Μικρασιάτες στην Αμερική: Οι ζωές πίσω από τα αρχεία της νήσου Ελις
Ηχητικές μαρτυρίες, οικογενειακές φωτογραφίες και κλειδιά σπιτιών που οι πρόσφυγες πήραν μαζί τους ελπίζοντας να επιστρέψουν. Μέσα από ένα πολύτιμο ψηφιακό αρχείο, ο Γιώργος Τοπαλίδης φωτίζει τις προσωπικές ιστορίες των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που μετανάστευσαν στην Αμερική | Μαρίνα Καρπόζηλου
Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού της, μια γυναίκα στο Φορτ Γουόρθ του Τέξας είχε απλώσει ένα βελούδινο ύφασμα. Καθώς αφηγούνταν την ιστορία της οικογένειάς της στον κοινωνιολόγο Γιώργο Τοπαλίδη, κρατούσε διαρκώς το χέρι της ακουμπισμένο επάνω στο βελούδο. Εκείνος αρχικά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Η ιστορία που άκουγε ξεκινούσε περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα, από ένα οικογενειακό σπίτι στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας.
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οθωμανικές αρχές διέταξαν την απομάκρυνση της οικογένειας. «Οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι γονείς αποφάσισαν να μείνουν. Εστειλαν μόνο τα παιδιά τους στη Μυτιλήνη», αφηγείται ο κύριος Τοπαλίδης στην «Κ». Δύο χρόνια αργότερα, όταν οι συνθήκες επέτρεψαν την επιστροφή τους, τα παιδιά γύρισαν στο Αϊδίνι. «Οταν όμως επέστρεψαν στο σπίτι τους και ξεκλείδωσαν την πόρτα, τι να δουν; Ελειπαν οι γονείς τους, οι παππούδες, οι γιαγιάδες. Κανένας δεν ήταν στο σπίτι, που στο μεταξύ είχε λεηλατηθεί», περιγράφει ο ερευνητής.

Προσπάθησαν να το ξαναφτιάξουν με ό,τι είχε απομείνει και περίμεναν τους δικούς τους, αναζητώντας παράλληλα πληροφορίες για την τύχη τους. Εζησαν έτσι περίπου τέσσερα χρόνια, μέχρι που η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου το 1922 τους ανάγκασε να φύγουν ξανά. Πέρασαν από τη Μυτιλήνη και την Αθήνα, προτού καταλήξουν στην Αμερική. «Ολη αυτή την ιστορία μου την έλεγε μια από τις αδερφές, η Μάργκαρετ Χόκα, στο σαλόνι του σπιτιού της», θυμάται ο ερευνητής. «Στο τέλος μού είπε: “Θέλω να σου δείξω κάτι”. Σήκωσε το χέρι της, άνοιξε το βελούδινο ύφασμα και μέσα ήταν τα κλειδιά του σπιτιού τους. Οχι μόνο τα είχαν πάρει μαζί τους, αλλά τα είχαν φυλαγμένα για τόσα χρόνια».
«Η Σμύρνη καίγεται»
Εκατοντάδες μαρτυρίες
Στο Φορτ Γουόρθ του Τέξας, όπου ο κύριος Τοπαλίδης κατέγραψε την ιστορία, είχε δημιουργηθεί μια ολόκληρη κοινότητα Ελλήνων μεταναστών από τη Σμύρνη και γειτονικές περιοχές, όπως τα Αλάτσατα και το Γκιουλμπαχτσέ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε, οι μετανάστες από το ελληνικό κράτος αποτελούσαν μικρή μειονότητα σε αυτή την κοινότητα. Μάλιστα, η οδός Terrace Avenue ήταν γνωστή στους κατοίκους ως «Νέα Σμύρνη», αποτυπώνοντας τους δεσμούς που εξακολουθούσαν να διατηρούν με τον τόπο καταγωγής τους.

