Κυθήριοι πρωτοστάτησαν στην αναγέννηση του Πειραιώς και των Αθηνών
Νικόλαος Π. Γλυτσός, Ph.D.(USA) Ερευνητής Οικονομολόγος
Πληθώρα αφηγήσεων και αναλύσεων, μεταξύ αυτών και πολλές δικές μου, καταγίνονται με την εξωτερική μετανάστευση των Κυθηρίων, εστιάζοντας την συζήτηση, πρώτο, στην αποκατάσταση των αποδήμων στην ξενιτιά και δεύτερο, στα οφέλη που προσπορίζουν στο νησί, αλλά και τις ζημιές που συνεπάγεται η απουσία τους.
Για να συμπληρωθεί όμως η γενική εικόνα της διασποράς των Κυθηρίων χρειάζεται να συζητηθεί και η εσωτερική μετακίνηση προς την λοιπή Ελλάδα, κατ’ εξοχήν τον Πειραιά και την Αθήνα που παραδοσιακά κατευθύνονται οι Κυθήριοι. Πολλώ δε μάλλον, όταν είναι παλαιόθεν γνωστό, ότι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό Κυθηραική παροικία, μετά την Σμύρνη, ήταν ο Πειραιάς [1].
Αυτή η διασπορά θα αποτελέσει σήμερα το αντικείμενο της ανάλυσης, και μάλιστα με μια τελείως διαφορετική οπτική από εκείνη για την εξωτερική μετανάστευση. Αντί για την αναζήτηση του καλού ή του κακού που έκαναν οι μετανάστες του εξωτερικού στο νησί, θα επικεντρωθούμε στην αναζήτηση του καλού που έκαναν οι Κυθήριοι μέτοικοι στον Πειραιά και την Αθήνα. Στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξαν στην σύγχρονη αναβίωση των δύο πόλεων και ιδίως στα πρώιμα χρόνια της ανάπτυξής τους.
Πριν προχωρήσουμε, ας δούμε, εκ προοιμίου, τα σχετικά αριθμητικά δεδομένα των τριών μερών, τα οποία αποτελούν την βάση της ανάλυσης που ακολουθεί. Όταν η Αθήνα επιλέγει, το 1834, ως πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου ήταν ένα «μεγάλο χωριό», περίπου 7.000 κατοίκων, ενώ την ίδια εποχή ο Πειραιάς ήταν ένας σχεδόν έρημος τόπος με 300 κατοίκους και τα Κύθηρα, με την μακραίονα ιστορία τους, είχαν πληθυσμό 12.781 ατόμων (1836).
Η μετακίνηση των Κυθηρίων στα δύο αυτά σημεία της Αττικής γης, ξεκίνησε περίπου με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, και την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας αυτού. Όταν δε άρχισε ο μετοικισμός του Πειραιά, οι Κυθήριοι ήταν οι πρώτοι που κατοίκησαν στις έρημες ακτές του, χτίζοντας τα μισά περίπου από τα πρώτα καλυβόσπιτα του χωριού.
Η απογραφή του 1836 κατέγραψε 1.071 κατοίκους στον Πειραιά, ενώ 12 χρόνια αργότερα, λόγω της συρροής μεταναστών από την λοιπή Ελλάδα, ο πληθυσμός του πενταπλασιάστηκε, φθάνοντας το 1848, τους 5.279 κατοίκους, μεταξύ αυτών και 32 Κυθήριοι, οι οποίοι το 1856 αυξήθηκαν σε 116 , μέσης ηλικίας 27,5 ετών, ενώ από τα υπόλοιπα Επτάνησα, απογράφτηκαν συνολικά 50 άτομα [2].
Στην συνέχεια, η απογραφή του 1879 κατέγραψε 350 Κυθήριους σε ένα πληθυσμό 21.618 του Πειραιά. Με άλλα λόγια, στην τριακονταετία, ο πληθυσμός του Πειραιά τετραπλασιάστηκε και οι Κυθήριοι μέτοικοι ενδεκαπλασιάστηκαν, αποτελώντας το 1,6% του συνολικού πληθυσμού. Του λοιπού, μέχρι το κλείσιμο του 19ου αιώνα, οι Κυθήριοι μετανάστες αυξάνονταν με γρήγορους ρυθμούς, όπως τούτο συνάγεται από το γεγονός, ότι στους εκλογικούς καταλόγους του 1895, ήταν εγγεγραμμένοι 700 Κυθήριοι.
