Το παρόν άρθρο βασίζεται σε μια πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ για την κατάσταση της υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση(ΕΕ.)[1] Η δική μας ανάλυση θα επικεντρωθεί στα δεδομένα που παρουσιάζονται στην μελέτη αυτή για την νοσηρότητα και την θνησιμότητα του πληθυσμού της Ελλάδας, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, προσδιορίζουν την ποιότητα και την διάρκεια ζωής ενός πληθυσμού. Παράλληλα θα γίνονται και ορισμένες συγκρίσεις με τις χώρες της ΕΕ.
Στην Ελλάδα το προσδόκιμο ζωής κατά την γέννηση- δηλαδή, πόσα χρόνια αναμένεται να ζήσουν οι άνθρωποι που γεννιόνται σήμερα – είναι 81,9 έτη, υπερέχοντας ελαφρώς του μέσου όρου της ΕΕ (81,7), με διαφορά μεταξύ των δύο φύλων 5,2 έτη υπέρ των γυναικών (άνδρες 79,3 και γυναίκες 84,5). Η δυνητική αυτή μακροζωία διακόπτεται στην πορεία από μια συρροή παραγόντων που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη συμπεριφορά, τις περιβαλλοντικές συνθήκες ζωής και την ανεπάρκεια της προσφοράς ιατρικής φροντίδας. Αποτέλεσμα είναι οι πρόωροι θάνατοι που συμβατικά θεωρούνται οι θάνατοι των ατόμων κάτω των 75 ετών.
Οι πρόωροι θάνατοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με τον αρμόζοντα τρόπο αντιμετώπισης των αιτιών που τους προκαλούν. Εκείνους που οφείλονται σε αιτίες προλαμβανόμενης θνησιμότητας και εκείνους που οφείλονται σε θεραπεύσιμες αιτίες. Στην πρώτη περίπτωση, προλαμβάνονται με αλλαγή του τρόπου ζωής και προληπτική ιατρική αγωγή, ενώ στην δεύτερη περίπτωση οι αιτίες που τους προκαλούν θεραπεύονται με την κατάλληλη νοσοκομειακή φροντίδα.
Όπως έχει καταδειχτεί από καταγραφές περιστατικών, στην Ελλάδα το ήμισυ των θανάτων από ισχαιμικές καρδιοπάθειες, εγκεφαλικό επεισόδιο, διαβήτη και υπέρταση εμπίπτουν στην κατηγορία της προλαμβανόμενης θνησιμότητας και το έτερο ήμισυ σε θεραπεύσιμες αιτίες[2] Οι ασθένειες που θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί, μέσω έγκαιρων και αποτελεσματικών παρεμβάσεων υγειονομικής περίθαλψης[3] σώζοντας ζωές, είναι η ισχαιμική καρδιακή νόσος και το εγκεφαλικό επεισόδιο, καθώς και ο καρκίνος του παχέος εντέρου και του μαστού, οι οποίες ευθύνονται για πάνω από το ήμισυ των πρόωρων θανάτων της κατηγορίας των θεραπεύσιμων αιτιών.
Ας δούμε τώρα πως έχουν τα στατιστικά δεδομένα για την κατάσταση της υγείας στην Ελλάδα. Η γενική εικόνα είναι ότι το 48% των ανδρών και το 56% των γυναικών άνω των 65 ετών έχουν πολλαπλές χρόνιες παθήσεις, με αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ 40% και 46%. Εξειδικεύοντας την συζήτηση, όπως είναι φανερό από την προηγούμενη ανάλυση, οι κύριες αιτίες πρόωρων θανάτων είναι τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το ήμισυ του συνόλου των θανάτων στην χώρα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Institute for Health Metrics and Evaluation (IHME), το 2021 σημειώθηκαν στην Ελλάδα περίπου 122.000 νέες περιπτώσεις καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ 1,1 εκατομμύρια; άτομα ζούσαν με καρδιαγγειακή πάθηση. Τα δεδομένα αυτά ισοδυναμούν με 1 018 ασθενείς ανά 100 000 κατοίκους, το οποίο είναι περίπου 12 % χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Όσον αφορά την νοσηρότητα με καρκίνο, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών για τον Καρκίνο (ECIS), εκτιμά ότι το 2022 αναμενόταν να διαγνωστούν 63.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου στην Ελλάδα, ενώ το 2020 ζούσαν ήδη στην χώρα σχεδόν 567.000 άτομα, ή ένας στους είκοσι Έλληνες με καρκίνο, ο οποίος ευθύνεται για το ένα-πέμπτο του συνολικού αριθμού των θανάτων στην Ελλάδα. Μεταξύ των καρκίνων, ο ποιο φονικός είναι ο καρκίνος του πνεύμονα, στον οποίο οφείλεται το ένα-τέταρτο των θανάτων από καρκίνο.