Η ιστορία αυτή είναι μία από τις εκατοντάδες που έχει συγκεντρώσει ο κύριος Τοπαλίδης, ο οποίος συντονίζει στο Flagler College της Φλόριντα το Ottoman Greeks of the U.S. Digital History Project. Πρόκειται για μια πολυετή έρευνα που συνδυάζει ιστορικά αρχεία, προφορικές μαρτυρίες και οικογενειακά αντικείμενα, επιχειρώντας να ανασυνθέσει τις ζωές των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ηταν μόλις πέντε ετών όταν ρώτησε τη γιαγιά του για τη ζωή της στην περιοχή της σημερινής βορειοανατολικής Τουρκίας. «Ασ’ τα αυτά, παιδί μου. Ανήκουν στο παρελθόν», του είχε απαντήσει.
Ο ίδιος ο ερευνητής γεννήθηκε στην Ελλάδα, σε οικογένεια απογόνων προσφύγων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετανάστευσε με την οικογένειά του στις ΗΠΑ σε ηλικία δέκα ετών. Οπως αφηγείται, μεγάλωσε ακούγοντας οικογενειακές ιστορίες για τον ξεριζωμό, αλλά και συναντώντας τη σιωπή των μεγαλύτερων. Ηταν μόλις πέντε ετών όταν ρώτησε τη γιαγιά του για τη ζωή της στην περιοχή της σημερινής βορειοανατολικής Τουρκίας. «Ασ’ τα αυτά, παιδί μου. Ανήκουν στο παρελθόν», του είχε απαντήσει. Χρόνια αργότερα, ενώ εργαζόταν στον χώρο της μικροβιολογίας, στράφηκε στη μελέτη της ιστορίας αυτών των πληθυσμών. Το 2015 ίδρυσε το ερευνητικό πρόγραμμα στο Flagler College της Φλόριντα.

Οι διαδρομές της νήσου Ελις
Το νεότερο βήμα της έρευνας παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2026: ένας διαδραστικός χάρτης που αποτυπώνει τις διαδρομές 1.031 Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίοι μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1892 και 1930. Αξιοποιώντας τις ψηφιοποιημένες λίστες επιβατών της νήσου Ελις, η ερευνητική ομάδα ανασυνθέτει τη διαδρομή των μεταναστών από τον τόπο γέννησης και την τελευταία κατοικία τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το λιμάνι αναχώρησης και τον αμερικανικό προορισμό τους. Ο στόχος της είναι να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσοι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετανάστευσαν συνολικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Δεν έχουμε ακριβή αριθμό για το πόσοι ήταν αυτοί οι μετανάστες. Εχουμε μόνο εκτιμήσεις που προέρχονται από στατιστικές αναλύσεις, με βάση τα δεδομένα του αμερικανικού κράτους εκείνης της εποχής», αναφέρει ο κύριος Τοπαλίδης.
Ενα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τους τόπους εγκατάστασης. «Ηδη ξέρουμε ότι, ως επί το πλείστον, η ελληνική μετανάστευση κατέληξε σε αστικά κέντρα των ΗΠΑ. Αυτό που μας βοηθά να καταλάβουμε η συγκεκριμένη έρευνα είναι ότι η μετανάστευση δεν περιορίστηκε μόνο στα αστικά κέντρα», εξηγεί ο κύριος Τοπαλίδης. «Εχουμε αποδεικτικά στοιχεία για μετανάστευση σε περιοχές που είναι κατά κύριο λόγο αγροτικές και για την επιτυχή εγκατάσταση σε αυτές τις κοινότητες. Γνωρίζοντας πλέον πού κατέληξαν οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μπορούμε να προχωρήσουμε την έρευνα και σε αυτές τις κοινότητες. Αυτό πιστεύω ότι είναι το σημαντικότερο εύρημα της χαρτογράφησης». Η επόμενη φάση θα επιχειρήσει να απαντήσει και σε ένα δεύτερο ερώτημα: τι συνέβη μετά την άφιξή τους; «Συνδυάζοντας τα δεδομένα της νήσου Ελις με εκείνα των αμερικανικών απογραφών, μπορούμε να δούμε πώς κινήθηκαν στη συνέχεια αυτές οι κοινότητες. Παρέμειναν εκεί όπου εγκαταστάθηκαν αρχικά ή χρησιμοποίησαν αυτές τις περιοχές ως ένα ενδιάμεσο βήμα πριν μετακινηθούν κάπου αλλού στις ΗΠΑ;».
«Είδε την ίδια του την οικογένεια μέσα στη θάλασσα»
Οι οικογένειες πίσω από τους αριθμούς
Η ανασύνθεση αυτών των διαδρομών αποτελεί μόνο μία πλευρά του ερευνητικού προγράμματος. Παράλληλα, ο κύριος Τοπαλίδης αναζητά τους απογόνους των μεταναστών, πραγματοποιεί συνεντεύξεις και ψηφιοποιεί φωτογραφίες, έγγραφα και οικογενειακά κειμήλια. Η συλλογή αριθμεί ήδη εκατοντάδες μαρτυρίες, οι οποίες προσθέτουν στις επίσημες καταγραφές όσα οι αριθμοί και οι γεωγραφικές συντεταγμένες δεν μπορούν να αποτυπώσουν. «Ολη αυτή η δουλειά γίνεται μέσω των social media και με τη βοήθεια των κοινοτήτων», εξηγεί. «Απευθύνομαι σε εκκλησίες και οργανισμούς που προσπαθούν να διατηρήσουν την κουλτούρα, τα ήθη και τα έθιμα. Αυτοί οι οργανισμοί βοηθούν στον εντοπισμό οικογενειών. Πάρα πολλοί έρχονται και οι ίδιοι σε επαφή μαζί μου. Κανονίζουμε ραντεβού, πηγαίνουμε στις κοινότητές τους, κάνουμε τις συνεντεύξεις και συγκεντρώνουμε τα αντικείμενα που έφεραν οι οικογένειές τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία».