Γράφοντας το 1894 για τον καταλυτικό ρόλο των Κυθηρίων στην θεμελίωση της οικονομίας του Πειραιά, ο Γεώργιος Π. Κορωναίος επισημαίνει ότι οι Κυθήριοι που ήταν, όπως είδαμε, από τους πρώτους που μετοίκησαν, ασχολούμενοι με το εμπόριο και την βιομηχανία «κατώρθωσαν νά άποτελώσι σήμερον την πολυαριθμοτέραν και Ισχυροτέραν τών έν ΠειραιεΙ παροικιών. Τά κεντρικώτερα έν τη Τρούμπα και παρά τό Τελωνείον και άλλαχού Καφφενεία, τά μεγαλείτερα ΟΙνοπωλεΙα, ουκ όλίγα έμπορικά και βιομηχανικά καταστήματα άνήκουσιν εις Κυθήριους [….] άναδειχθέντας καί καταλαβόντας έπιζήλους έν τή κοινωνία τοϋ Πειραιώς θέσεις». Αναφέρει ειδικώς, τον «αοίδιμο» Νικήτα Τζάνε, που ίδρυσε το Τζάνειον Νοσοκομείο και το Ορφανοτροφείο, όπως και τον βιομήχανο και ευεργέτη των Κυθηρίων Ευστάθιο Δηλαβέρη [3].
Με αυτόν τον αέρα της οικονομικής επικράτησης, οι Κυθήριοι του Πειραιά δεν άργησαν να δημιουργήσουν και το σωματείο τους, για την στενότερη σύνδεση των συμπατριωτών και την ενδυνάμωση της ισχύος της παροικίας, προς εξυπηρέτηση των εκεί εργαζομένων και διαβιούντων. Με πρωτοβουλία και καθοδήγηση του Ευστάθιου Δηλαβέρη ιδρύθηκε, το 1899, η «Κυθηραϊκή Αδελφότης Πειραιώς-Αθηνών», με πρώτο πρόεδρο και πρώτο και σημαντικό χορηγό τον ίδιο, προσφέροντας 5.000 δραχμές με τις οποίες αγοράστηκε ακίνητο για την στέγαση της Αδελφότητας.
Υπό αυτές τις συνθήκες της οικονομικής ισχύος και της συναδελφικής οργάνωσης, οι Κυθήριοι του Πειραιώς ασκούσαν και σημαντική πολιτική επιρροή. Όπως είδαμε, περίπου 700 ήταν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Πειραιώς, σε ένα σύνολο 10.518 εγγεγραμμένων (στις δημοτικές εκλογές του 1895).
Περαιώνοντας την συζήτηση για τον Πειραιά, υπό μορφή γενικού συμπεράσματος, μπορεί να καταχωρηθεί η εκτίμηση ότι «οι Κυθήριοι συνέβαλαν ουσιαστικά και αποφασιστικά στη δημιουργία της νεότερης πόλης του Πειραιά σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα » [2]. Σήμερα, στην μεγάλη πια πόλη και πρώτο λιμάνι της χώρας, οι απόγονοι των παλιών θεμελιωτών του Πειραιά Κυθήριοι αριθμούν, κατά μία εκτίμηση, 7.000 άτομα, όταν ο πληθυσμός των Κυθήρων ανέρχεται σήμερα σε 3.644 άτομα.
Αρχίζοντας την ανάλυση για την Αθήνα, να σημειώσουμε εκ προοιμίου, ότι, σε αντίθεση με τον Πειραιά, η πληροφόρηση σχετικά με την μετακίνηση και την δράση των Κυθηρίων, στα πρώτα χρόνια της αναβίωσης των Αθηνών, είναι πολύ περιορισμένη. Δεν γνωρίζουμε ούτε τον ακριβή αριθμό των Κυθηρίων που ζούσαν εκεί την πρώιμη περίοδο της αφήγησής μας. Μόνο μια αμυδρή ιδέα μας δίνει πολύ μεταγενέστερη εκτίμηση του 1931, κατά την οποία οι μετοικήσαντες Κυθήριοι, ομού στην Αθήνα και τον Πειραιά, ανέρχονταν σε 5.000 περίπου [4]. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι σημερινές εκτιμήσεις αναβιβάζουν τον πληθυσμό των Κυθηρίων της Αθήνας σε 5.000 άτομα.
Παρ’ όλα αυτά, όπως καταγράφεται στις αρχές του 20ου αιώνα, σημαντική ήταν η επίδραση των μετοίκων Κυθηρίων, στην αναβίωση και την ανάπτυξη της πόλεως των Αθηνών, η οποία αριθμούσε τότε (1907) 167.479 κατοίκους. Όπως αναφέρει ο Κυθηραϊκός Τύπος, «Εν Αθήναις πολλοί εύρίσκονται Κυθήριοι […] διακεκριμένην κατέχοντες θέσιν εν ταίς επιστήμαις, την Βιομηχανίαν, το Έμπόριον και ολους έν γένει τούς κλάδους, τά μέγιστα εΰδοκιμούντες» [1].
Η διεισδυτική επιρροή της Κυθηραϊκής παροικίας στην οικονομία της μικρής τότε Αθήνας, είναι φανερή από την αναφορά περί της «κατάληψις» του κέντρου των Αθηνών (των Χαυτείων) από τους Κυθήριους, διατυπωμένη το 1912 ως εξής: “Μετά τό ύπερλαμπρον καί υψιρρεφές Μέγαρον τών κ. κ. ‘Αδελφών I. Τριφύλλη, ένθα τά «Ηνωμένα Βουστάσια» κτλ. ιδού παρακάτω ή «’Ακρόπολις» είς το κέντρο, τό “λαμπρόν καί αρχαίον Έστιατόριον του κ. Γ. Κορωναίου. Περαιτέρω δε είς την άρχήν τής όδού Θεμιστοκλέους τό περίλαμπρον «Συντριβανι» τού κ. Παν. Τριφύλλη μέγα κέντρον τών καλοφαγάδων. Τέλος έν, τι όδώ Αιόλου ή όντως άφθονος «Αφθονία» άνιδρυθεισα υπό του φιλοπροόδου κ. Δ. Κορωναίου, απαστράπτουσα έκ καθαριότητος καί πλούσια είς φαγητά μέ άφθονον ποικιλίαν καί πρόθυμον περιποίησιν. ‘Αληθής κατάληψις τών Χαυτρείων ύπό τών Κυθηρίων!” [5].
Παρά την έντονη αυτή παρουσία των Κυθηρίων στην οικονομική ζωή της Αθήνας, εν δράσει κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, καθυστέρησε πολύ η οργάνωσή τους σε σωματείο, μέχρι την ίδρυση, το 1924, του «Κυθηραϊκού Συνδέσμου Αθηνών». Ίσως στην αργοπορία αυτή να συνετέλεσε και το γεγονός ότι οι Κυθήριοι των Αθηνών καλύπτονταν από την κατά 25 χρόνια παλαιότερη Κυθηραική Αδελφότητα Πειραιώς-Αθηνών.
Συμπερασματικά, το άρθρο αυτό έδειξε την σπάνια, τουλάχιστον για τα Ελληνικά δεδομένα, περίπτωση, όπου ένα μικρό νησί, με μακραίονα όμως ιστορία και 12.000 φτωχούς κατοίκους, κατάφερε το ακατόρθωτο. Θεμελίωσε την αναβίωση και συνέβαλε ουσιαστικά στην διαμόρφωση του βασικού οικονομικού ιστού της μεγαλύτερης σήμερα πόλης, της πρωτεύουσας, και του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας, ανασύροντάς τα από την ανυπαρξία σχεδόν 200 χρόνια πριν.
Αναφορές
[1] Κυθηραική Επετηρίς, 1909
[2] Μπαφούνη Ευαγγελία, «Επιχειρηματικά δίκτυα και οικογενειακές στρατηγικές στον Πειραιά: Η περίπτωση της οικογένειας Δηλαβέρη (1850-1932)», Διδακτορική Διατριβή, 2021
[3] Η Φωνή των Κυθήρων, 1.1.1894)
[4] Κυθηραική, 2.2.1931
[5] Κυθηραική Επετηρίς, 1912-1913
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Απριλίου 2026