κατεδάφισης.
Η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί τυπική διατύπωση, αλλά ουσιώδη εγγύηση νομιμότητας, η παράλειψη της οποίας καθιστά μη νόμιμη την επιβολή της διοικητικής κύρωσης.
Η έκθεση αυτοψίας πρέπει να τεκμηριώνει πλήρως και με συνέπεια την παράβαση
Η έκθεση αυτοψίας αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται τόσο η πράξη άμεσης απομάκρυνσης όσο και η επιβολή του προστίμου. Για τον λόγο αυτό δεν αρκεί να περιγράφει γενικά την ύπαρξη ομπρελών, ξαπλωστρών ή άλλων κινητών στοιχείων στον αιγιαλό. Πρέπει να αποτυπώνει με σαφήνεια τη θέση, την έκταση και τα πραγματικά χαρακτηριστικά της παράβασης, ενώ η φωτογραφική τεκμηρίωση που απαιτεί το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 5092/2024 πρέπει να αποτελεί οργανικό μέρος της ίδιας της αυτοψίας.
Τις απαιτήσεις αυτές προσδιόρισε με σαφήνεια η ΔΕφΘεσ 74/2025. Στην υπόθεση αυτή, η έκθεση αυτοψίας δεν περιείχε φωτογραφική τεκμηρίωση ούτε βεβαίωνε ότι είχαν ληφθεί φωτογραφίες κατά τη διενέργεια του ελέγχου. Η Κτηματική Υπηρεσία επιχείρησε να καλύψει το κενό προσκομίζοντας φωτογραφίες μεταγενέστερα, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
Το Δικαστήριο, όμως, έκρινε ότι η πλημμέλεια δεν μπορούσε να θεραπευθεί εκ των υστέρων, καθώς οι φωτογραφίες δεν ήταν ενσωματωμένες στην έκθεση αυτοψίας, δεν προέκυπτε με βεβαιότητα πότε είχαν ληφθεί και δεν συνδέονταν με σαφήνεια με την επιχείρηση στην οποία αποδόθηκε η παράβαση.
Διαφορετική, αλλά εξίσου ουσιώδη, πλημμέλεια διαπίστωσε η ΔΕφΠατρ 175/2024. Στην περίπτωση αυτή η έκθεση αυτοψίας συνοδευόταν πράγματι από φωτογραφίες και σκαρίφημα. Τα στοιχεία, όμως, δεν παρουσίαζαν ενιαία εικόνα της παράβασης. Οι φωτογραφίες εμφάνιζαν τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες στα δεξιά της καντίνας, ενώ στο ενσωματωμένο σκαρίφημα η φερόμενη ως αυθαίρετα καταληφθείσα έκταση αποτυπωνόταν στα αριστερά της. Η αντίφαση αυτή δεν θεωρήθηκε επουσιώδης, καθώς αφορούσε τον ίδιο τον χώρο στον οποίο φερόταν ότι είχε συντελεστεί η παράβαση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ασυμφωνία ανάμεσα στις φωτογραφίες και στο διάγραμμα καθιστούσε αόριστο τον προσδιορισμό της καταληφθείσας έκτασης. Κατά τη διατύπωση της απόφασης, «η ως άνω περιγραφόμενη αντίφαση των φωτογραφιών και του σκαριφήματος, ως προς την θέση της φερόμενης αυθαίρετης κατάληψης, δηλαδή αν αυτή βρίσκεται στα αριστερά ή δεξιά της καντίνας, καθιστά αόριστο τον προσδιορισμό του χώρου που αυτή τυχόν καταλαμβάνει». Ως αποτέλεσμα, κρίθηκε άκυρη η έκθεση αυτοψίας και ακυρώθηκαν οι πράξεις άμεσης απομάκρυνσης και επιβολής προστίμου που είχαν εκδοθεί με βάση αυτήν.
Η Διοίκηση πρέπει να αποδεικνύει ποιος είναι ο πραγματικός παραβάτης
Η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του ν. 5092/2024 προϋποθέτει όχι μόνο τη διαπίστωση της παράβασης, αλλά και την ορθή ταυτοποίηση του προσώπου που ευθύνεται για αυτήν. Η αντικειμενική φύση των κυρώσεων δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση να αποδείξει ότι ο αποδέκτης της πράξης είναι εκείνος που πραγματικά προέβη στην αυθαίρετη επέμβαση ή κατάληψη του αιγιαλού.
Την αρχή αυτή ανέδειξε η ΔΕφΠειρ 136/2026, η οποία εξέτασε υπόθεση επιβολής προστίμου για αυθαίρετη κατασκευή στον αιγιαλό, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 5092/2024. Η Διοίκηση είχε επιβάλει την κύρωση σε ξενοδοχειακή επιχείρηση, θεωρώντας ότι αυτή ήταν υπεύθυνη για τις κατασκευές που διαπιστώθηκαν κατά την αυτοψία.
