Η μεταρρύθμιση του νερού: Γιατί η αναβάθμιση ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ είναι μια αναγκαία τομή
Κωνσταντίνος Χαροκόπος
Το παραμύθι της «ιδιωτικοποίησης» του νερού, μαζί με το «ξεπούλημα» των αρχαίων μνημείων και τα «τσιπάκια» των νέων ψηφιακών ταυτοτήτων, αποτελούν τις τελευταίες μάχες οπισθοφυλακής που δίνει η ψεκασμένη και ξεπερασμένη Ελλάδα απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα.
Η ιδεοληπτική εμμονή, η λατρεία του κρατισμού και η αντίδραση στην αποκαθήλωση των κεκτημένων και παγιωμένων στρεβλώσεων, όρθωσαν τις τελευταίες ημέρες την αντίσταση τους και εντός της Βουλής, απέναντι σε μια κορυφαία μεταρρύθμιση, η οποία ομολογουμένως άργησε πολύ να έρθει στην χώρα μας.
Η αλήθεια είναι ότι έχουμε μια θεσμική αναβάθμιση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, οι οποίες αναλαμβάνουν πλέον τη διαχείριση της ύδρευσης, της αποχέτευσης και της άρδευσης σε δεκάδες περιοχές που μέχρι σήμερα εξυπηρετούνταν από μικρούς, κατακερματισμένους και αναποτελεσματικούς τοπικούς φορείς. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση με σαφή τεχνοκρατική λογική. Αφού αντικαθιστά έναν αναποτελεσματικό χάρτη 700 και πλέον οργανισμών με δύο ισχυρές, εξειδικευμένες εταιρείες, θέτοντας επιτέλους τη διαχείριση ενός στρατηγικού εθνικού πόρου, όπως είναι το νερό, σε επιστημονική – τεχνοκρατική και όχι σε αποσπασματική βάση.
Ποια είναι η πραγματικότητα που καλείται να λύσει η μεταρρύθμιση στο χώρο του νερού;
Η χώρα μας είναι 19η στον κόσμο στον κίνδυνο αντιμετώπισης λειψυδρίας. Και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα 27 κράτη – μέλη είμαστε δεύτεροι μετά την Κύπρο σε πιθανότητα αντιμετώπισης υδατικού «στρες».
Κατά μέσο όρο το μοντέλο των 735 διαφορετικών οργανισμών διαχείρισης νερού στη χώρα μας, χάνει τις 5 με 6 σταγόνες από τις 10 που διαχειρίζεται. Την ίδια στιγμή που σε άλλες χώρες όπως για παράδειγμα στο Ισραήλ και στη Σιγκαπούρη, αξιοποιείται η κάθε σταγόνα νερού, δυο και τρεις φορές, μέσω της επαναχρησιμοποίησης της. Δηλαδή, όχι μόνο δεν έχουν απώλειες, αλλά καλύπτουν τις επιπλέον ανάγκες τους, μέσω της «ανακύκλωσης» του χρησιμοποιημένου νερού.
Η διάγνωση του προβλήματος δεν είναι ιδεολογική. Είναι αριθμητική. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα πάνω από 700 ξεχωριστούς φορείς διαχείρισης νερού όπως ΔΕΥΑ, ΤΟΕΒ, δημοτικές υπηρεσίες, καθέναν με το δικό του προσωπικό, τον δικό του εξοπλισμό, τη δική του τεχνογνωσία ή, συχνότερα, με την απουσία τεχνογνωσίας.
Ένα τέτοιο μοντέλο κατακερματισμού δεν μπορεί να αποτελεί σχέδιο για το μέλλον. Οι συνέπειες αυτού του κατακερματισμού δεν είναι θεωρητικές. Έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις όπου η απουσία σχεδιασμού σε μικρούς οργανισμούς οδήγησε σε εισχώρηση παθογόνων μικροοργανισμών στο πόσιμο νερό λόγω ανύπαρκτου αποχετευτικού δικτύου, καθώς και σε αυξημένες συγκεντρώσεις ουρανίου και φθορίου από ανεξέλεγκτη υπεράντληση γεωτρήσεων. Αυτά δεν είναι απλά διαχειριστικά ατοπήματα, αλλά απτά και αναμενόμενα αποτελέσματα ενός συστήματος οργανισμών χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, χωρίς ενιαίο έλεγχο και χωρίς πρόληψη.
Όλοι όσοι αρνούνται τη μεταρρύθμιση, στην πραγματικότητα επιλέγουν να διατηρήσουν τα πεπαλαιωμένα δίκτυα και τις εκτεταμένες διαρροές, καθώς δεν ενδιαφέρονται για το συμφέρον των χρηστών του νερού, αλλά για τη διαιώνιση της παγιωμένης στρέβλωσης και τη διατήρηση των μικροσυμφερόντων που στοιβάζονται πίσω από τη διάσπαρτη ανευθυνότητα των οργανισμών αυτών.
