Τι αγοράζεις με 100.000 ευρώ σε Ευρώπη και Ελλάδα
Στο κέντρο της Αθήνας αρκούν για μία γκαρσονιέρα 40 τ.μ., στη Λισσαβώνα αντιστοιχούν σε 16 τ.μ., στο Παρίσι σε 10 τ.μ. και στη Ζυρίχη σε μόλις 5 τ.μ. | Νίκος Ρουσάνογλου
Μικραίνει η ψαλίδα μεταξύ των επιμέρους πόλεων της Ευρώπης αναφορικά με το κόστος απόκτησης κατοικίας, καθώς στις ανεπτυγμένες οικονομίες οι τιμές πώλησης καταγράφουν πλέον σταθεροποιητικές τάσεις σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο, ενώ στις αναπτυσσόμενες οικονομίες παρατηρούνται σημαντικές αυξήσεις την τελευταία τριετία.
Παρ’ όλα αυτά, το ποσό των 100.000 ευρώ πλέον μετά βίας καλύπτει την απόκτηση μιας θέσης στάθμευσης στις μεγάλες πόλεις της Ελβετίας, αλλά αρκεί για 75 τ.μ. στην Κατάνια της Ιταλίας και 43 τ.μ. στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν με βάση σχετική έρευνα της Global Property Guide.
Φθηνή η Αθήνα για ξένους
Οσον αφορά το κέντρο της Αθήνας, 100.000 ευρώ αρκούν για την αγορά μιας γκαρσονιέρας 40 τ.μ., με τη μέση τιμή πώλησης να διαμορφώνεται σε 2.500 ευρώ/τ.μ. Παρότι, λοιπόν, για τους Ελληνες το ποσό αυτό κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά σε σχέση με την ποιότητα των προσφερόμενων προς πώληση κατοικιών στο κέντρο της πόλης, για έναν ξένο αγοραστή φαντάζει «ευκαιρία», ειδικά όταν το συγκρίνει με τη χώρα του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Βαρσοβία η μέση τιμή πώλησης έχει πλέον φτάσει στις 4.225 ευρώ/τ.μ., κάτι που μεταφράζεται σε μόλις 24 τ.μ.
Μεταξύ των ακριβότερων πόλεων, η Ζυρίχη κατατάσσεται στην κορυφή, καθώς με 100.000 ευρώ αποκτά κανείς μόλις 5 τ.μ., με δεδομένο ότι η μέση τιμή πώλησης διαμορφώνεται πλέον σε 18.500 ευρώ/τ.μ., ενώ στη Γενεύη, σε «μόλις» 17.105 ευρώ/τ.μ. Μάλιστα, όπως τονίζουν οι αναλυτές της Global Property Guide, πράγματι 100.000 ευρώ είναι η μέση τιμή για μια θέση στάθμευσης…
Ακολουθούν το Λουξεμβούργο και το Παρίσι με 10.471 ευρώ/τ.μ. και 9.630 ευρώ/τ.μ., κάτι που μεταφράζεται σε περίπου 10 τ.μ., ενώ ακόμη και σε πόλεις του ευρωπαϊκού Νότου τα κόστη είναι πλέον δυσθεώρητα. Για παράδειγμα, στη Λισσαβώνα η μέση τιμή πώλησης έχει «σκαρφαλώσει» σε 6.247 ευρώ/τ.μ., κάτι που μεταφράζεται σε 16 τ.μ.
Αντιστοίχως στη Μαδρίτη αγοράζει κανείς 17 τ.μ., με τη μέση τιμή πώλησης να διαμορφώνεται σε 5.755 ευρώ/τ.μ., ενώ ακόμη και στη Βουδαπέστη 100.000 ευρώ αρκούν για μόλις 28 τ.μ. (3.553 ευρώ/τ.μ.).
Οπως τονίζεται στην ανάλυση, οι πιο προσιτές πόλεις δεν είναι πλέον και τόσο προσιτές. Στην Αθήνα η αύξηση κατά την τελευταία τριετία, που συμπίπτει χρονικά με τα προγράμματα «Σπίτι μου», φτάνει πλέον στο 18% κατά μέσον όρο, ενώ σε Βουκουρέστι, Βουδαπέστη και Βαρσοβία μόνο την τελευταία διετία έχουν σημειωθεί αυξήσεις τιμών κατά 39%, 29% και 22%, αντιστοίχως. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι με 100.000 ευρώ αγοράζονται πολύ μικρότερα σπίτια σήμερα συγκριτικά με πριν από δύο-τρία χρόνια.
