«Η πιο επικίνδυνη ηλιθιότητα είναι η καμουφλαρισμένη με ευφυΐα»
Του Γιώργη Π. Κασιμάτη-Δρυμωνιάτη
Ο τίτλος του άρθρου μου είναι ένα από τα προσωπικά μου αποφθέγματα, που το έγραψα κατά την πρώιμη νεότητά του. Εδώ και μισόν αιώνα πριν δηλαδή. Αλλά το νόημά του νομίζω πως είναι άκρως επίκαιρο και σήμερα, ιδίως μετά την έξαρση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Το παράδοξο είναι ότι, όταν το διατύπωσα, δεν είχα διαβάσει τότε ακόμη Νίτσε. Αργότερα, γνωρίζοντας τη σκέψη του, ανακάλυψα με ενδιαφέρον ότι ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της νεωτερικότητας είχε ασχοληθεί με κάτι εξαιρετικά συγγενές: με τον κίνδυνο της αγέλης, με την απώλεια της προσωπικής κρίσης μέσα στη συλλογικότητα και με την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι μπορούν να θεωρούν αληθινό κάτι, απλώς και μόνο επειδή το πιστεύουν ταυτόχρονα πολλοί. Δεν υποστηρίζω ασφαλώς ότι η δική μου σκέψη μπορεί να συγκριθεί με τη θαυμαστή σκέψη του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου. Έχει όμως για μένα ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι δύο διαφορετικοί δρόμοι μπορούν να οδηγήσουν σε μια παρόμοια παρατήρηση ή και διαπίστωση . Ίσως, τελικά, η αλήθεια ορισμένων πραγμάτων να είναι τόσο απλή, ώστε να μπορεί κανείς να τη συναντήσει χωρίς να την έχει διδαχθεί.
Μια τέτοια αλήθεια, αυταπόδεικτη θα έλεγα, είναι ότι προφανώς ο μέσος άνθρωπος διαθέτει ικανό νου. Σίγουρα διαθέτει ένα καλό μέσο όρο ευφυίας η κοινωνία. Αυτό όμως δεν αρκεί. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ικανός να σκέπτεται, να υπολογίζει, να επιχειρηματολογεί, να κατασκευάζει περίπλοκες θεωρίες και να υπερασπίζεται με μεγάλη ευφυΐα ποικίλες όσες επιλογές. Μα το παράδοξο είναι ότι, πολλές φορές, υπερασπίζεται με πάθος τις πιο παράλογες επιλογές του, απλώς επειδή έχουν γίνει ευρέως και κοινώς αποδεκτές. Δεν κρίνει και δεν επιλέγει εν τέλει. Κι αυτό επειδή σαφώς η ευφυΐα δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη φρόνηση.Διερωτήθηκα πολλές φορές: Μπορεί κάποιος να έχει πολύ νου και ελάχιστη κρίση και σωφροσύνη; Να είναι ευφυής στη σκέψη και ανόητος στην πράξη; Να βρίσκει εξαιρετικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει κάτι που ένας στοιχειωδώς συνετός άνθρωπος θα απέφευγε; Ναι, μπορεί, απαντώ. Μάλιστα ακόμα και μέσα σε Ακαδημαϊκές παρέες μπορεί να τις βρει κανείς αυτές τις παραδοξότητες. Και , βέβαια , στις αντιφάσεις αυτές νομίζω ότι βρίσκεται η ουσία του αποφθέγματος μου.
Η πιο επικίνδυνη ηλιθιότητα είναι η καμουφλαρισμένη με ευφυΐα.