Οι γενεσιουργές αιτίες της νοσηρότητας και της θνησιμότητας, προσδιορίζονται από ένα πλέγμα παραγόντων που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, την διατροφή, την άσκηση, την πρόληψη και την θεραπεία ασθενειών, και φυσικά, την ποιότητα και την προσβασιμότητα στο σύστημα υγείας.
Στη βάση του δίπολου προλαμβανόμενες αιτίες και θεραπεύσιμες αιτίες, υπολογίζεται, ότι το ένα-τρίτο των θανάτων στην Ελλάδα οφείλεται στις προλαμβανόμενες αιτίες, Το Ινστιτούτο Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME), εκτιμά ότι το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η διατροφή και τα χαμηλά επίπεδα σωματικής δραστηριότητας είναι οι αιτίες του 25% των θανάτων στην Ελλάδα. Ειδικώς το κάπνισμα αποτελεί τον κύριο παράγοντα θνησιμότητας από καρκίνο, ενώ η ρύπανση της ατμόσφαιρας ευθύνεται για το 6% των θανάτων.
Αν και το κάπνισμα στην Ελλάδα είναι σήμερα πολύ χαμηλότερο από ότι είκοσι χρόνια πριν, εξακολουθεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, από τα υψηλότερα σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ. Το 25% των Ελλήνων (άνδρες 31 %, γυναίκες 19%) εξακολουθούν να καπνίζουν σε καθημερινή βάση, ενώ αυξάνεται και η χρήση των ηλεκτρονικών τσιγάρων.
Από τους άλλους νοσογόνους παράγοντες, η κατανάλωση αλκοόλ στους ενήλικες έχει μειωθεί σε μια δεκαετία, κατά 15% περίπου, από 7,8 λίτρα σε 6,6 λίτρα ετησίως (μέσος όρος ΕΕ 9,8 λίτρα). Πολύ σημαντική ήταν επίσης η μείωση του αλκοόλ στους εφήβους των 15 ετών, 17% των οποίων δήλωσαν ότι έχουν μεθύσει περισσότερο από μία φορές στην ζωή τους, έναντι 23% δέκα χρόνια πριν (μέσος όρος ΕΕ 23%)
Κύρια υποκείμενη αιτία του υπερβολικού βάρους των εφήβων, όπως και στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, είναι η κακή διατροφή. Από τους Έλληνες έφηβους μόνο το 28% καταναλώνει καθημερινά τουλάχιστον μια μερίδα λαχανικών και το 21% μια μερίδα φρούτων Αντίστοιχα, το 59% των ενηλίκων καταναλώνει τουλάχιστον μια μερίδα λαχανιών ημερησίως που είναι στο επίπεδο των χωρών της ΕΕ., ενώ η κατανάλωση φρούτων των ενηλίκων υπολείπεται του επιπέδου κατανάλωσης των Ευρωπαίων (55% έναντι 61% στην ΕΕ).
Συνοψίζοντας, στην Ελλάδα το προσδόκιμο ζωής είναι 81,9 έτη, σχεδόν ταυτόσημο με εκείνο του μέσου όρου της ΕΕ, με το ήμισυ και πλέον των πρόωρων θανάτων να οφείλονται στα καρδιαγγειακά νοσήματα και τον καρκίνο. Από την σκοπιά της πρόληψης, σχεδόν το ένα-τρίτο των θανάτων συνδέεται με «τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου», τις κακές συνήθειες των ανθρώπων (κάπνισμα, αλκοόλ, κακή διατροφή, έλλειψη σωματικής άσκησης, περιβάλλον).
Ιδιαίτερα το κάπνισμα, παρά την σημαντική μείωση των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα της ΕΕ .Η παχυσαρκία επίσης κρατεί καλά στην Ελλάδα, παρουσιάζει όμως σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ενηλίκων και εφήβων και μεταξύ των δύο φίλων. Σε σύγκριση με τους ενήλικες, διπλάσιο ποσοστό των εφήβων είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, με κύρια υποκείμενη αιτία την κακή διατροφή, ενώ στους έφηβους τα αγόρια ξεπερνούν τα κορίτσια. Στον αντίποδα, η κατανάλωση αλκοόλ ενηλίκων και εφήβων, μειούμενη, σε μια δεκαετία, είναι κάτω από τα επίπεδα της ΕΕ.
Παρόλα αυτά, αξιολογώντας την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας στην Ελλάδα, ο ΟΟΣΑ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, το 2022, «η αποτρέψιμη θνησιμότητα από προλαμβανόμενες και θεραπεύσιμες αιτίες ανήλθε συνολικά σε 252 πρόωρους θανάτους ανά 100.000 κατοίκους στην Ελλάδα, λίγο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ[4]»
[1] OECD/European Observatory on Health Systems and Policies (2025), Προφίλ Υγείας 2025: Ελλάδα. State of Health in the EU, OECD Publishing, Paris/European Observatory on Health Systems and Policies, Brussels
[2] Eurostat (hlth_cd_apr)
[3] Eurostat (hlth_cd_apr)
[4] OECD, 2025, σ.9
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Ιουλίου – Αυγούστου 2026