Tούτες τσι ώρες φίλοι μου δουλεύω υπερωρία λίγο κι εγώ ν’ αναπαυθώ δε βρίσκω ευκαιρία. Eίπα εκαλοκαίρεψε θ’ απλώσω την αρίδα μα να που πήγα κι έμπλεξα με μία σαυραχίδα.…
Βάζει ο Γιώργης τη στολή του κι ο Ανδρέας τη δική του με πολλή χαρά. Και μια μέρα με φεγγάρι σε ποτάμι αριβάρει με βαθειά νερά. Μ’ ένα κάρο Τσιριγώτες…