Καύσωνας: Τρεις λόγοι για τους οποίους βράζει η Ευρώπη
Η Δυτική Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ακόμη σφοδρό κύμα καύσωνα, το οποίο οι επιστήμονες θεωρούν προάγγελο όσων επιφυλάσσει η υπερθέρμανση του πλανήτη για τη Γηραιά Ηπειρο, την ώρα που η κλιματική αλλαγή υποχωρεί ολοένα περισσότερο μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων
Οι μετεωρολόγοι είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως: την τέταρτη εβδομάδα του Ιουνίου, λίγο μετά το θερινό ηλιοστάσιο, επρόκειτο να καταρριφθούν ακόμη περισσότερα ρεκόρ θερμοκρασιών για τον συγκεκριμένα μήνα σε αρκετές χώρες. Η Γαλλία προετοιμαζόταν –όσο και όπως μπορούσε– για θερμοκρασίες πάνω από 43 βαθμούς Κελσίου υπό σκιάν, ενώ στην Ισπανία ο υδράργυρος θα έφτανε ακόμη και τους 45°C. Σε περιοχές της Βρετανίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας οι θερμοκρασίες θα προσέγγιζαν τους 40 βαθμούς –με το καλοκαίρι να βρίσκεται ακόμα στην αρχή του. Και στο Βέλγιο ο επικεφαλής της εθνικής μετεωρολογικής υπηρεσίας έκανε λόγο για «τη θερμότερη εβδομάδα που έχει καταγραφεί ποτέ» στη χώρα.
Εξαιρετικά ζεστές, όμως, θα ήταν και οι νύχτες σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, με τις θερμοκρασίες να μην πέφτουν κάτω από τους 25 βαθμούς. Η απουσία δροσιάς ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας εντείνει το λεγόμενο θερμικό στρες, δηλαδή τη συσσώρευση θερμότητας στον οργανισμό, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας ή ακόμη και θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ των ηλικιωμένων και άλλων ευάλωτων ομάδων: κατά τη διάρκεια της τελευταίας τετραετίας εκτιμάται ότι περίπου 200.000 άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουν χάσει τη ζωή τους από αιτίες που σχετίζονται με την υπερβολική ζέστη. Οσον αφορά τις αιτίες του φαινομένου, οι ειδικοί επισημαίνουν τρεις βασικούς παράγοντες, τους οποίος παρουσιάζει σε δημοσίευμά του το Politico.
- Τα ορυκτά καύσιμα
Είναι αλήθεια πως οι καύσωνες αποτελούν διαχρονικό χαρακτηριστικό των καλοκαιριών στο βόρειο ημισφαίριο. Ωστόσο η μέση θερμοκρασία του πλανήτη έχει αυξηθεί κατά περίπου 1,4°C από τότε που ο άνθρωπος άρχισε να χρησιμοποιεί ορυκτά καύσιμα, απελευθερώνοντας στην ατμόσφαιρα αέρια που εντείνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Αυτό είχε ως συνέπεια να ανέβει αισθητά η «βάση» με την οποία μετρούνται οι καλοκαιρινές θερμοκρασίες. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, κάθε νέο κύμα καύσωνα τείνει να είναι θερμότερο από το προηγούμενο και πιο πιθανό να εκδηλωθεί.
Οπως εξήγησε, μιλώντας στο Politico η Μιρέγια Χίνεστα, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με ειδίκευση στην ανάλυση των επιπτώσεων της υπερθέρμανσης του πλανήτη, η κλιματική αλλαγή μπορεί να μην προκάλεσε άμεσα τον λεγόμενο θερμικό θόλο (το μετεωρολογικό φαινόμενο κατά την εκδήλωση του οποίου θερμές αέριες μάζες εγκλωβίζονται πάνω από μια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα). Ομως αυξάνει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργούν τα καιρικά συστήματα. «Σε ένα ψυχρότερο κλίμα αυτό το κύμα καύσωνα θα ήταν λιγότερο έντονο», είπε.
Η Ευρώπη είναι επίσης η ήπειρος που θερμαίνεται ταχύτερα στον κόσμο, εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων, όπως η σχετική εγγύτητά της στην Αρκτική και οι μεταβολές στα περιφερειακά καιρικά πρότυπα. Και όσο η μέση θερμοκρασία του πλανήτη αυξάνεται, έστω και κατά κλάσματα του βαθμού, τα κύματα καύσωνα θα καθίστανται ολοένα πιο ακραία. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι εάν η υπερθέρμανση του πλανήτη φτάσει περίπου τους 3°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, οι θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη στην Ευρώπη θα μπορούσαν να διπλασιαστούν ή και να τριπλασιαστούν σε σύγκριση με ένα σενάριο αύξησης της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας κατά 1,5°C.
- Οι ανεπαρκείς υποδομές
Ομως το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις θερμοκρασίες που καταγράφονται σε εξωτερικούς χώρους, καθώς οι Ευρωπαίοι περνούν περίπου το 90% του χρόνου τους σε εσωτερικούς χώρους – σε σπίτια, καταστήματα, σχολεία, γραφεία και μέσα μεταφοράς.
Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, ιδιαίτερα στα βόρεια της ηπείρου, τα κτίρια έχουν σχεδιαστεί για να συγκρατούν τη θερμότητα, όχι για να την αποβάλλουν. Ακόμη και σήμερα πολλές νέες κατοικίες κατασκευάζονται με γνώμονα την αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, όχι στα ολοένα θερμότερα καλοκαίρια. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, όπως προειδοποιεί η ειδική επιτροπή αρμόδια για την κλιματική αλλαγή, το 92% των κατοικιών είναι πιθανό να αντιμετωπίζει προβλήματα υπερθέρμανσης έως το 2050.
Ζήτημα για την Ευρώπη αποτελεί επίσης το γεγονός πως η χρήση κλιματισμού παραμένει περιορισμένη: μόλις περίπου ένα στα πέντε νοικοκυριά στην ήπειρο διαθέτει κάποιο σύστημα κλιματισμού. Αλλά ακόμη και όσοι έχουν κλιματιστικό, ενδέχεται να μην μπορούν να το χρησιμοποιούν όσο χρειάζεται. Περισσότεροι από ένας στους τρεις Ευρωπαίους δηλώνουν ότι αδυνατούν να διατηρούν το σπίτι τους επαρκώς δροσερό λόγω του κόστους, ενώ ο λόγος αυτός αυξάνεται σε περίπου δύο στους τρεις μεταξύ των οικονομικά πιο ευάλωτων πολιτών.
Επαρκή συστήματα κλιματισμού δεν διαθέτουν επίσης γραφεία, σχολεία και μέσα μαζικής μεταφοράς σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η ακραία ζέστη και η έλλειψη επαρκών συστημάτων ψύξης οδήγησαν στο προσωρινό κλείσιμο περισσότερων από 800 σχολείων αυτή την εβδομάδα. Και στο Βέλγιο, όπου το 20% των τρένων δεν διαθέτει κλιματισμό, η εθνική σιδηροδρομική αρχή αναγκάστηκε να ακυρώσει δρομολόγια κατά τις ώρες αιχμής.
- Οι διαφορετικές προτεραιότητες της πολιτικής
Οι κυβερνήσεις διαθέτουν εργαλεία και για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και για την προστασία των πολιτών, των υποδομών και της οικονομίας από τις επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων. Ωστόσο, παρότι οι καύσωνες καθίστανται ολοένα πιο έντονοι και πιο συχνοί, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης τείνει, πλέον, να μην συγκαταλέγεται μεταξύ των κύριων προτεραιοτήτων πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Παρότι τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο φιλόδοξων στον κόσμο, τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις εστιάζουν περισσότερο στην αναζωογόνηση της βιομηχανικής παραγωγής, χαλαρώνοντας την εφαρμογή κλιματικών πολιτικών που εκτιμάται πως επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μάλιστα πέρυσι καταγράφηκε μικρή αύξηση των εκπομπών, το οποίο αποτελεί ένδειξη επιβράδυνσης της όποιας προόδου, όσον αφορά την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Στη Βρετανία η διακομματική συναίνεση για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης έχει υποχωρήσει σημαντικά, αν και η κυβέρνηση των Εργατικών συνεχίζει να αντιστέκεται στις πιέσεις για επέκταση των εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα.
Πάντως είναι γεγονός πως τόσο στην Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και στη Βρετανία, οι πολιτικές προσαρμογής στις αναπόφευκτες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, περιλαμβανομένων των καυσώνων, υστερούν σημαντικά σε σχέση με τις πολιτικές μείωσης των εκπομπών.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος δηλώνει ότι η ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της δεν λαμβάνουν επαρκή μέτρα για την προστασία των πολιτών από τις ακραίες θερμοκρασίες. Χαρακτηρίζει επίσης τον κίνδυνο θερμικού στρες για τον γενικό πληθυσμό ως «κρίσιμο» ήδη κατά την τρέχουσα δεκαετία και προειδοποιεί ότι από τα μέσα του αιώνα και μετά ενδέχεται να λάβει «καταστροφικές» διαστάσεις.
Παρομοίως η επιτροπή για την κλιματική αλλαγή της Βρετανίας έχει επίσης χαρακτηρίσει ως ανεπαρκείς τις σχετικές προσπάθειες που καταβάλλονται, ενώ αυτές τις ημέρες η δεξαμενή σκέψης Green Alliance επισήμανε ότι οι Βρετανοί «πληρώνουν το τίμημα» της αποτυχίας της κυβέρνησης να προετοιμάσει τη χώρα για τις ολοένα υψηλότερες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
«Αυτή τη στιγμή, παιδιά δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν τις εξετάσεις τους σε αίθουσες που βράζουν, ενώ οι ηλικιωμένοι υπομένουν επικίνδυνα ζεστά σπίτια και δομές φροντίδας χωρίς ουσιαστική ανακούφιση», δήλωσε η Φριντερίκε Οτο, καθηγήτρια στο Imperial College του Λονδίνου με ειδίκευση στην κλιματολογία.
«Αυτή η ζέστη δεν είναι απλώς μια ενόχληση· αποτελεί μια εντεινόμενη απειλή για τη δημόσια υγεία», πρόσθεσε. «Κάθε κύμα καύσωνα θέτει ζωές σε κίνδυνο και έχει περάσει προ πολλού ο καιρός για την αντιμετώπιση του προβλήματος με την απαιτούμενη σοβαρότητα».