Στις πιο ακριβές πόλεις της Ευρώπης, η εικόνα δεν έχει αλλάξει καθόλου από το 2023. Στο Παρίσι, πριν από τρία χρόνια με 100.000 ευρώ αγόραζε κανείς και πάλι 10 τ.μ. και στο Λουξεμβούργο 9 τ.μ. Ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις εντοπίζονται μεταξύ της ίδιας χώρας, δηλαδή από πόλη σε πόλη.
Για παράδειγμα, στην Ιταλία 100.000 ευρώ αγοράζουν 18 τ.μ. στο Μιλάνο, 26 τ.μ. στη Ρώμη και 75 τ.μ. στην Κατάνια. Στη Γερμανία το ίδιο ποσό επαρκεί για 12 τ.μ. στο Μόναχο, για 19 τ.μ. στο Βερολίνο, αλλά για 34 τ.μ. στη Βρέμη. Στην Ισπανία τα 17 τ.μ. της Μαδρίτης μετατρέπονται σε 41 τ.μ. στην πόλη της Βαλένθιας.
Σταδιακά και οι πιο προσιτές πόλεις ακριβαίνουν. Σε Βουκουρέστι, Βουδαπέστη και Βαρσοβία την τελευταία διετία οι τιμές εκτινάχθηκαν κατά 39%, 29% και 22% αντιστοίχως.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, ακόμη και εντός Αττικής οι διαφορές είναι σημαντικές, καθώς τα 40 τ.μ. του κέντρου της πόλης μετατρέπονται σε μόλις 23,4 τ.μ. αν πρόκειται για ακίνητο στα νότια προάστια, αλλά σε 173 τ.μ. στην πόλη της Καστοριάς.
Στην πρόσφατη ανάλυσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) σημείωσε ότι το κύριο ζήτημα της αγοράς κατοικίας είναι το έλλειμμα προσφοράς. Οπως τονίζεται, «η συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών των οικιστικών ακινήτων στην Ελλάδα αποδίδεται κυρίως στη διατήρηση συνθηκών υπερβάλλουσας ζήτησης έναντι της διαθέσιμης προσφοράς. Από την πλευρά της ζήτησης, καταγράφεται ισχυρό ενδιαφέρον τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό.
Η ισχυρή ζήτηση από το εξωτερικό αποτυπώνεται στην εξέλιξη των ξένων άμεσων επενδύσεων σε ακίνητα, οι οποίες κατά την περίοδο ανόδου των τιμών (2018-2025) διαμορφώθηκαν κατά μέσον όρο σε 1,6 δισ. ευρώ ετησίως, έναντι περίπου 170 εκατ. ευρώ ετησίως κατά την περίοδο υποχώρησης των τιμών (2008-2017)».
Στην Ελλάδα οι αποκλίσεις είναι μεγάλες ακόμη και εντός Αττικής. Με 100.000 ευρώ αγοράζεις 23,4 τ.μ. στα νότια προάστια, αλλά 173 τ.μ. στην πόλη της Καστοριάς.
Παράλληλα αναφέρεται ότι η εγχώρια ζήτηση ενισχύεται από διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως η αύξηση του βαθμού αστικοποίησης και η άνοδος του αριθμού των νοικοκυριών, παρά τη συνολική μείωση του πληθυσμού, εξέλιξη που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αύξηση των μονοπρόσωπων και μονογονεϊκών νοικοκυριών.
Τα κενά ακίνητα
Από την πλευρά της προσφοράς, επισημαίνεται ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών αντανακλά τόσο την απόσυρση μέρους του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών από την αγορά όσο και τον διαχρονικά υποτονικό ρυθμό αναπλήρωσής του.
Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτηση ότι «ο αυξημένος αριθμός κενών ακινήτων αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην καθυστέρηση της διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους και στη δέσμευση ακινήτων ως εξασφαλίσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία τελούν υπό διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης», σημειώνει η ΤτΕ.
Επιπλέον, η ΤτΕ αναφέρεται και στον παράγοντα της πολυϊδιοκτησίας, που επίσης δυσχεραίνει τη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση και αξιοποίηση των ακινήτων, ενώ το αυξημένο κόστος ανακαίνισης λειτουργεί αποτρεπτικά για την πραγματοποίηση δαπανών που θα οδηγήσουν στη διατήρηση και επανένταξη οικιστικών ακινήτων στην αγορά.
Πάντως, οι αναλυτές σημειώνουν ότι ο πρόσφατος ν. 5303/2026 (ΦΕΚ Α΄ 81/22.05.2026), «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις», και ειδικότερα οι διατάξεις για τη μετατροπή της νόμιμης μοίρας εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στον περιορισμό εμφάνισης περιπτώσεων πολυϊδιοκτησίας στο μέλλον.