Advertisement

Τι θα τον κάνουμε τόσο θυμό;

Από πού πηγάζει όλη αυτή η πίεση που συσσωρεύεται; Πλέον δεν εκφράζεται στην κοινωνία μόνο ως δυσαρέσκεια στις δημοσκοπήσεις. Μήπως εξωτερικεύεται πια με ασήμαντες, ασύμβατες αφορμές που ολοένα και συχνότερα καταλήγουν σε βίαια ή θανατηφόρα αποτελέσματα; | Χριστίνα Πουτέτση

Πέθανε επειδή τσακώθηκε για μια ξαπλώστρα. Χαροπαλεύει επειδή είχε διαφορές με συμμαθητή του.

Η είδηση ξεφεύγει από κάθε λογική.

Advertisement

Η αφορμή είναι ασύμβατη, σε σχέση με το αποτέλεσμα. Αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού. Από πότε η διεκδίκηση της ξαπλώστρας ενέχει θανάσιμο κίνδυνο; Γιατί μια λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε εφήβους καταλήγει επικίνδυνη για τη ζωή; Τα επεισόδια αναφέρονται στην επικαιρότητα ενός μόλις 24ώρου. Αλλιώς το πεδίο συμβάντων διευρύνεται.

Ενας καβγάς μεταξύ οδηγών στον Κηφισό, ο οποίος οδηγεί σε βίαιη συμπλοκή. Ενας 14χρονος επιτίθεται με μαχαίρι στους συμμαθητές του σε γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης. Μία (ακόμα) γυναίκα δολοφονείται από τον (πρώην) σύντροφό της. Ενα παιδί να πέφτει θύμα βίαιης (και μη χειρότερα) μεταχείρισης από τους γονείς του.

Η σύγκρουση δεν χρειάζεται πλέον να ξεκινήσει από κάτι που αντικειμενικά διακυβεύει τη ζωή, την περιουσία ή την ασφάλεια κάποιου, για να καταλήξει σε ακραία βία.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο σε όλα τα παραπάνω δεν είναι μόνο η ίδια η βία. Είναι η δυσανάλογη σχέση ανάμεσα στην αφορμή και στην αντίδραση.

Μια θέση στην παραλία; Μια προτεραιότητα στον δρόμο; Μια προσβολή; Μια διαφωνία μεταξύ νέων; Ενας χωρισμός; Για τα παιδιά πια, ούτε λόγος.

Αφορμές της καθημερινότητας, που σε μια κοινωνία όπου λειτουργούν τα όρια, θα έπρεπε να τελειώνουν με μια διαφωνία, έναν καβγά. Οχι με έναν άνθρωπο στο νοσοκομείο. Οχι με έναν νεκρό.

Το ερώτημα δεν είναι το «γιατί έγινε ο καβγάς;». Είναι το γιατί έχουμε φθάσει στο σημείο ένας καβγάς να μπορεί τόσο εύκολα να γίνει απειλή για τη ζωή.

Ποια είναι η αφετηρία; Στη μετά Covid-19 εποχή αποδόθηκε στον εγκλεισμό.

Σήμερα, είναι ξεκάθαρο ότι η ελληνική κοινωνία συσσωρεύει πίεση από εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι έχουν να κάνουν με τις επιδεινούμενες οικονομικές συνθήκες και τη δυσπραγία που τής επιφέρουν, τη ματαίωση των προσδοκιών, την ανατροπή των δεδομένων και την αδυναμία του κάθε πολίτη, της οικογένειας ή του ευρύτερου συνόλου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για το 2026 πληθωρισμό 3,7% στην Ελλάδα, με το ενεργειακό σοκ να μειώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών. Το ΔΝΤ επισημαίνει τις πιέσεις που υφίστανται τα ελληνικά νοικοκυριά λόγω του υψηλού κόστους ζωής και των ενεργειακών προκλήσεων. Και η ΕΛΣΤΑΤ στους δείκτες οικονομικής ανισότητας, όπως προκύπτουν από την Eρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) του 2025 καταγράφει, μεταξύ άλλων, ότι το 34,3% δήλωσε οικονομική αδυναμία να ξοδεύει χρήματα σχεδόν κάθε εβδομάδα για τον εαυτό του χωρίς να συμβουλευτεί άλλο μέλος του νοικοκυριού, ενώ το 27,3% αδυνατούσε να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής με κόστος.

Η πίεση αυτή συσσωρεύεται. Γίνεται θυμός (οργή) και απ’ ότι φαίνεται, δεν εκφράζεται μόνο ως δυσαρέσκεια στις δημοσκοπήσεις. Εξωτερικεύεται με ασήμαντες, ασύμβατες αφορμές, οδηγώντας όλο και πιο συχνά σε βίαια ή θανατηφόρα αποτελέσματα.

Είναι λοιπόν η ανασφάλεια, η απώλεια ελέγχου και η υποχώρηση των μηχανισμών διαχείρισης και εκτόνωσης, αυτά που δημιουργούν στην κοινωνία δυσανάλογες αντιδράσεις;

Ισως αυτά δεν οφείλονται μόνο στα χρήματα, αν και η διαβίωση γίνεται διαρκώς δυσανάλογα απαιτητική. Είναι η γενικότερη ανάγκη να αισθανθείς ότι δεν είσαι μόνος απέναντι σε όλα αυτά.

Και αυτό δεν αποτυπώνεται εύκολα σε έναν δείκτη ανάπτυξης ή σε έναν ποσοστό ανεργίας. Ούτε πλήρως σε μια δημοσκόπηση. Αν και οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, ως τη σημαντικότερη απειλή στην καθημερινότητα των πολιτών.

Ιδού λοιπόν ένα ακόμη πρόβλημα, το οποίο θα πρέπει να ενσωματωθεί στους μηχανισμούς αντιμετώπισης που διερευνά το κυβερνητικό επιτελείο.

Γιατί ίσως αυτό που βλέπουμε στις ακραίες εκρήξεις βίας να μην είναι μόνο μεμονωμένοι άνθρωποι που έχασαν τον έλεγχο. Και αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί με αστυνόμευση ή καταστολή.

Ισως είναι, σε κάποιες περιπτώσεις, η μικρή αφορμή πάνω στην οποία ξεσπά ένα πολύ μεγαλύτερο, συσσωρευμένο φορτίο.

Είναι η αφετηρία της συσσωρευμένης έντασης που χρειάζεται να αναζητηθεί.

Γιατί μια κοινωνία δεν γίνεται ξαφνικά βίαιη εξαιτίας μιας ξαπλώστρας, μιας διαφωνίας, ενός χωρισμού ή ενός παιδιού που βιώνει στην ψυχή και στο σώμα του τα αδιέξοδα των γονιών του.

Στις 18 Σεπτεμβρίου άλλοι δύο διεθνείς οίκοι αξιολόγησης αναβάθμισαν τη χώρα.

Η ελληνική οικονομία επιβεβαίωσε εκ νέου τις αντοχές της απέναντι στις εξωγενείς αναταράξεις.

Η ψυχοσύνθεση των Ελλήνων, δυστυχώς, όχι.

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει