Τρεις φορές το Γυμνάσιο Κυθήρων στην εκατόχρονη και πλέον ιστορία του πραγματοποίησε κάτι πολύ δύσκολο. Ανέβασε παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Η πρώτη φορά ήταν το 1955 και είχα την τύχη να είμαι μαθητής τότε στο Γυμνάσιο, να παρακολουθήσω από κοντά την πολύμηνη προετοιμασία του εγχειρήματος, να ζήσω τις δυσκολίες του και τελικά να λάβω μέρος στην παράσταση εκτός προγράμματος. Σ’ αυτήν λοιπόν θα αναφερθώ και θα προσπαθήσω να ανακαλέσω στη μνήμη μου, όσα μπορέσω, ύστερα από 70 χρόνια. Οι άλλες παραστάσεις έγιναν μετά από 30 χρόνια και θα πρέπει κάποιος νεότερος που τα έζησε να γράψει γι αυτές.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο σχολικό έτος 1954-55 κι εγώ φοιτούσα στην Τρίτη Γυμνασίου, που τότε τη λέγαμε Πέμπτη. Εκείνη τη χρονιά βρέθηκε στο σχολείο μας ένας εξαιρετικός Τσιριγώτης καθηγητής φιλόλογος, χαρισματικός, ο φιλόλογος Μανώλης Σεμιτέκολος-Βικέτος από το Κάτω Λειβάδι. Από την αρχή της χρονιάς καταλάβαμε ότι αυτός ο άνθρωπος κάτι έχει στο νου του, διότι απασχολείτο πέραν του ωραρίου του και το πρωί πριν το μάθημα και το μεσημέρι μετά το πέρας του ωραρίου. Κάθε πρωί πριν την προσευχή τον βλέπαμε να μαζεύει μια ομάδα μαθητών, που αυτός είχε επιλέξει στη μεγάλη αίθουσα το λεγόμενο «χάνι» να απαγγέλλουν ομαδικά και να κάνουν περίεργες συντονισμένες κινήσεις. Εμείς απέξω χαζεύαμε από το αδιαμόρφωτο τότε προαύλιο του Γυμνασίου, όπου το έδαφος ήταν υπερυψωμένο. Τελικά μάθαμε ότι ετοιμάζει παράσταση αρχαίας τραγωδίας, συγκεκριμένα την «Αντιγόνη» σε μετάφραση δική του με τη σύμφωνη γνώμη του συλλόγου των καθηγητών.
Από τη δική μου τάξη δεν είχε πάρει κανέναν διότι δεν μας έκανε μάθημα και δεν μας γνώριζε. Αυτός ήταν ο λόγος που αργήσαμε να πάρομε χαμπάρι. Και έκανε πολύ σωστές επιλογές στους ρόλους, διότι διάλεγε αυτούς που γνώριζε καλά και ήξερε τις ικανότητές τους. Στην τάξη μου αρχαία Ελληνικά μας έκανε η φιλόλογος Μποτίτσα Πετροχείλου, η οποία υπήρξε καθηγήτρια του Μανώλη Σεμιτέκολου και βοήθησε και αυτή στην προσπάθειά του, αλλά πρωτοβουλία σε όλα είχε εκείνος.
Στην εφημερίδα «Κυθηραϊκή Δράσις» 31-5-55 υπάρχει ένα πολύ κολακευτικό σχόλιο. Μάλιστα γράφεται και κάτι, το οποίο εγώ δεν θυμάμαι, ότι οι εισπράξεις από τις παραστάσεις εδόθησαν υπέρ των σεισμοπλήκτων του Βόλου. Τα σκηνικά τα έφτιαξε ο καθηγητής μας των Τεχνικών, ο Γιάννης Σπηλιόπουλος. Θυμάμαι είχε εγκατασταθεί στην παλιά αίθουσα του Κυθηραϊκού Συνδέσμου, εκεί όπου εδόθησαν οι παραστάσεις, και αφιέρωσε πολλές ώρες δημιουργώντας κάτι εξαιρετικό. Εμείς οι μαθητές πηγαίναμε και τον βοηθούσαμε. Θυμάμαι να έχει στο πάτωμα ένα πελώριο χαρτί καμιά δεκαπενταριά τετραγωνικά που εμείς του είχαμε ετοιμάσει και ολόρθος να ζωγραφίζει κρατώντας με το αριστερό το τσιμπούκι του και με το δεξί το πινέλο που ήταν προσαρμοσμένο σε ένα μακρύ κοντάρι.