Και είναι επικίνδυνη αυτού του είδους η ηλιθιότητα, επειδή είναι ύπουλη και κρυμμένη. Ενώ η ιδιωτική ηλιθιότητα αναγνωρίζεταιεύκολα, η αγελαία, ως καμουφλαρισμένη πίσω από τα «θέσφατα» της ευφυούς πλειοψηφίας, διαφεύγει. Κι, αν η πρώτη μπορεί να προκαλέσει απλά ένα χαμόγελο, όμως η δεύτερη μπορεί να καταστεί απόλυτα επικίνδυνη. Διότι αυτή η ηλιθιότητα που καμουφλάρεται με ευφυΐα, που ντύνεται με επιχειρήματα, με γνώσεις, με βεβαιότητες και, πολλές φορές, με εντυπωσιακή ρητορική, είναι παραπλανητική. Είναι αυτή που μπορεί να αποκτήσει τυφλωμένους κοπαδικούς οπαδούς και να κερδίσειεκλογές. Ή , και χωρίς εκλογές, να καταδυναστεύσει ανθρώπους που την πιστεύουν για σωτήρια στη ζωή τους. Η ομαδική ηλιθιότητα, λοιπόν, είναι πολύ πιο επικίνδυνη γιατί δεν είναι εύκολα εμφανής και δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, αλλά συνήθως είναι υποβόσκουσα κάτω από την κοινή πρακτική. Γιατί όταν πολλοί άνθρωποι κάνουν την ίδια ανοησία, η ανοησία αποκτά κύρος. Γίνεται αποδεκτή ως επίτευγμα. Όταν την επαναλαμβάνουν αρκετοί, γίνεται συνήθεια. Κι όταν, τέλος, την αποδέχεται μια κοινωνία, γίνεται καθημερινότητα. Και το πιο τραγικό. Όταν την υιοθετεί η πολιτική, μπορεί να γίνει και νόμος και βεβαίως αναγκαστική επιλογή και βίωμα της καθημερινότητας του συνόλου, όπως συμβαίνει δίπλα μας σήμερα με την τερατώδη γραφειοκρατία και τον άνωθεν έλεγχο της κάθε έκφανσης της ζωής μας, που αναξιοπρεπώς και αδιαμαρτύρητα τα αποδεχόμαστε ως δεδομένα . Έτσι πια δημιουργείται το πιο επικίνδυνο φαινόμενο: κανείς δεν αισθάνεται ότι σκέπτεται παράλογα, επειδή όλοι γύρω του σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο.
Η ομάδα, βέβαια, προσφέρει στον άνθρωπο κάτι εξαιρετικά ανακουφιστικό: απαλλαγή από την προσωπική ευθύνη της κρίσης. Δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ αν έχω δίκιο. Μου αρκεί ότι το πιστεύουμε όλοι, ως δίκαιο. Εκατοντάδες πανάδικοι Νόμοι, σε όλα τα κράτη και σε όλη την Ιστορία της ανθρωπότητας, έχουν γίνει ευμενώς αποδεκτοί, διότι τους επέβαλαν οι νικητές, που μόνο αυτοί έχουν πάντα δίκιο και τους αποδέχτηκαν ευρέως οι ηττημένοι, αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Αυτός ο διαχρονικός πειρασμός της αγέλης, βοήθησε ναι μεν στην επιβίωση, αλλά δεν παύει να αποτελεί και την ακραία αφαίρεση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Και βέβαια η ευθύνη της απώλειας αυτών των ανώτατων αγαθών, ανήκει κυρίως σε αυτόν που τα χάνει. Διότι με την αποδοχή του παράλογου , γινόμαστε συνένοχοι στο κακό. Μέσα από αυτήν την συνενοχή, η απερισκεψία καθίσταται αυτοτιμωρία, αποδεκτή όμως – ασυνείδητα ίσως- και αυτή.
Ο Νίτσε μίλησε με ιδιαίτερη οξύτητα για τη σκέψη της αγέλης. Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικά ανησυχητικό φαινόμενο. Όταν η ανοησία αποκτά πλήθος, παύει να φαίνεται ως ανοησία. Όταν αποκτά κοινωνική αποδοχή, μετατρέπεται σε «κανονικότητα». Κι όταν αποκτά εξουσία, μπορεί να γίνει ακόμη και « κοινή αλήθεια». Και τότε συμβαίνει το παράδοξο: κανείς δεν αισθάνεται ηλίθιος, επειδή όλοι γύρω του ομοιάζουν με αυτόν. Η αγέλη δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι σοφή. Της αρκεί ότι είναι αγέλη και όλα τα μέλη της σκέπτομαι όμοια και κατά το νομιζόμενο συμφέρον της. Που μπορεί, τελικά, το νομιζόμενο, να είναι το εντελώς αντίθετο του αληθινού συμφέροντός της.
Να λοιπόν, ποια είναι η μεγαλύτερη παγίδα της εποχής μας. Δεν κινδυνεύουμε μόνο από ανθρώπους που δεν σκέπτονται. Κινδυνεύουμε περισσότερο από ανθρώπους που νομίζουν ότι σκέπτονται έξυπνα μέσα σε ένα λάθος πλαίσιο, σε ένα ευρύ σύστημα εξαπάτησης και ακόμη περισσότερο, μέσα σε κοινωνίες που επιβραβεύουν αυτή την έξυπνη ανοησία επειδή τους προσφέρει παρηγοριά στην ανασφάλεια, αριθμητική ταυτότητα ομοιάζουσα με οντότητα, αλλά και την ψευδαίσθηση του «όλοι μαζί». Ένα συνονθύλευμα ατόμων χωρίς πραγματικό πρόσωπο ο καθένας(προσωπικότητα δηλαδή), αλλά υπαρκτές ωστόσο μονάδες μέσα σε ένα ομαδικά ηλιθιασμένο σύνολο , που εύκολα αποδέχεται ό,τι του επιβάλλουν και εύκολα υποτάσσεται στις αντίνοοες επιταγές της κοινωνίας , δια χειρός εκλεγμένης ή και μη , εξουσίας. Οπωσδήποτε και σε κάθε περίπτωση, (ακόμη και στις Δημοκρατίες), εξουσίαςτων ελαχίστων (ισχυρών), αφού, εκ φύσεως, ταυτόχρονη εξουσία πολλών (αδύναμων), δεν γίνεται να υπάρχει. Το «όλοι μαζί» αποτελεί απάτη.
Ο Όμηρος είχε ίσως συλλάβει αυτή την ανθρώπινη αντίφαση πριν από χιλιάδες χρόνια. Ο κορυφαίος των μνηστήρων της Πηνελόπης ονομάζεται Αντίνοος. Το όνομα, ἀντί + νόος, προσφέρεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμβολική ανάγνωση: ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στον νου. Ο Αντίνοος δεν είναι άνοος, δεν είναι ένας άνθρωπος χωρίς νου. Είναι ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί τον νου του για να υπηρετήσει την επιθυμία, την αλαζονεία και την ύβρη του. Έχει δύναμη, αλλά όχι μέτρο, αυτοπεποίθηση, αλλά όχι αυτογνωσία, λόγο, αλλά όχι φρόνηση. Τον κάνει εντέλει ισχυρό η ομάδα πίσω του. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Ο Αντίνοος μόνος του θα ήταν ένας επιπλέον αλαζόνας. Μαζί με τους μνηστήρες γίνεται κοινωνική δύναμη. Και αυτό μας οδηγεί από τον Όμηρο στον Νίτσε. Ίσως αυτή να είναι η ουσία αυτού που αμφότεροι μας λένε. Δεν αρκεί να έχεις νου. Πρέπει ο νους σου να μπορεί να σε εμποδίζει από το να κάνεις ανοησίες , ανηθικότητες, απάνθρωπες πράξεις ή απραξίες.
Εδώ βρίσκεται και ένας από τους μεγάλους κινδύνους για τη σύγχρονη δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν κάποιος επιχειρεί να καταργήσει τις εκλογές. Δεν κινδυνεύει μόνο από την αδιαφορία και την τεράστια αποχή από τις ψηφοφορίες. Ούτε από δικτάτορεςς που δεν θα έχουν τη στήριξη των μαζών.Κινδυνεύει , κυρίως, όταν οι πολίτες εξακολουθούν να ψηφίζουν, αλλά παύουν να σκέπτονται ατομικά. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε εχθρικά στρατόπεδα. Όταν η διαφορετική άποψη θεωρείται προδοσία. Όταν ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι πλέον άνθρωπος με διαφορετική γνώμη, αλλά «εχθρός». Όταν η πληροφορία επιλέγεται όχι επειδή είναι αληθινή, αλλά επειδή επιβεβαιώνει αυτό που μας επιβλήθηκε και ήδη το πιστεύουμε.Όταν οι επικοινωνιολόγοι εφευρίσκουν ωραία ψέματα κι οι πολίτες τα πιστεύουν αφιλτράριστα. Τότε η δημοκρατία μπορεί να παραμένει τυπικά ζωντανή , μα ουσιαστικά είναι ήδη πολύ αποδυναμωμένη. Τότε την σφετερίζονται, με το άλλοθι της ψήφου, εκλεγμένοι μεν, αλλά μαφίες της δημοκρατίας ίσως ή νεοναζί, δυστυχώς.
