Πώς οι Κυκλάδες κανιβάλισαν τον εαυτό τους
Ηδη όσοι τις επισκέπτονται δεν βρίσκουν αυτό που τους υποσχέθηκαν τα ταξιδιωτικά φυλλάδια και οι ειδυλλιακές φωτογραφίες του Instagram. Η απλότητα έχει πεθάνει. Στη θέση της υπάρχουν αποστειρωμένες βίλες με πισίνες, παραλίες με εκκωφαντικές μουσικές και ομπρελοξαπλώστρες, δεκάδες δηθενάδικα που πουλάνε κατεψυγμένα χταπόδια σε τιμές αντιστρόφως ανάλογες της ποιότητας | Μαρία Δεδούση
Η αδιανόητη σκηνή στην παραλία Ιταλίδα στα Κουφονήσια, με τους ανθρώπους να έχουν καταλάβει τη παραλία και κυριολεκτικά να σπρώχνονται σε αυτήν, μου έφερε συνειρμικά στο μυαλό μια από τις διηγήσεις της γιαγιάς μου, από την πλευρά της μητέρας μου. Είχε γεννηθεί στη Μήλο «περίπου» το 1901. Μεγάλωσε στο νησί και παρότι μετακόμισε στην Αθήνα μετά τον γάμο της, το είχε επισκεφθεί και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μας έλεγε, γελώντας, για τους πεινασμένους ιταλούς στρατιώτες που κυνηγούσαν τις κότες φωνάζοντας «γκαλίνα, γκαλίνα».
Οι περισσότερες ιστορίες της γιαγιάς μου από τη Μήλο περιείχαν την πείνα ως κεντρικό στοιχείο. Η ίδια προερχόταν από εύπορη οικογένεια, με πατέρα καραβοκύρη. Η φτώχεια, η στέρηση και η πείνα, όμως, ήταν μια ευρεία κοινωνική συνθήκη στις άνυδρες και άγονες Κυκλάδες, από την οποία ήταν δύσκολο να ξεφύγει και ο πλέον προνομιούχος. Ακόμη και αν είχες χρήματα, δεν υπήρχαν προϊόντα. Ετσι εφευρέθηκαν οι ψευτοκεφτέδες, που σήμερα χρυσοπληρώνουμε στις «γκουρμέ» ταβέρνες: κρέας δεν είχαν ποτέ, οπότε έτριβαν κολοκυθάκια και ντομάτες στο αλεύρι για να ξεγελιούνται ότι τρώνε κεφτεδάκια.
Τον απόηχο αυτής της στέρησης προλάβαμε και όσοι ταξιδεύαμε στις Κυκλάδες τη δεκαετία του ’80. Δεν ήταν τόσο απελπιστική πια, όμως ακόμη και στα ήδη επισκέψιμα νησιά, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, μόλις έβγαινες από το τουριστικό μονοπάτι και παρατηρούσες προσεκτικά, διέκρινες ότι αυτό που εμείς θαυμάζαμε ως «απλότητα» δεν ήταν παρά η αναγκαστική προσαρμογή στα λίγα. Οι άνθρωποι δεν πεινούσαν πια, αλλά παρέμεναν πολύ φτωχοί.
Σε αυτούς τους ανθρώπους, έπειτα από αιώνες στέρησης, έπεσε ένα πρωί το τετραπλό τζακ ποτ.
Τα νησιά τους δεν έγιναν απλώς «τουριστικοί προορισμοί», αλλά ένα από τα κορυφαία και πιο πολυδιαφημισμένα σημεία του πλανήτη. Η «ανάπτυξη» φάνηκε από την αρχή τι δρόμο θα ακολουθούσε: όταν τα στίφη των επισκεπτών άρχισαν να καταφθάνουν, οι Κυκλαδίτες ξεκίνησαν να νοικιάζουν ακόμη και τις ταράτσες τους, ενώ κανείς δεν σκεφτόταν αν οι φυσικοί πόροι των νησιών –όπως το νερό, ας πούμε– επαρκούσαν. Τα σκουπίδια άρχισαν να πλημμυρίζουν δρόμους και παραλίες, οι λιγοστοί δρόμοι έπηξαν από μηχανάκια και αυτοκίνητα, τα νησιά έγκωσαν.