Αντιμετωπίστηκαν πολλές δυσκολίες, διότι ο Σεμιτέκολος ήταν τελειομανής, γνώριζε πολύ καλά όλες τις λεπτομέρειες και ήξερε πώς θα τις αντιμετωπίσει. Θα αναφέρω μόνο μία περίπτωση μιας δυσκολίας που αντιμετωπίστηκε με «πατέντα» γιατί δεν γινόταν αλλιώς, που όμως είχε τέλειο αποτέλεσμα. Όταν εμφανιζόταν ο χορός στη σκηνή, ήταν πολύ πρωί, όπως λέει το κείμενο «Ώ του ηλίου ακτίς, ήρθε πάλι και προβάλλει……» οπότε θα έπρεπε ο φωτισμός της σκηνής να είναι τέτοιος που να θυμίζει αυγή. Επειδή ο χορός έμενε συνέχεια στη σκηνή, έπρεπε το φως σιγά σιγά να δυναμώνει με το ψήλωμα του ήλιου. Ο Σεμιτέκολος ήθελε αυτό να γίνει ομαλά και όσο γίνεται να φαίνεται φυσιολογικό. Σήμερα αυτό είναι απλό πράγμα, γιατί υπάρχει το ηλεκτρολογικό εξάρτημα, που κοινώς λέγεται ροοστάτης και η κανονική ονομασία του είναι διακόπτης φωτισμού μεταβλητής αντίστασης με περιστροφικό διακόπτη που δυναμώνει, ή ελαττώνει την ένταση. Τέτοιο πράγμα όμως τότε δεν υπήρχε, τουλάχιστον στο Τσιρίγο. Το θέμα το συζήτησε με το μόνο ειδικό, το φίλο του το Μανώλη το Δαπόντε, που είχε τότε την Ηλεκτρική Εταιρεία Κυθήρων. Ο Δαπόντε του υποσχέθηκε ότι θα φτιάξει μια πατέντα, που θα έχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Εγώ τότε, στις διακοπές του σχολείου δούλευα στις επιχειρήσεις Δαπόντε, οπότε συμφωνούμε να πάω να τον βοηθήσω να φτιάξει αυτό που του ζήτησε ο καθηγητής Σεμιτέκολος. Μου λέει ο Δαπόντε να πάω να βρω ένα τσικάλι και να πάω στο συνεργείο του να το φτιάξουμε. Βρήκα το τσικάλι και πάω στο Δαπόντε, ο οποίος πήρε ένα ξύλινο πηχάκι καμιά τριανταριά πόντους, προσαρμόζει επάνω του ένα έλασμα από χαλκό περίπου 15 πόντους, το συνδέει με καλώδια, βάζει στο τσικάλι ένα υγρό, μάλλον αλατόνερο, δεν θυμάμαι καλά, συνδέει τα καλώδια με τα φώτα του συνεργείου και κάνουμε δοκιμή. Έπιασε το πηχάκι από την άκρη και το βύθισε στο τσικάλι ώστε το έλασμα του χαλκού να βρέχεται λίγο. Τα φώτα άναψαν αμυδρά. Όσο βυθιζόταν το έλασμα στο τσικάλι, τόσο δυνάμωναν τα φώτα. Τέλειο αποτέλεσμα. Πήγαμε και το τοποθετήσαμε στην αίθουσα κάτω από τη σκηνή δίπλα στο κάθισμα του υποβολέα και συνδέσαμε τα καλώδια με τα φώτα της σκηνής. Το χειρισμό θα τον έκανε ο ίδιος ο καθηγητής, που ήταν και ο υποβολέας. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό!