Και δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς μακριά. Δείτε τι συμβαίνει στην Ευρώπη σήμερα. Η Ευρώπη γνωρίζει στις μέρες μας μια ισχυρή άνοδο των κομμάτων της ριζοσπαστικής, ακραίαςδεξιάς. Η τάση δεν περιορίζεται σε μία χώρα, αλλά εξαπλώνεται ύπουλα σε όλη την ήπειρο. Στη Γερμανία, η AfD έχει γίνει πλέον κεντρική πολιτική δύναμη, ενώ στις πρόσφατες εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ έφθασε το 44%, το υψηλότερο ποσοστό της μέχρι σήμερα σε εκλογή. Σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, τα ακροδεξιά κόμματα αυξάνουν τις δυνάμεις τους ραγδαία. Και βέβαια δεν θα ήταν σοβαρό να αποδώσουμε αυτό το φαινόμενο αποκλειστικά στην «ηλιθιότητα» των ψηφοφόρων. Οι άνθρωποι ψηφίζουν από φόβο, αγωνία, οικονομική ανασφάλεια, αίσθηση εγκατάλειψης, πολιτική απογοήτευση, αλλά και από πραγματικές ή αντιλαμβανόμενες πολιτισμικές συγκρούσεις. Οι αναλύσεις για την άνοδο της ευρωπαϊκής δεξιάς καταγράφουν ακριβώς αυτό το σύνθετο μίγμα οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πραγματική αγωνία μετατρέπεται σε τυφλή συλλογική βεβαιότητα. Και αυτό μπορεί να συμβεί και στη μία πλευρά και στην άλλη.
Δεν είναι τυχαίο και αμέτοχο στην προώθηση των ποσοστών της ακροδεξιάς ένα άλλο παράδοξο ομαδικής παραφροσύνης. Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε και αυτή η άλλη μορφή πολιτικής ομαδοποίησης: η λεγόμενη woke κουλτούρα. Που μπορεί να ξεκίνησε από μια υγιή και με αγαθές προθέσεις βάση, αλλά όταν από την αρχική της επιδίωξη για κοινωνική ευαισθησία και προστασία μειονοτήτων περνά στην απόλυτη ταυτοτική βεβαιότητα, στην ηθικολογία, στην αδυναμία αποδοχής οποιασδήποτε διαφωνίας και, ενίοτε, στην απαίτηση να αξιολογείται ο άνθρωπος πριν ακόμη αξιολογηθεί το επιχείρημά του, διεκδικώντας την μοναδική και απόλυτη ορθότητα, κατέστη – άθελά της ίσως- κινητήρια δύναμη της έξαψης των ακροτήτων στην άλλη άκρη. Οι προκλητικές παγκόσμιες γιορτές περηφάνειας (για πιο πράγμα;), η φίμωση της αντίθετης άποψης, οι προσπάθειες προσηλυτισμού στην ιδεολογία αυτή , κυρίως της νεολαίας, μέσα ακόμα και από σχολικά βιβλία, η αποκήρυξη του αρσενικού , ως βδελύγματος και η θηλυκοποίησή του, με επηρεασμό από την ομιλία έως τις κινήσεις των νεαρών αγοριών , η ακραία φιλοζωία που αγγίζει τα όρια του φανατικού, μισαλλόδοξου, τυφλωμένου Χριστιανού ή Μουσουλμάνου , η νομική υπεράσπιση της ζωής των ζώων υπέρτερα από την ζωή των ανθρώπων και άλλες πολλέςπροκλητικά ακραίες θέσεις του πολιτικά ορθού, συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί υπόβαθρο για την επώαση του νεοναζισμού. Ήρεμα και αθόρυβα θα είχαν επιτύχει το στόχο τους, χωρίς να ζωντανέψουν το απέναντι πεθαμένο θηρίο, όσοι, με αγαθές προθέσεις, ξενίνησν αυτή την ωραία προσπάθεια. Αλλά η ευφυία δεν επικράτησε και σε αυτό τον χώρο. Οι ακρότητες επικράτησαν και σε αυτήν την κουλτούρα. Λες κι είναι νομοτέλεια, η μάζα, όταν αποκτά κάποια δύναμη, να την χάνει από την μαζική της ανοησία.
