Το κλαδί που καθόμαστε
Το 2009 είχαμε πρωτογενές έλλειμμα 24 δισ. ευρώ, ενώ κάθε χρόνο από το 2016 και μετά (πλην των ετών της πανδημίας) πετυχαίνουμε υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα που κάποιες χρονιές καλύπτει και τους τόκους. Μετά την εθνική ήττα της περασμένης δεκαετίας η δημοσιονομική ασφάλεια έγινε εξίσου σημαντική με την εθνική. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να την πριονίσει | Αργύρης Παπαστάθης
Δεν ξέραμε και πολλά. Μέχρι το 2008 το κράτος ήταν μια βρύση. Αν αυτός που έβγαινε επάνω ήταν «καλός» και αγαπούσε τον λαό, την άνοιγε και έτρεχαν λεφτά: αυξήσεις, διορισμοί, επιδόματα κ.ο.κ. Αν ήταν «κακός», τότε όλοι μαζί, λαός, συνδικάτα και μέσα ενημέρωσης, ενώναμε τη φωνή μας: αναλγησία.
Πέρα από λίγους περίεργους που έλεγαν πράγματα έξω από το λεξιλόγιο της καθημερινότητας και των media, όπως «πρωτογενές έλλειμμα», «αποδόσεις ομολόγων» και «βιωσιμότητα του χρέους», οι υπόλοιποι εστιάζαμε σε αυτό που καταλαβαίναμε: αν η κυβέρνηση είναι φιλολαϊκή ή αντιλαϊκή.
Κάπου θα είχαμε ακούσει ότι το ελληνικό κράτος χρεοκόπησε μερικές φορές από τότε που ιδρύθηκε, αλλά στα 35 χρόνια από την πτώση της χούντας έως το 2009, στα «καλά χρόνια» της Μεταπολίτευσης, δεν συζητούσαμε τέτοια πράγματα. Δεν ήταν για εμάς. Μέναμε στο «η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση» (Χαρίλαος Τρικούπης).
Το 2009 η Ελλάδα χρεοκόπησε: πρωτογενές έλλειμμα 24 δισ. ευρώ, και αν προστεθούν και οι τόκοι έλειπαν 36 δισ. ευρώ. Ακολούθησε μια δεκαετία που είχε διαστάσεις εθνικής ήττας. Τρία μνημόνια, δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης των 80 δισ. ευρώ κόντρα σε συνθήκες ύφεσης ή στασιμότητας, με αποτέλεσμα την απώλεια του 25% (!) του ΑΕΠ (στοιχεία ΤτΕ).
Μέσα σε δέκα χρόνια ζήσαμε μια από τις βαθύτερες κρίσεις στη μεταπολεμική Ευρώπη:
♦ Η ανεργία έφτασε στο 28%, ζωές ανατράπηκαν, μισθοί και συντάξεις περικόπηκαν, επιχειρήσεις έκλεισαν, χιλιάδες νέοι έφυγαν στο εξωτερικό, το δημογραφικό βούτηξε προς τα κάτω, οι αξίες των ακινήτων κατέρρευσαν, ένα ναζιστικό μόρφωμα μπήκε στη Βουλή (και μετά στη φυλακή), η κοινωνία διχάστηκε με τρόπο ακραίο, που κορυφώθηκε τον Ιούλιο του 2015.
Τι «πετύχαμε» καταβάλλοντας ένα βαρύ τίμημα, πολύ βαρύτερο από αυτό που θα μπορούσε να είναι (αν δεν γίνονταν τόσα λάθη εδώ και έξω); Πρώτον, η Ελλάδα χρεοκόπησε μεν, αλλά δεν κατέρρευσε και, δεύτερον, με το PSI του 2012 και τις μετέπειτα παρεμβάσεις (2018), το ελληνικό χρέος πέρασε από τις αγορές στον επίσημο τομέα (στους θεσμούς της ΕΕ) και επιμηκύνθηκε με χαμηλά επιτόκια.
Πετύχαμε πρωτογενές πλεόνασμα για πρώτη φορά το 2014, ενώ από το 2016 και μετά (πλην των ετών της πανδημίας) η Ελλάδα πετυχαίνει υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο κάποιες χρονιές κάλυψε και τους τόκους. Με τεράστιες θυσίες (όχι ίδιες για όλους) στερεώσαμε το κλαδί στο οποίο καθόμαστε.
Αντέχει το κλαδί; Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα και η αναζήτηση ενός λεπτού σημείου ισορροπίας ανάμεσα στα δημοσιονομικά και την καθημερινότητα που βιώνουμε: την πραγματική οικονομία και το κόστος ζωής. Αναγκαστικά, και τα δύο πρέπει να είναι βιώσιμα ώστε να ελπίζουμε ότι η ασφάλεια που απολαμβάνουμε σήμερα –δανειζόμενοι φθηνότερα από τη Γαλλία και την Ιταλία εν μέσω ισχυρών πιέσεων στις αγορές ομολόγων– θα έχει και συνέχεια.