Αφού λοιπόν ετοιμάστηκαν όλα σχολαστικά και πλησιάζαμε στο τέλος της σχολικής χρονιάς, ορίστηκε και ανακοινώθηκε η ημερομηνία της παράστασης. Και εκεί που όλα ήταν έτοιμα, μια βδομάδα πριν την πρεμιέρα, ένα κώλυμα στο μαθητή που θα υποδυόταν τον τυφλό μάντη Τειρεσία, τον θέτει εκτός παράστασης. Ο Σεμιτέκολος βρέθηκε σε αδιέξοδο. Έπρεπε επειγόντως να βρει αντικαταστάτη, αλλά δεν μπορούσε να βρεθεί κατάλληλος από αυτούς που γνώριζε. Προσφέρθηκε η Μποτίτσα να τον βοηθήσει. «Θα σου φέρω εγώ έναν και θα τον δοκιμάσεις και αν σου κάνει, τον κρατάς.» Ένα μεσημέρι λοιπόν είχαμε σχολάσει και εγώ είχα πάει απέναντι από το Γυμνάσιο στα κτήματά μας, για να βοηθήσω τη μητέρα μου. Κάποια στιγμή ακούω μαθητές να με φωνάζουν από το Γυμνάσιο και να μου λένε να πάω επειγόντως εκεί. Παραξενεύτηκα, αλλά τα παράτησα όλα και περίεργος έτρεξα να πάω στο Γυμνάσιο. Στο προαύλιο κάποιοι μαθητές μου λένε «τρέξε απάνω, σε θέλει η Μποτίτσα. Είναι στην αίθουσα της εβδόμης με το Σεμιτέκολο» Ανεβαίνω και τους βρίσκω να συσκέπτονται και μου λέει η Μποτίτσα «Θα σε χρειαστούμε. Πάρε μιαν ανάσα να ξεκουραστείς λίγο και θα σου πω» Πράγματι σε λίγο μου λέει «Θα σου πω μία πρόταση. Δώσε προσοχή και όπως την πω εγώ, να την επαναλάβεις» Και αρχίζει να απαγγέλλει με στόμφο «Άααααρχοντες της Θήβας! Ήηηηηηρθαμε δυό μαζί, αλλάααα με του ενός τα μάτια, γιατί οι τυφλοί έτσι με οδηγό βαδίζουμε στο δρόοοομο» Επανέλαβα εγώ μιμούμενος όσο μπορούσα τη Μποτίτσα. Τη βλέπω ικανοποιημένη να στρέφει το βλέμμα στο Σεμιτέκολο, ο οποίος κάνει ένα νεύμα συγκατάθεσης. Αμέσως μου δίνουν το ρόλο και μου λέει η Μποτίτσα «Αυτός είναι ο ρόλος σου, τα παρατάς όλα και αυτές τις ημέρες θα ασχοληθείς μόνο μ’ αυτό. Την Κυριακή θα δοθεί η παράσταση και θέλω να με βγάλεις ασπροπρόσωπη»
Τελικά όλα πήγαν καλά. Δόθηκε η παράσταση κανονικά και είχε μεγάλη επιτυχία. Όλος ο κόσμος εξέφραζε την ικανοποίησή του. Ακόμα και άνθρωποι του μεροκάματου, ολιγογράμματοι εκφράζονταν, θυμάμαι, με τα καλύτερα λόγια γι αυτήν την παράσταση. Η προσπάθεια αυτή είχε προετοιμαστεί σχολαστικά σε μεγάλο χρονικό διάστημα και το αποτέλεσμα πραγματικά ικανοποίησε. Όσοι έλαβαν μέρος, ο ένας καλύτερος από τον άλλον, ήσαν εξαιρετικοί. Δεν θα αναφέρω ονόματα, που οπωσδήποτε δεν τα θυμάμαι όλα, αλλά ας μου επιτραπεί να αναφέρω την πρωταγωνίστρια, που δυστυχώς χάσαμε πρόσφατα. Ήταν η Πόπη Ευαγγέλου Λουράντου. Ο ρόλος της Αντιγόνης, νομίζω, σημάδεψε τη ζωή της. Εμείς που ζήσαμε από κοντά την πολύμηνη προετοιμασία αυτής της παράστασης, κάθε φορά που συναντούσαμε την Πόπη, ο νους μας γύριζε νοσταλγικά στη δυναμική Αντιγόνη, την ανυποχώρητη, αυτή που δεν υπολόγιζε αποφάσεις και διαταγές των κρατούντων, αλλά έκανε πάντα αυτό που υπαγόρευαν οι άγραφοι νόμοι και η συνείδησή της.
Τελικά δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ο Μανώλης Σεμιτέκολος και όλος ο θίασος μας έκαναν να αγαπήσομε το αρχαίο δράμα και όταν αργότερα βρεθήκαμε στην Αθήνα, τρέχαμε στο Ηρώδειο και όπου αλλού για να δούμε παραστάσεις του.
Βασίλης Σ. Χάρος
Ιούλιος 2026
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Σεπτεμβρίου 2026