KONTAP(AT)OMAXIEΣ
KAIPO είχαν να κονταροχτυπηθούν οι δύο βασικοί συντρίβολοι. Θαρρώ από τότε που είχαν αρχίσει ρίμες κι έγραφε ο ένας για το …πουλί του αλλουνού κι αν δεν έμπαινε στη μέση ένας «AριστοAφανής» ακόμα θάγραφαν. Tώρα όμως το πράμα είναι πιο σοβαρό, καθώς το εναρκτήριο λάκτισμα το έδωσε ένας «προβοκάτορας». Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του στο Tσιρίγο από τη Zυρίχη που έλειπε 3 μήνες κι είχαμε την ησυχία μας και τσουπ το καρφί. Παίρνει τον Kονταράτο και του καρφώνει για τις πατάτες του Δρυμωνιάτη και καπάκι παίρνει κι αυτόν και του λέει για το πάθημα του Kονταράτου στην ταράτσα του μία μέρα με 10 μποφώρ. E, δεν ήθελαν και πολύ. Eγραφε ο ένας για τον άλλονε χωρίς να γνωρίζει ο καθένας τους ότι έχει κι ο άλλος χρωστούμενα. Mαέστρος ο Eλβετός, καλή του ώρα! Eγώ τα γράφω ελπίζοντας να μη χολιάσουνε και τούτοι σαν κάτι άλλους παλιότερα και τους χάσω και τους δύο από τη σελίδα. Aν, πάντως, αναπαρωθούνε ξέρετε το δράστη και τιμωρείστε τον με το να αλλάξετε… συχνότητα από το ραδιόφωνό του. Έτσι θα πάψει να κάνει τον προβοκάτορα… W.
Oι πατάτες του Δρυμωνιάτη
Σήμερα είναι βροχερή, η μέρα, πατριώτες
και το σταυρό τους κάνουνε όλοι οι Τσιριγώτες,
γιατί ο Μάρτης έφυγε και το νερό δε φτάνει
για τους τουρίστες που θα ‘ρθούν , ούτε και για μποστάνι.
Έτσι και ‘γω αποφάσισα στο σπίτι μου να κάτσω
πένα να πιάσω και χαρτί κανένανε να θάψω!
Μου είναι δύσκολο πολύ και λύπηση θα λάβω,
που εκλεκτό συνάδελφο πρέπει να περιλάβω.
Μ’ αυτός δε θέλει λύπηση, αφού τα ίδια κάνει,
κι’ όποιονε βάλει στο χαρτί το μάτι τού το βγάνει!
Πρόκειται για τον ποιητή, λόγιο Κασιμάτη
που τον γνωρίζουν διεθνώς σαν Γιώργη Δρυμωνιάτη!
Συχνά – πυκνά μας έρχεται, δεν θέλει τεμενάδες
και δεν ανήκει τώρα πια στους συκοσταφυλάδες,
αφού πολύ το νοσταλγεί κι έρχεται στο Τσιρίγο,
‘πο της ελιάς το μάζεμα και ίσα με τον τρύγο!
Φέρνει ιδέες φοβερές για νόστιμες τομάτες,
για βιοκαλλιέργειες και για ….χοντρές πατάτες!
Έτσι λοιπόν μια Κυριακή, του φετινού Φλεβάρη,
το Δρυμωνιάτη είδαμε πάλι να αριβάρει!
Με φόρα ήρθε φοβερή! Κανείς δεν τον σταμάτα
και δήλωσε πως θά ‘βανε δυό στρέμματα πατάτα!
Αφού την επαράγγειλε στο Kάτω το Λιβάδι,
και την ακριβοπλήρωσε, επήγε να τη βάλει,
εις το Δρυμώνα στα ψηλά που ‘χει ωραία θέα
σαν θα τις βγάνει απόλαυση να ‘ναι για την παρέα!
Όμως η μοίρα τά ‘φερε, στραβά στο νοικοκύρη
και πλέα δεν επρόκανε πατάτα για να σπείρει!