Πώς μπορεί να κλατάρει το κλαδί; Τεχνικό λάθος δεν προβλέπεται με βάση τη συσσωρευμένη εμπειρία στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τον διαρκή έλεγχο των ροών και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη δεδομένη πλέον αξιοπιστία των στατιστικών μας στοιχείων (μέσω της ανεξάρτητης ΕΛΣΤΑΤ). Μόνο από ένα λάθος σε πολιτικό και όχι σε τεχνικό επίπεδο μπορεί να βρεθούμε και πάλι στον αέρα. Εν προκειμένω, από τους κοινωνικοπολιτικούς κινδύνους που εγκυμονεί η διατήρηση της ανησυχητικής απόστασης ανάμεσα στις δημοσιονομικές επιδόσεις και την πραγματική οικονομία.
Το μοντέλο των πληθωριστικών πλεονασμάτων από το 2023 και μετά προσέφερε τη δυνατότητα μείωσης του χρέους αλλά μας απομάκρυνε από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο σε ό,τι αφορά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Και έχει ήδη δείξει τα όριά του και σε δημοσιονομικό επίπεδο, καθώς η κατανάλωση (η δική μας, όχι των πλουσίων τουριστών) δείχνει πια να πιέζεται από τη συνεχιζόμενη ακρίβεια.
Με πιο απλά λόγια, αν θέλουμε τα δημοσιονομικά μας βιώσιμα σε βάθος χρόνου, η ζωή μας πρέπει να συγκλίνει με το ταμείο του κράτους. Αν αυτό δεν συμβεί, η συσσωρευμένη πίεση θα μπορούσε να μας ρίξει και πάλι σε φαύλο κύκλο, μέσα από την ενίσχυση ακραίων δυνάμεων.
Η απαιτούμενη αλλαγή δεν μπορεί να γίνει με το πάτημα ενός κουμπιού. Και μια περίοδος με έντονες πιέσεις στις αγορές ομολόγων, όπως αυτή που διανύουμε, απαγορεύει τις άτσαλες κινήσεις που μπορεί να μας βάλουν ξανά στο ραντάρ των αγορών. Εδώ έχει δίκιο η κυβέρνηση.
Το ζητούμενο, η ζωτικής σημασίας σύγκλιση ανάμεσα στα δημοσιονομικά και την πραγματική οικονομία, δεν επιτυγχάνεται ούτε με εξαγγελίες από το προεκλογικό μπαλκόνι. Διότι αυτές αφορούν κυρίως παραμετρικές αλλαγές, όπως η τροποποίηση φορολογικών συντελεστών, και από μόνες τους δεν αρκούν αν δεν συνοδεύονται από μεταρρυθμίσεις που στηρίζουν την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη. Μόνο έτσι θα ανασάνουν όσοι επί 16 χρόνια δεν έχουν βγάλει το κεφάλι τους από το νερό, περνώντας από τα μνημόνια στην Covid και μετά στην πενταετή πληθωριστική κρίση.
Η ευθύνη της επόμενης κυβέρνησης
Οσο μυωπική είναι η αντίληψη ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν αμέσως αν αλλάξουν απλώς κάποιοι φορολογικοί συντελεστές, άλλο τόσο είναι να τα βρίσκει κανείς όλα θαυμάσια, χοροπηδώντας και εστιάζοντας στο πλουσιότερο 30% των πολιτών. Το μόνο που πετυχαίνει σε αυτή την περίπτωση είναι να υπογραμμίζει τη διεύρυνση των ανισοτήτων, τη μεγαλύτερη απειλή για το κλαδί στο οποίο καθόμαστε.
Τώρα ξέρουμε ότι βρύση δεν υπάρχει και ότι τα λεφτά που ξοδεύει το κράτος είναι τα δικά μας, αυτά που δίνουμε με τους φόρους. Τώρα και οι τρεις υποψήφιοι πρωθυπουργοί στις κάλπες του 2027, ο κ. Μητσοτάκης, ο κ. Ανδρουλάκης και ο κ. Τσίπρας, γνωρίζουν όχι μόνο θεωρητικά, αλλά από τα ίδια τα βιώματα, τα δικά τους και των πολιτικών τους χώρων, ότι η δημοσιονομική ασφάλεια είναι εξίσου σημαντική με την εθνική.
Κάπως έτσι, ευθύνη της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις εκλογές (όποια και αν είναι, η ίδια ή κάποια άλλη) θα είναι να βρει μια ισορροπία που θα είναι βιώσιμη. Οχι όμως στο γόνατο, γιατί στον δρόμο αυτόν δεν νοείται να τεθούν σε κίνδυνο όσα στερεώθηκαν (προσωρινά) με τεράστιες θυσίες.