Και αν αυτό στην αρχή γινόταν έναντι λίγων χρημάτων, καθώς οι πρώτοι τουρίστες ήμασταν «σακίδια» με μπίρα και σουβλάκι, πολύ σύντομα λειτούργησε ο νόμος της αγοράς, στην πιο άγρια και ανεξέλεγκτη μορφή του: όσο υπάρχει ζήτηση, θα ανεβάζω τις τιμές σε διαστημικά ύψη και θα χτίζω παντού για να την καλύψω. Και αν δεν έχω νερό, δεν πειράζει. Και αν δεν μπορώ να διαχειριστώ τα σκουπίδια, δεν πειράζει. Και αν, σε τελική ανάλυση, καταστρέφεται ανεπανόρθωτα το νησί μου, δεν πειράζει· εγώ, πλέον, είμαι αρκετά πλούσιος για να φύγω να πάω αλλού.
Οι «απ’ έξω» ζητάμε σχεδιασμό, περιορισμούς και προστασία ενός αρχιπελάγους μοναδικού στον κόσμο. Ορθώς το ζητάμε, διότι έχουμε τη διανοητική καθαρότητα να βλέπουμε μακροπρόθεσμα. Είναι δεδομένο ότι έτσι όπως πάνε οι Κυκλάδες, σε πολύ λίγα χρόνια θα έχουν κανιβαλίσει τελείως αυτό που τις έκανε διάσημες. Ηδη οι άνθρωποι έρχονται σε αυτές και δεν βρίσκουν αυτό που τους υποσχέθηκαν τα ταξιδιωτικά φυλλάδια και οι ωραιοποιημένες φωτογραφίες του Instagram.
Η απλότητα έχει πεθάνει. Στη θέση της υπάρχουν αποστειρωμένες βίλες με πισίνες, παραλίες με εκκωφαντικές μουσικές και χιλιάδες ομπρελοξαπλώστρες, δεκάδες δηθενάδικα που πουλάνε κατεψυγμένα χταπόδια και όλα αυτά σε τιμές αντιστρόφως ανάλογες της ποιότητας.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Κυκλάδες έπεσαν θύμα της επιτυχίας τους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι έπεσαν θύμα της απληστίας, της απουσίας κανόνων και σχεδιασμού και των πολιτικών και ατομικών επιλογών. Οπως αφήνεται να πέσει και όλη η χώρα. Δεν αρκεί να είμαστε ένας ελκυστικός προορισμός, πρέπει να θυσιάσουμε τα πάντα στον βωμό της τουριστικής μας «άνοιξης». Κράτος και πολίτες εξίσου μετράμε έσοδα και δεν κοιτάμε την καταστροφή. Δεν κοιτάμε, κυρίως, το βασικότερο όλων: ότι όταν η καταστροφή προχωρήσει λίγο ακόμη, θα πάψουμε να έχουμε έσοδα. Διότι θα πάψουμε να έχουμε προϊόν.
Πολλοί, στο μεταξύ, «εμπνεύστηκαν» από το παράδειγμα των Κυκλάδων και ταξιδεύουν ανά την Ελλάδα, ψάχνοντας παρθένες ή ήσυχες παραλίες και χωριά για να τα «κάνουν Μύκονο», να κονομήσουν. Κάθε ραχούλα στο πουθενά ονειρεύεται να γίνει Σαντορίνη. Να απλώσει παντού ομπρέλες και να χρεώνει τη χωριάτικη χρυσή. Να φτιάχνει βιλίτσες με πισίνες, και ας μην έχει η τοπική κοινότητα νερό να πιει.
Η άνοιξη δεν κρατάει ποτέ για πάντα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα ακολουθήσει καλοκαίρι, αλλά ένας βαρύς χειμώνας. Οπως ακριβώς ανάμεσα στη στέρηση των μεταπολεμικών δεκαετιών και τον ξέφρενο πλουτισμό του τουρισμού, πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, με τον ίδιο τρόπο η κατάσταση μπορεί να αναστραφεί.
Δεν προσέξαμε τον τόπο. Και αυτός, με τη σειρά του, κάποια ημέρα θα μας εκδικηθεί.