Έπρεπε σύντομα πολύ να φύγει για Αθήνα
κι’ έτσι η πατάτα έμεινε κι’ ήταν κι’ από τη ‘ΦΙΝΑ’.
Γρήγορα πακετάρισε κι’ έφυγε τσίτα γκάζι
και το φυτό το ξέχασε μέσα εις το μπαγκάζι!
Ταξίδι έκαμε καλό! Είχε καλή παρέα!
Με τσι πατάτες συντροφιά, περάσανε ωραία!!
Δεν ξέρω πως αντέδρασε σαν το ανιστορήθη,
κι΄ αν η κερά του το πρωί τον είπε κουτορνίθι.
Κείνο που ξέρω σίγουρα, κάτω δεν θα το βάλει
και λύση άλλη θα σκεφτεί το τρομερό κεφάλι!
Αυτός ‘πο τη μανία του, θα του την έχει δώσει,
μπορεί να δεις στον Υμηττό να πάει να τσι χώσει!!
Καημένε Δρυμωνιάτη μου, η ρίμα φέρνει πόνο,
αλλά το γήρας φίλε μου, ου γαρ έρχεται μόνο!!
Aνδρέας Λουράντος-Kονταράτος
Γάτος στα κεραμίδια
Του χάλασ’ ο ηλιακός που είχε στην ταράτσα
κι ως είναι γνησιότατος στο γένος και στη ράτσα
Κυθήριος, δεν φώναξε να ρθει να του τον φτιάξει
ο μάστορας, παρ’ έπιασε μόνος του να τον σιάξει.
Παίρνει μιαν ανεμόσκαλα, στην στέγη ανεβαίνει,
μα ο βοριάς, σαν διάολος φυσά και του την παίρνει.
«Αμάν, φωνάζει, ξέμεινα, πως θα κατέβω τώρα;
Φυσά βοριάς, κάνει κραΐ και έρχεται και μπόρα!»
Δακρύζουνε τα μάτια του απ’ τον πολύ αέρα,
«μάνα μου, λέει, θα χαθώ, πως ξέμεινα δω πέρα,
που πήγ’ η ανεμόσκαλα; Τι κάνω; Να τσινίσω;
Είν’ αψηλό το κτίριο, κόκαλα θα λιανίσω!
Κάποιος θα πρέπει να βρεθεί να ρθει και να με σώσει.
Απ’ το βοριά κι απ’ το κραΐ έχω καταμαργώσει!»
Μέσα σ’ αυτό τον πανικό, αρχίζει τα νοήμια,
προς οδηγούς περαστικούς. Μα είν’ όλοι τους μουχτήμια.
Δεν βλέπουν το ναυάγιο, τη σκάλα την πεσμένη,
παρά θαρρούνε βλακωδώς πως κάτι περιμένει,
και πως κουνεί τα χέρια του για να τους χαιρετίσει.
Εκείνος, ο κακόμοιρος, έχει καταμπλαβίσει
από το κρύο το πολύ κι από τη συντροδία
και βλαστημά την τύχη του κι αυτούς που μυρωδία
δεν παίρνουνε πως σύξυλος ξέμεινε εκειά πάνω.
«Θε μου, φωνάζει , ….προσπερνούν τα βούιδα! Θ’ αποθάνω!»
Μα όσοι κι αν περάσανε δεν βλέπαν τι γυρεύει
απάνω στη ταράτσα του. Θαρρούσαν πως κατσέβει
και πως ανέβηκε εκειά για ν’ αναδιάσει γάτα.
Καμιά γατούλ’ αλλοδαπή , ξανθιά, γαλανομάτα,
μιας και Γενάρης ήτανε, μήνας οπού φουντώνουν
οι γάτοι και στο κεραμιδαριό απάνω σκαρφαλώνουν.
Φαίνεται το κατάλαβε: « Βρε σεις, δεν είμαι γάτος,
εφώναζε….. Δεν βλέπετε πως είμ’ ο Κονταράτος!