Μόνο τον Μάιο του 2025, σε δεκατρείς ημέρες ερευνητικής αποστολής στο Μίσιγκαν, διένυσε περίπου 1.000 χιλιόμετρα και πραγματοποίησε 32 συνεντεύξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αφηγήσεις φωτίζουν όχι μόνο την ιστορία του ξεριζωμού, αλλά και τη ζωή των επόμενων γενεών. Η Εύα, εγγονή προσφύγων από ένα χωριό κοντά στην Τραπεζούντα, μεγάλωσε σε ποντιακό χωριό της Κοζάνης. Αγαπούσε τη ζωή στην ύπαιθρο, τις αγροτικές εργασίες και την καθημερινότητα κοντά στην οικογένειά της. Στα 19 της χρόνια, ωστόσο, ο πατέρας της κανόνισε τον γάμο της με έναν νέο, επίσης προσφυγικής καταγωγής, που είχε εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη. Από το χωριό της Κοζάνης βρέθηκε σε ένα μικρό διαμέρισμα πολυκατοικίας, σε μια πόλη της οποίας δεν μιλούσε τη γλώσσα.
Κάθε μέρα κατέβαζα τη βαλίτσα, τη γέμιζα με ρούχα και μετά την ξαναέβαζα στη θέση της. Πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνια, αλλά η βαλίτσα ήταν πάντα γεμάτη.
«Το διαμέρισμά μας ήταν τόσο κοντά στο απέναντι κτίριο, που δεν μπορούσες να δεις ούτε το φως του ήλιου», θυμάται. Η Εύα κάθε μέρα ετοίμαζε τη βαλίτσα της, αποφασισμένη να επιστρέψει στην Κοζάνη. «Κάθε μέρα κατέβαζα τη βαλίτσα, τη γέμιζα με ρούχα και μετά την ξαναέβαζα στη θέση της. Πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνια, αλλά η βαλίτσα ήταν πάντα γεμάτη», αφηγείται σε μια από τις μαρτυρίες του αρχείου. Τελικά, ο σύζυγός της συμφώνησε να επιστρέψουν στην Ελλάδα με τα δύο παιδιά τους. Εζησαν στη Θεσσαλονίκη για έξι χρόνια, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια επιχείρηση, αλλά οι οικονομικές δυσκολίες τούς ανάγκασαν να μεταναστεύσουν ξανά στη Νέα Υόρκη.

