Το Παλιόκαστρο φέρεται να ήταν χτισμένο εκεί που υπήρχε στην αρχαιότητα η πόλη Κύθηρα, σύμφωνα με τις αναφορές στους αρχαίους συγγραφείς, όπως αναφερόμαστε ειδικά στην ξεχωριστή αναφορά στη λέξη Κύθηρα. Εδώ θα γίνει μία ειδική μνεία για τον μεσαιωνικό οικισμό Παλιόκαστρο, όπως ονομαζόταν και τότε με τη λέξη που σημαίνει πάντα τους κατεστραμμένους οικισμούς της αρχαιότητος. Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν κατά καιρούς αναφορές στους περιηγητές για τα ερείπια της αρχαίας πόλεως Κύθηρα, για το ναό της Αφροδίτης, το παλάτι του Μενελάου και άλλα, αλλά είναι άκρως αμφίβολο πόσοι από αυτούς όντως επισκέφθηκαν το χώρο και τι είδαν, καθώς δεν υπάρχουν αναφορές για τον μεσαιωνικό οικισμό, ο οποίος είναι άγνωστο μέχρι πότε υπήρχε. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι έχουμε μία σαφή αναφορά στις πηγές για οικισμό στο Παλιόκαστρο από τις αρχές του 14ου αι., όταν ένας κάτοικος του οικισμού αναφέρεται να σκοτώνεται από τους Καταλανούς στα γνωστά επεισόδια που περιγράφονται στη δικογραφία του 1328.[1] Εφ’ όσον λοιπόν είναι δεδομένο ότι τότε υπάρχει οικισμός στο Παλιόκαστρο, πρέπει να θεωρείται επίσης βέβαιο ότι ο οικισμός αυτός είναι παλαιότερος, πιθανόν από τον 12ο ή 13ο αι. Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους βρήκαν τα ερείπια της αρχαίας πόλης και στην ίδια θέση έχτισαν τη δική τους, η οποία έλαβε την ονομασία της εξαιτίας ακριβώς αυτών των ερειπίων κατά τη γνωστή συνήθεια της εποχής.
Αδιάψευστος μάρτυς της παρουσίας στην περιοχή είναι οι δύο ναοί, του Αγίου Γεωργίου στη Β άκρα του ορεινού όγκου του Παλιόκαστρου και των Αγίων Αναργύρων (ο Άγιος Κοσμάς) σε λόφο νοτιότερα, που αναφέρεται να έχει δωρικούς κίονες[2]. Και στους δύο ναούς έχει επισημανθεί η χρήση υλικού από οικοδομές της αρχαιότητος, κάτι που δείχνει ασφαλώς ότι ο χώρος ήταν αρχαιολογικός. (Πολύ πρόσφατα και εξ αιτίας μιας πυρκαγιάς που κατέστρεψε μεγάλη έκταση στην περιοχή βρέθηκαν ίχνη από τα αρχαία τείχη σε μεγάλη έκταση, αλλά και μέρος της εισόδου με το δρόμο που οδηγούσε στην αρχαία πόλη). Ο πρώτος ναός χρονολογείται στον 14ο ή 15ο αι.[3], την εποχή δηλαδή για την οποία έχουμε και την προαναφερθείσα αναφορά στις πηγές για την ύπαρξη οικισμού και το άγιο βήμα του έχει κατασκευασθεί από λάξευση αρχαίας κολόνας.
Η πρώτη αναφορά που πιστεύεται ότι μπορεί να έχει σχέση με την περιοχή είναι αυτή του Κλαβίχο, ο οποίος πέρασε από τα Κύθηρα το 1403 στο ταξίδι του προς την αυλή του Ταμερλάνου και αναφέρει: «Λίγο πιο πέρα, στη στροφή του νησιού, σ’ ένα ίσωμα είναι στοιβαγμένοι τοίχοι και ερειπωμένοι πύργοι. Λένε ότι στο μέρος αυτό ήταν ένας ναός, που τον κατέστρεψε ο Πάρις, όταν άρπαξε την ωραία Ελένη»[4]. Είναι αλήθεια ότι, ακόμη και να είδε αυτές τις λεπτομέρειες ο Κλαβίχο από το πλοίο του[5], το οποίο πέρασε αρκετά μακριά από την περιοχή, η περιγραφή του δεν είναι καθόλου διαφωτιστική και θα μπορούσε να είχε γίνει από τον καθένα που γνώριζε τις περιγραφές των αρχαίων συγγραφέων. Γνωρίζουμε ήδη από τη δικογραφία των «συμπατριωτών» του των Καταλανών ότι η περιοχή κατοικείται την εποχή αυτή, αφού η σχετική αναφορά στις πηγές δεν απέχει πάνω από εβδομήντα χρόνια.
Η επόμενη αξιόπιστη περιγραφή του χώρου, που προέρχεται από επιτόπια περιήγηση απέχει 2,5 περίπου αιώνες από την περιγραφή του Κλαβίχο και έγινε από τον Γάλλο Nicolas de Nikolay το 1551. Αυτός είδε δύο κολώνες ιωνικού ρυθμού και ένα αρχαίο γυναικείο άγαλμα, ενώ φαίνονται και ερείπια των αρχαίων τειχών με τεράστιες λαξευτές πέτρες χωρίς κονίαμα[6]. Δεν αναφέρει τίποτε για οικισμό, άρα την εποχή αυτή φαίνεται ότι ο μεσαιωνικός οικισμός είχε πλέον εγκαταλειφθεί. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι που ανάγκασαν τους κατοίκους της περιοχής να την εγκαταλείψουν, ασφαλώς όμως έχουν σχέση με τις προσβολές των πειρατών, αφού η θέση δεν ήταν οχυρή και βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, ενώ οι θέσεις που παρείχαν περισσότερη ασφάλεια είχαν ήδη διαμορφωθεί στο Καψάλι, τον Άγιο Δημήτριο και το Μυλοπόταμο και συγκέντρωναν τον κύριο όγκο του πληθυσμού του νησιού.