Το Δικαστήριο, όμως, διαπίστωσε ότι από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προέκυπτε ποιος είχε κατασκευάσει τις επίμαχες εγκαταστάσεις ούτε υπήρχε ειδική αιτιολογία που να συνδέει την εταιρεία με την εκτέλεση των εργασιών. Η διαπίστωση ότι η επιχείρηση δραστηριοποιούνταν στην περιοχή ή ότι οι κατασκευές εξυπηρετούσαν τη λειτουργία της δεν αρκούσε, από μόνη της, για να θεμελιώσει την ευθύνη της. Η Διοίκηση όφειλε να αποδείξει ότι η ίδια ήταν ο πραγματικός αυτουργός της αυθαίρετης επέμβασης, κάτι που δεν προέκυπτε από τον φάκελο.
Η πράξη επιβολής προστίμου πρέπει να αιτιολογεί τον τρόπο υπολογισμού του
Η θέσπιση ενός αντικειμενικού μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό των προστίμων με τον ν. 5092/2024 δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση να εξηγεί πώς κατέληξε στο τελικό ποσό που καταλογίζει στον παραβάτη. Η αναφορά στις διατάξεις του νόμου ή στην υπουργική απόφαση που εξειδικεύει τον τρόπο υπολογισμού δεν αρκεί, εάν από την πράξη δεν προκύπτουν τα πραγματικά δεδομένα και οι επιμέρους παράμετροι που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό του προστίμου.
Η αρχή αυτή διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην ΔΕφΠειρ 16/2025, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη άμεσης απομάκρυνσης ήταν νόμιμη, όπως και η έκθεση αυτοψίας που είχε προηγηθεί. Ωστόσο, ακύρωσε την πράξη επιβολής προστίμου, επειδή η Διοίκηση περιορίστηκε να αναφέρει το συνολικό ποσό της κύρωσης και να παραπέμψει στην υπουργική απόφαση 60314 ΕΞ 2024, χωρίς να εξηγεί πώς εφαρμόστηκε στην πράξη ο προβλεπόμενος μαθηματικός τύπος. Από το περιεχόμενο της πράξης δεν προέκυπταν τα επιμέρους στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος της ορθότητάς του.
Την ίδια νομολογιακή κατεύθυνση ακολούθησε και η ΔΕφΠειρ 194/2025, η οποία επανέλαβε ότι η ειδική αιτιολογία δεν εξαντλείται στην αναγραφή του τελικού ποσού του προστίμου ούτε στην επίκληση του νομοθετικού πλαισίου. Η Διοίκηση οφείλει να εκθέτει συγκεκριμένα τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 5 του ν. 5092/2024, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθότητας των υπολογισμών και της νομιμότητας της κύρωσης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο διοικούμενος πρέπει να μπορεί να αντιληφθεί από την ίδια την πράξη πώς διαμορφώθηκε το ύψος του προστίμου και να αμφισβητήσει, εφόσον το θεωρεί εσφαλμένο, τα επιμέρους στοιχεία του υπολογισμού.
Το πρόστιμο πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική έκταση της παράβασης
Η ορθότητα του υπολογισμού του προστίμου δεν εξαρτάται μόνο από την εφαρμογή του μαθηματικού τύπου που προβλέπει ο ν. 5092/2024, αλλά και από την ακρίβεια των πραγματικών δεδομένων στα οποία αυτός στηρίζεται. Εάν η Διοίκηση υπολογίσει εσφαλμένα την έκταση της αυθαίρετης κατάληψης, το ύψος της κύρωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμο, ακόμη και αν έχει εφαρμοστεί σωστά η προβλεπόμενη μεθοδολογία υπολογισμού.
Το ζήτημα αυτό απασχόλησε το Διοικητικό Εφετείο Χανίων στην ΔΕφΧαν 37/2025, όπου διαπίστωσε ότι η Κτηματική Υπηρεσία είχε υπολογίσει μεγαλύτερη επιφάνεια αυθαίρετης κατάληψης από εκείνη που προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλημμέλεια δεν αφορούσε τον τρόπο εφαρμογής του μαθηματικού τύπου του νόμου, αλλά το πραγματικό μέγεθος της παράβασης, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ο υπολογισμός του προστίμου.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στη διαπίστωση της πλημμέλειας ούτε ακύρωσε συνολικά την πράξη επιβολής προστίμου. Αντίθετα, προχώρησε στον επαναπροσδιορισμό της έκτασης της αυθαίρετης κατάληψης και, συνακόλουθα, στη μείωση του επιβληθέντος ποσού, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Με τον τρόπο αυτό κατέστησε σαφές ότι η επιβολή της διοικητικής κύρωσης πρέπει να στηρίζεται σε ακριβή αποτύπωση της έκτασης της παράβασης και ότι κάθε σφάλμα στον υπολογισμό των τετραγωνικών μέτρων επηρεάζει ευθέως τη νομιμότητα του προστίμου.
Η απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή διαφοροποιείται από τις λοιπές περιπτώσεις στις οποίες τα διοικητικά δικαστήρια ακύρωσαν τις κυρώσεις λόγω ελλιπούς αιτιολογίας ή διαδικαστικών πλημμελειών. Στην προκειμένη περίπτωση, η νομολογιακή παρέμβαση επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην πραγματική έκταση της παράβασης και στις συνέπειες που αυτή είχε για τον υπολογισμό της χρηματικής κύρωσης, επιβεβαιώνοντας ότι το ύψος του προστίμου πρέπει να ανταποκρίνεται με ακρίβεια στην πραγματική ένταση της παράνομης κατάληψης.