Μια ακόμη ιστορία που έχει καταγράψει ο κύριος Τοπαλίδης είναι εκείνη ενός μουσικού από τη Σεμέντρε της Μικράς Ασίας, την οποία του αφηγήθηκαν οι κόρες του, Σοφία Παπαθεοδώρου και Μοσχούλα Γιακσίτς, στο Μίσιγκαν. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πατέρας τους επιστρατεύθηκε στον οθωμανικό στρατό, όπου αρχικά υπηρετούσε ως μουσικός. Οταν όμως διατάχθηκε να μεταφερθεί στο μέτωπο, αρνήθηκε. «Λιποτάκτησε. Είπε: “Δεν θα πολεμήσω εναντίον των αδελφών μου”», αφηγήθηκε η Σοφία. Περπατώντας τη νύχτα, κατάφερε να επιστρέψει στη Σεμέντρε. Μετά τον πόλεμο, αναχώρησε για την Αμερική μέσω Κωνσταντινούπολης και νήσου Ελις. Αρχικά εργάστηκε ως λαντζέρης στη Νέα Υόρκη, ώσπου, έπειτα από πρόσκληση του θείου του, εγκαταστάθηκε στο Πόντιακ του Μίσιγκαν, όπου άνοιξε το δικό του παντοπωλείο, το Star Grocery.

Οι κοινότητες που δημιουργήθηκαν στην Αμερική
Οι μαρτυρίες δεν περιορίζονται, ωστόσο, στις δυσκολίες προσαρμογής. Φωτίζουν και τους τρόπους με τους οποίους οι μετανάστες οργανώθηκαν στις νέες τους πατρίδες, δημιουργώντας δίκτυα αλληλοβοήθειας που εξασφάλιζαν εργασία, στέγη και στήριξη στους νεοαφιχθέντες. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι Μαρμαρινοί της Καλιφόρνιας. Με καταγωγή από το νησί του Μαρμαρά στην Προποντίδα, οι μετανάστες δημιούργησαν στο Λος Αντζελες μια κοινότητα που διατήρησε επί δεκαετίες τους δεσμούς της με τον τόπο καταγωγής.
Το 1909 ιδρύθηκε η Αγαθοεργός Αδελφότητα Αφθόνης των Μαρμαρινών, με αρχικό σκοπό την ενίσχυση του τόπου καταγωγής τους. Στη συνέχεια, η δράση της συνδέθηκε και με την υποστήριξη οικογενειών που είχαν εγκατασταθεί στην Αμερική, καθώς και με την οικονομική ενίσχυση προσφύγων στην Ελλάδα μετά το 1922. Η ιστορία αυτής της κοινότητας διασώζεται και μέσα από την οικογένεια του δρος Τζιμ Δημητρίου, ο οποίος έχει συνεισφέρει στο ερευνητικό πρόγραμμα οικογενειακές αναμνήσεις και φωτογραφικό υλικό. Ο παππούς του είχε ανοίξει ήδη από το 1904 στο Λος Αντζελες το Acropolis Café, ένα από τα πρώτα ελληνικά καφενεία της πόλης, ενώ οι γονείς του υπήρξαν μέλη της οργάνωσης των Μαρμαρινών.

Η ανασύνθεση αυτών των κοινοτήτων αποτελεί και έναν από τους επόμενους στόχους του προγράμματος. Πέρα από τις διαδρομές προς την Αμερική, η ομάδα προετοιμάζει δύο ακόμη χαρτογραφικές ενότητες: μία για τους ελληνικούς οικισμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μία για τις γειτονιές όπου εγκαταστάθηκαν οι μετανάστες στις ΗΠΑ. «Τα επίσημα έγγραφα μπορούν να δείξουν πότε κάποιος πέρασε από τη νήσο Ελις και πού δήλωσε ότι θα εγκατασταθεί. Οι οικογενειακές μαρτυρίες, όμως, φωτίζουν όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν: ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ταξιδέψουν μαζί, οικογένειες που αναζητούσαν τους δικούς τους, γυναίκες που δεν έπαψαν να ετοιμάζουν τη βαλίτσα της επιστροφής», καταλήγει ο ερευνητής.