Η τεχνοκρατική λογική της μεταρρύθμισης
Είναι σημαντικό ότι η κυβέρνηση τοποθετεί τη μεταρρύθμιση ρητά στο πλαίσιο της χρηστής διακυβέρνησης. Μιας προτεραιότητας που συμμερίζονται τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και ο ΟΗΕ. Παράλληλα η έκθεση και η στρατηγική για την ανθεκτικότητα των υδάτων, που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον ΟΗΕ, θέτει σαν βασική προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του κατακερματισμού
Η Ελλάδα δεν πάει να ανακαλύψει εκ νέου τον τροχό. Στην Ολλανδία, λειτουργούσαν παλαιότερα 2.650 περιφερειακές αρχές διαχείρισης υδάτων. Σήμερα λειτουργούν 24. Η Σκωτία είχε 210 φορείς ύδρευσης, συγχωνεύτηκαν σε 13 περιφερειακά συμβούλια, μετά από 13 έγιναν 3 και από 3 έγιναν 1. Το ίδιο γίνεται παντού με τον ΟΟΣΑ να καταγράφει σαν αποτέλεσμα την εξοικονόμηση λειτουργικών δαπανών πάνω από 40%.
Το σκεπτικό πίσω από την επιλογή της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ ως πυλώνων του νέου συστήματος είναι καθαρά τεχνοκρατικό και οικονομικό. Πρόκειται για τις δύο μεγαλύτερες και πλέον καταρτισμένες εταιρείες ύδρευσης-αποχέτευσης της χώρας, με αποδεδειγμένη ικανότητα διαχείρισης μεγάλων υποδομών, με οικονομική επάρκεια και με τεχνογνωσία που απλά δεν μπορεί να αναπτύξει μια μικρή δημοτική επιχείρηση δεκάδων υπαλλήλων. Εταιρείες που διαθέτουν ήδη οικονομίες κλίμακας, χρηματοοικονομική επάρκεια, και πρόσβαση σε χρηματιστηριακά θεσμικά κεφάλαια.
Η λογική των οικονομιών κλίμακας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια της ακαδημαϊκής διοικητικής επιστήμης. Και στην περίπτωση του νερού μεταφράζεται άμεσα σε τρία συγκεκριμένα οφέλη:
1.Αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των διαρροών. Οι ενοποιημένοι φορείς με τεχνικό προσωπικό, με σύγχρονο εξοπλισμό παρακολούθησης, διάγνωσης εντοπισμού βλαβών και με συστηματικό προγραμματισμό συντήρησης μπορούν να επενδύσουν σε αντικατάσταση δικτύων με τρόπο που κανένας μεμονωμένος οργανισμός δεν διαθέτει ούτε τους πόρους, αλλά ούτε και το τεχνολογικό βάθος να κάνει.
2.Απορρόφηση ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Η πρόσβαση σε ευρωπαϊκά προγράμματα και κονδύλια απαιτεί τεχνική επάρκεια, ωριμότητα μελετών και διοικητική ικανότητα υλοποίησης μεγάλων έργων. Δηλαδή ακριβώς αυτό που διαθέτουν πλέον σήμερα η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ, αλλά στερούνται οι δεκάδες μικρές δομές, με αποτέλεσμα να χάνονται σήμερα διαθέσιμα κονδύλια.
3.Δημοσιονομική εξυγίανση. Το κράτος αναλαμβάνει να καλύψει τουλάχιστον το 75% των οφειλών των εντασσόμενων οργανισμών προς τους παρόχους ενέργειας με ένα συνολικό κονδύλι 200 εκατομμυρίων ευρώ. Κλείνοντας τρύπες και απενεργοποιώντας το παράδοξο των χρεών ανάμεσα σε φορείς και οργανισμούς, που στο τέλος καλύπτονται από τους φορολογούμενους.
Το αφήγημα της «ιδιωτικοποίησης» δεν αντέχει
Το σύνολο της αντιπολίτευσης έχει επιχειρήσει να χαρακτηρίσει την μεταρρύθμιση ως έμμεση «ιδιωτικοποίηση», επικαλούμενη τη μετοχική συμμετοχή ιδιωτικών ομίλων στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.