Εκείνο, το οποίο είναι το πλέον εντυπωσιακό από την περιοχή του Παλιόκαστρου είναι η πλήρης καταστροφή, τόσο του αρχαίου πολίσματος όσο και του, πιθανότατα πρόχειρου, βυζαντινού οικισμού. Η χρήση υλικού από αρχαίες εγκαταστάσεις είναι γνωστή και εκτεταμένη σε πολλές περιόδους της νεότερης ιστορίας. Όσον αφορά την πλήρη εξαφάνιση του βυζαντινού οικισμού, αυτή οφείλεται σε εκτεταμένη και συστηματική επαναχρησιμοποίηση του χρήσιμου οικοδομικού υλικού, αλλά και την ισοπέδωση του χώρου για την εκμετάλλευση όσο το δυνατόν περισσότερης έκτασης αρώσιμης γης. Επί αιώνες οι κάτοικοι ακόμη και των πλέον απομακρυσμένων περιοχών των Κυθήρων επισκέπτονταν το Παλιόκαστρο για να φορτώσουν κεραμικά υλικά, τα οποία βρίσκονταν σε αφθονία εκεί και να τα χρησιμοποιήσουν στις δικές τους κατασκευές[7]. Αυτό το έκαναν εξαιτίας της κακής οικονομικής τους κατάστασης, της παντελούς έλλειψης μόρφωσης και ευαισθησίας για τα υπολείμματα των αρχαίων χρόνων, αλλά και της έλλειψης ενδεχομένως εργαστηρίων κεραμικής σε πολλές περιόδους της ιστορίας του τόπου.
Το Παλιόκαστρο επισκέφθηκε και ο Ερρ. Σλήμαν το 1887, θεώρησε δε ότι είχε εντοπίσει το ναό της Αφροδίτης, ο οποίος αναφέρεται στους αρχαίους συγγραφείς, νεότερες όμως έρευνες της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής απέδειξαν ότι ο ναός δεν βρισκόταν στη θέση που υπέδειξε ο Σλήμαν. Σήμερα γίνονται ανασκαφικές έρευνες από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ιω. Πετρόχειλο κοντά στο ναό του Αγίου Γεωργίου και υπάρχουν σημαντικά ευρήματα από αρχαίο ιερό, χωρίς όμως να έχει εντοπισθεί με ασφάλεια το αναζητούμενο ιερό της θεάς του Έρωτος, που λατρευόταν στα Κύθηρα[8].
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τα κείμενα για τα επώνυμα και τοπωνύμια, τα οποία δημοσιεύονται εδώ, είναι τα ίδια με όσα έχουν δημοσιευθεί στα αντίστοιχα βιβλία μας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ και ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ, τα οποία έχουν εκδοθεί από την Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών (κυκλοφορούν και στα αγγλικά από: Kytherian Association of Australia, Kyhterian World Heritage Fund και Kytherian Publishing and Media). Από τις αναδημοσιεύσεις εδώ απουσιάζουν συνήθως οι βιβλιογραφικές και λοιπές σημειώσεις, είναι δε ευνόητον ότι για να αποκτήσει ο αναγνώστης πλήρη εικόνα για κάθε επώνυμο ή τοπωνύμιο είναι απαραίτητο να διαβάσει και τις εκτενείς αναφορές στα εισαγωγικά σημειώματα των παραπάνω βιβλίων, καθώς, χωρίς αυτά, οι γνώσεις του για το θέμα θα παραμένουν ελλιπείς.
Οι εκδόσεις στα Ελληνικά διατίθενται από την Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών (βλ. στοιχεία στο σχετικό link σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο) και στα Κυθηραϊκά βιβλιοπωλεία.
[1] Diplomatari…, σ. 180.
[2] El. Malamut, «Το πέρασμα…», σ. 55.
[3] Μ. Χατζηδάκης – Ι. Μπίθα, Ευρετήριο…, σ. 143
[4] Ρουί Γκονζάλες ντε Κλαβίχο, Ταξίδι στην Αυλή…, σ. 68
[5] Κατά την πορεία του ο Κλαβίχο, που ακολούθησε τις δυτικές ακτές των Κυθήρων, πέρασε ανάμεσα στη Χύτρα και το νότιο τμήμα των Κυθήρων και κατευθύνθηκε Α προς τις Κυκλάδες, βλ. El. Malamut, «Το πέρασμα…», σ. 66.
[6] Για τις περιγραφές των περιηγητών και τα αρχαία ευρήματα στην περιοχή βλ. λεπτομερείς περιγραφές εις, Ι. Πετρόχειλος, Τα Κύθηρα…, σσ. 64 επ. και Μ. Πετρόχειλος, Εντυπώσεις…, σ. 116.
[7] Ι. Π. Κασιμάτης, Από την παλαιά…, σ. 50.
[8] Για την ανασκαφική έρευνα στην περιοχή βλ. Ι. Πετρόχειλος, «Αναθήματα του Ιερού στο Παλιόκαστρο Κυθήρων», εις Έπαθλον, Αρχαιολογικό Συνέδριο προς τιμήν του Αδώνιδος Κ. Κύρου, Πόρος, 7-9 Ιουνίου 2002, Αθήνα 2007, τόμ. Α΄, σ. 295-306