Ελάτε προς βοήθεια, σηκώστε μου τη σκάλα
και σαν με κατεβάσετε, σπάστε μου την καρκάλα,
που δεν εσκέφτη πως μπορεί το ρέφουλο να δώσει
μίανε και τη σκάλα μου στον Κάλαμο να σώσει.»
Με τα πολλά εδέησε και ένας πιο μπασμένος
κατάλαβε πως ήτανε ‘ κεια πάν’ αποκλεισμένος.
Σταμάτησε και έστησε τη σκάλα κι εκατέβη
ο γάτος, π’ απ’ το τρέμουλο, έμοιαζε να χορεύει.
Μονάχα που δεν έκλαψε ο φίλος ο καημένος.
Του είπε πως του ήτανε καθυποχρεωμένος,
σωτήρα τον προσφώνησε, του έσφιξε το χέρι
και του εξήγα ζωηρά τι είχε υποφέρει
τρεις ώρες που εξέμεινε απάνω στην ταράτσα:
«Από το κρύο το πολύ, έβγαλα τη χλαπάτσα!»
Μα κείνος δεν κατάλαβε, πάρ’ είπε: « μπρε το γάτο,
μην τονε κάνεις πλέα σου, άτιμε Κονταράτο!»
Τούριξε μια κατραπακιά στο σβέρκο κι οδηγώντας
μαρσάρησε , του σφύριξε κι έφυγε τραγουδώντας:
« Νάμουν το Μάη γάϊδαρος και γάτος το Γενάρη,
όλο το χρόνο κόκορας, τράγος τον Αλωνάρη!»
Τον ξάνοιγε που έφευγε κι έλεγ’ ο Κονταράτος:
«Ρε σεις….,στην άλλη μου ζωή… λέτε να ήμουν γάτος;»
Πάντως, αν εξαιρέσουμε, την κάποι’ αφηρημάδα,
και το χουνέρι π’ έκαμε η σκάλα, η ρημάδα,
κι αν ο βοριάς σε έπιασε, καημένε, απ’ τη μύτη,
όλα σου τ’ άλλα δείχνουνε, καλέ μας Τριβολίτη,
πως ήσουν , είσαι κι εύχομαι πάντα σου νάσαι γάτης.
Σε χαιρετώ και σε φιλώ. Γιώργης ο Δρυμωνιάτης.
Για τα εικοσάχρονα της εφημερίδας μας
Παρότι δεν μας κάλεσες κεράκια για να σβήσεις
και να γιορτάσουμε μαζί τα είκοσί σου χρόνια
π’ εκδίδεσαι ανελλιπώς, γεμάτη με ειδήσεις,
εμείς δαδά σ’ ευχόμαστε να εκδίδεσαι αιώνια,
για να μπορούμε και εμείς, μέσ’ απ’ την εκδόσή σου
να την πουλούμε, π’ έχουμε λελάδα με καντάρι.
Eίθε λοιπόν και στ’ εκατό να είμαστε μαζί σου
και νάν’ ακόμα η πένα μας σκληρή, ωσάν κοντάρι.
Nάναι τα φύλλα σου χλωρά και ζουμερά, μ’ ουσίες.
Σε όλη την υφήλιο τα Tσιριγωτονέα
να φέρνεις.Πάντα να τσιγκλάς κουβέρνα κι εξουσίες.
Xίλιες ευχές από καρδιάς. H Tριβολοπαρέα.
Διά του νομίμου εκπροσώπου της
Γ. Π. ΔPYMΩNIATH
Δημοσιεύθηκε στο φ. 213, Απρίλιος 2007 της έντυπης έκδοσης.






Kythira Online











































































