Στην ΕΥΔΑΠ το Δημόσιο κατέχει το 50% συν 1 μετοχή, η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (Υπερταμείο) το 11,33%, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ το 12,76%, η Paulson & Co το 10%, διάφοροι θεσμικοί επενδυτές όπως Vanguard, Norges Bank Investment Management και BlackRock με λιγότερο από 2% ο καθένας και το υπόλοιπο ποσοστό βρίσκεται διασκορπισμένο στο ευρύ επενδυτικό κοινό.
Στην ΕΥΑΘ το Δημόσιο κατέχει το 50% συν 1 μετοχή, η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (Υπερταμείο) το 19,02%, η Veolia (μέσω της θυγατρικής Vigie Groupe) το 5,46% και το υπόλοιπο 25,52% βρίσκεται στα χέρια θεσμικών και ιδιωτών επενδυτών.
Όπως διαπιστώνουμε το επιχείρημα αυτό, παραβλέπει ότι πρόκειται για εισηγμένες εταιρείες με σαφή δημόσιο έλεγχο, αφού η πλειοψηφία παραμένει στο Δημόσιο. Παραβλέπει επίσης ότι η αδιαφάνεια και τα διαχειριστικά προβλήματα εντοπίζονται ακριβώς στο κατακερματισμένο μοντέλο των τοπικών φορέων, αρκετοί εκ των οποίων έχουν βρεθεί στο επίκεντρο εισαγγελικών ερευνών. Και όχι στις δύο μεγάλες, εποπτευόμενες και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εταιρείες.
Αντιθέτως, η ενοποίηση, που προβλέπεται από τη μεταρρύθμιση, ενισχύει τη διαφάνεια, καθώς θέτει τη διαχείριση κάτω από ενιαίους κανόνες λογοδοσίας και εταιρικής διακυβέρνησης αντί για εκατοντάδες αυτόνομες δομές που εποπτεύονται και ελέγχονται δύσκολα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεταρρύθμιση δεν είναι μια απλή συγχώνευση στην
«κορυφή», αλλά συνοδεύεται και από μια σειρά θεσμικών εγγυήσεων που διασφαλίζουν την ομαλή μετάβαση στο νέο επιχειρησιακό περιβάλλον. Έτσι το προσωπικό που εντάσσεται στους δυο πυλώνες, θα λαμβάνει τις ίδιες αποδοχές με το μόνιμο προσωπικό ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, ενώ καθιερώνεται μόνιμο όριο 40 χιλιομέτρων στις τοποθετήσεις ώστε οι εργαζόμενοι να παραμένουν κοντά στις περιοχές τους. Την ίδια \ στιγμή η αντιπολίτευση οδύρεται για την προστασία των εργαζομένων που περνάνε στα «χέρια των ιδιωτών».
Πάντως, οι υπερασπιστές του «δωρεάν» δημόσιου νερού, φαίνεται πως ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου δεν υπάρχει νερό που πωλείται με κέρδος όπως είναι το εμφιαλωμένο νερό, όπως είναι το νερό των υδροφόρων πλοίων, ή των «νερουλάδων» στα νησιά που πωλούν νερό από πηγάδια ή ιδιωτικές στέρνες. Σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου δεν υπάρχει κατάχρηση των υδάτινων πόρων με την αγροτική παραγωγή να απορροφά μέσω αλόγιστης σπατάλης το 85% του νερού της χώρας μας, ενώ η συμμετοχή της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής στο ΑΕΠ, βρίσκεται μόλις στο 3,2%.
Σκοπός η προστασία ενός φυσικού πόρου για το παρόν και το μέλλον
Επομένως, η αναβάθμιση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ αποτελεί μια μεταρρύθμιση βασισμένη σε τεχνοκρατικά κριτήρια αποτελεσματικότητας, οικονομιών κλίμακας, επιστημονικού σχεδιασμού, τεχνολογικού υπόβαθρου και όχι σε ιδεολογικές επιλογές. Απαντά με συγκεκριμένο και μετρήσιμο τρόπο σε ένα σύστημα που για δεκαετίες παρήγαγε διαρροές, χρέη και ανομοιόμορφη και επισφαλή ποιότητα υπηρεσιών.
Σκοπός είναι η υπεύθυνη, σύγχρονη και ολοκληρωμένη εθνική πολιτική για το νερό. Που δεν αναιρεί τον δημόσιο χαρακτήρα του, που εξασφαλίζει πρόσβαση για όλους και που θα βοηθήσει στην εξοικονόμηση του φυσικού μας πόρου, μέσω επενδύσεων στις υποδομές, στην αποτελεσματικότητα και στη διαφάνεια. Διότι μόνο έτσι μπορούμε να προστατεύσουμε και να διασφαλίσουμε αυτόν τον πολύτιμο φυσικό πόρο, που ανήκει σήμερα σε όλους μας, και αύριο στα παιδιά μας και τα εγγόνια μας.