Δεν είναι βεβαίως σωστό να εξισώσουμε αυτή την αριστερή τάση με την άκρως επικίνδυνη ακροδεξιά. Ωστόσο είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε κάτι άλλο: τα άκρα συχνά τρέφονται μεταξύ τους. Όσο περισσότερο η μία πλευρά καταφεύγει σε απόλυτες ταυτότητες, τόσο περισσότερο η άλλη μπορεί να παρουσιάζεται ως ο μοναδικός υπερασπιστής της «κανονικότητας». Και όσο περισσότερο η άλλη πλευρά γενικεύει, φοβίζει και δαιμονοποιεί, τόσο περισσότερο η πρώτη αισθάνεται δικαιωμένη να απαντήσει με ακόμη μεγαλύτερη ταυτοτική ένταση. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Ο ένας φωνάζει: «Εμείς είμαστε οι καλοί. Είμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα» . Ο άλλος απαντά: «Όχι, εμείς είμαστε οι κανονικοί. Είμαστε οι παραδοσιακές αξίες που πολεμούνται». Και κάπου στη μέση χάνεται το δυσκολότερο πράγμα: Η ορθή και ακέραια σκέψη.
Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που μπορούν να κρίνουν και να αμφιβάλλουν. Δεν αρκεί να έχεις νου. Πρέπει ο νους σου να μπορεί να σε εμποδίζει από το να κάνεις ανοησίες. Γιατί η ευφυΐα που δεν οδηγεί σε κρίση, η γνώση που δεν οδηγεί σε φρόνηση και η σκέψη που δεν οδηγεί σε αυτογνωσία μπορούν να γίνουν τα πιο εκλεπτυσμένα εργαλεία της ηλιθιότητας. Και όταν αυτά τα εργαλεία περάσουν από το άτομο στην ομάδα, από την ομάδα στην κοινωνία και από την κοινωνία στην εξουσία, τότε η ηλιθιότητα δεν είναι πλέον ατομικό ελάττωμα. Είναι τραγικό κοινωνικό φαινόμενο.Τότε η ηλιθίαση δεν είναι απλώς εμφανής. Είναι παντού παρούσα, διάχυτη και πασιφανής. Και μου φαίνεται, πως στο σημερινό μας κόσμο, είναι ήδη πασιφανής.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο μάθημα. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται πολίτες που συμφωνούν. Χρειάζεται πολίτες που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να μισούν, να αλλάζουν γνώμη χωρίς να ντρέπονται και να παραδέχονται ότι μπορεί να κάνουν λάθος.Χρειάζεται ανθρώπους που δεν θεωρούν την πλειοψηφία απόδειξη αλήθειας. Και κυρίως χρειάζεται ανθρώπους που δεν παραδίδουν τον προσωπικό τους νου στην ασφάλεια της ομάδας. Κι όταν διαπιστώνουν ότι οι πλειοψηφίες λανθάνουν, πασχίζουν να διορθώσουν τα λάθη των με σύνεση και αγάπη. Γιατί η πραγματική ελευθερία δεν είναι να μπορώ να λέω ό,τι σκέπτομαι. Είναι να μπορώ να σκέπτομαι αυτεξούσια ακόμη κι όταν όλοι γύρω μου σκέπτονται διαφορετικά. Χωρίς να απωλέσω την αθωότητα και χωρίς να προδώσω την εντιμότητά μου.
Φαίνεται λοιπόν, με βάση τα παραπάνω και κατά την ταπεινή μου άποψη, ότι η πιο επικίνδυνη ηλιθιότητα δεν είναι εκείνη που δεν έχει νου. Είναι εκείνη που έχει αρκετό νου ώστε να καμουφλάρεται ως ευφυΐα, και μάλιστα μαζική, αλλά εν τοις πράγμασι, να οδηγεί π.χ. τους Νεοναζί στην εξουσία. Αποδεικνύοντας και με αυτόν , όπως και με τους άλλους της τρόπους, πως η αγελαία ηλιθιότητα, έτσι κι αλλιώς, είναι η καταστροφή του κόσμου.
Εν κατακλείδι , η σημαντικότερη διαφορετικότητα που χρειάζεται σήμερα υποστήριξη, είναι αυτή του ορθά και με σύνεση και ευγένεια σκεπτόμενου ανθρώπου, του συνανθρώπου που σου δίνει χέρι στην δύσκολη συμπόρευση και που η ευφυία του δεν είναι καμουφλάρισμα της βλακείας του, αλλά ανάδειξη της ευλογίας τού νου του ανθρώπου. Και που η παιδεία του, η ευγένεια και η ποιότητά του πρέπει να γίνουν πρότυπο για την κάθεανθρώπινη μονάδα που θα αποτελέσει την μέλλουσα κοινωνία.Πρότυπο και για τα επερχόμενα ρομπότ, ίσως και για την κοινωνία που φέρνουν μαζί τους.