Στην Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες, το ισχύον συνταξιοδοτικό σύστημα είναι κυρίως το διανεμητικό – της αλληλεγγύης των γενεών – όπου οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, μέσω των εισφορών τους στις κοινωνικές ασφαλίσεις και της φορολογίας των εισοδημάτων τους. Με αυστηρούς οικονομικούς όρους, το σύστημα αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτόνομο, στην ακραία περίπτωση όπου το σύνολο των συντάξεων θα καλυπτόταν από τις εργατικές και εργοδοτικές εισφορές.
Στην πραγματικότητα όμως, αυτό δεν είναι εφικτό, λόγω ανεπάρκειας των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, οι οποίες προώρισται να καλύψουν και πολλές άλλες κοινωνικές ανάγκες της χώρας. Για τον λόγο αυτό, η βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος συντηρείται με επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι απεριόριστη.
Προς τούτο, η ΕΕ έχει θεσπίσει ανώτατα όρια κρατικής χρηματοδότησης, μέχρι τα οποία το σύστημα θεωρείται βιώσιμο, ενώ πέραν αυτών θα δημιουργήσει δημοσιονομικές και οικονομικές δυσλειτουργίες και προβλήματα. Τα όρια αυτά είναι αφ’ ενός η κρατική επιχορήγηση να μην υπερβαίνει το 30%-40% του συνολικού κονδυλίου των συντάξεων και αφ’ ετέρου, η συνολική δαπάνη για συντάξεις να μην υπερβαίνει το 14%-15% του ΑΕΠ.
Ας δούμε τώρα πια είναι η θέση της χώρας μας, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ και έναντι των θεσπισμένων ανώτατων ορίων βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος. Στην Ελλάδα, το συνολικό κονδύλι των συντάξεων που ανέρχεται σε 35 δισ. Ευρώ, διαμορφώνεται κατά 57% από τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών και κατά το υπόλοιπο 43% από κρατική χρηματοδότηση.
Το ποσοστό αυτό επιδότησης είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ και υπερβαίνει τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου η αναλογία εισφορών-επιχορήγησης είναι 60%-40%. Από την άλλη μεριά, το συνολικό κόστος για την πληρωμή των συντάξεων αποτελεί το 16,2% του ΑΕΠ της χώρας, από τα υψηλότερα επίσης ποσοστά στην ΕΕ, στην οποία ο μέσος όρος είναι 12,3%, αλλά με μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ των χωρών. Όσον αφορά τις διεθνείς νόρμες, είναι σαφές, ότι η Ελλάδα έχει, ξεπεράσει κατά πολύ και τα δύο ανώτατα όρια ασφαλείας (με 43% επιχορήγηση και 16,2% δαπάνη επί του ΑΕΠ).
Ποιοι είναι όμως οι λόγοι που οδήγησαν την Ελλάδα σε αυτή την κατάσταση; Γιατί οι εργατικές και εργοδοτικές εισφορές δεν επαρκούν να καλύψουν την αυτονομία του συστήματος, που είναι ιδανικά το ζητούμενο, και γιατί είναι αδύνατη η εξασφάλιση εφικτών επιπέδων βιωσιμότητας, με την συμμετοχή της κρατικής επιχορήγησης, που είναι πραγματιστικά αποδεκτό;
Ουσιαστικά, υπάρχει μια σωρεία παραγόντων δημογραφικής φύσεως, οι οποίοι για την μελέτη του ζητήματος των συντάξεων συμποσούνται, στην διεθνή βιβλιογραφία, σε ένα αριθμητικό δείκτη, υπό την μορφή κλάσματος, με αριθμητή τον αριθμό των εργαζομένων και παρονομαστή τον αριθμό των συνταξιούχων (εργαζόμενοι/συνταξιούχοι). Ονομάζεται «δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων», αγγλιστί «old age dependence ratio”.
Εντός του πλαισίου των υφισταμένων οικονομικών και φορολογικών δεδομένων, όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης αυτός τόσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός αυτόνομης κάλυψης των συντάξεων, και όσο χαμηλότερος είναι ο δείκτης τόσο μικρότερη είναι η αυτονομία χρηματοδότησης και μεγαλύτερη η εξάρτηση από την κρατική επιχορήγηση, η οποία, παρεμπιπτόντως, απορροφά σήμερα περίπου τα 3/4 από τα 37 δισ. Ευρώ των εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών.
Στην Ελλάδα, ο αριθμός των απασχολουμένων, οι οποίοι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ανέρχονται σήμερα σε 4.272.151 άτομα, και ο αριθμός των συνταξιούχων, οι οποίοι σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, ανέρχονται σήμερα σε 2.510.000, διαμορφώνουν τον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων στην αναλογία 1,7 προς 1 (4.272.151: 2.510.000). Συγκρινόμενος με τον μέσο δείκτη της ΕΕ που είναι λίγο λιγότερο από 3 προς 1, και το standard όριο βιωσιμότητας, που έχει προκύψει από σχετικές μελέτες και είναι 4 προς 1, ο σημερινός δείκτης της Ελλάδας, είναι πολύ χαμηλότερος (δυσμενέστερος) από τον μέσο όρο της ΕΕ, και απέχει παρασάγγας από τον ιδανικό δείκτη.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ο καίριος αυτός δείκτης για την βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, είναι πολύ ευαίσθητος στις οικονομικές μεταβολές που επηρεάζουν την απασχόληση και το βαθμό εξόδου από το εργατικό δυναμικό, την συνταξιοδότηση. Για του λόγου το αληθές, αν χωρίσουμε την περίοδο από το 2000 μέχρι σήμερα σε τρεις υποπεριόδους, ανάλογα με την οικονομική συγκυρία, θα διαπιστώσουμε τα εξής.
Πριν από την οικονομική κρίση του 2008, η σχετική σταθερότητα της περιόδου 2000-2008 εξασφάλισε ένα δείκτη 2,5 προς 1, Στην καρδιά όμως της κρίσης 2009-2016, ο δείκτης έκανε βουτιά σε 1,5 προς 1. Ήταν η περίοδος που η ανεργία εκτινάχτηκε στο 27,5%, ενώ ταυτόχρονα οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις έφτασαν στο ζενίθ. Στην περίπτωση αυτή, ο δείκτης συρρικνώθηκε, δεχόμενος διπλό πλήγμα (μειώθηκε ο αριθμητής και αυξήθηκε ο παρονομαστής του κλάσματος).
Στην τρίτη, τέλος, περίοδο που η κρίση πέρασε και η οικονομική σταθερότητα άρχισε να αποκαθίσταται, πραγματοποιήθηκε μια μικρή μόνο ανάκαμψη του δείκτη στο 1,7 προς 1, εν μέρει, και λόγω συνέχισης του κύματος των συνταξιοδοτήσεων. Είναι φανερό, από αυτά τα δεδομένα, ότι η αυξομείωση του δείκτη στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, ελαφρύνει ή εντείνει μόνο πρόσκαιρα την πίεση στο σύστημα συνταξιοδότησης, αλλά δεν επιφέρει καμία μονιμότερη αλλαγή στην βιωσιμότητά του.
Συμπερασματικά, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων, μαζί με τα δύο προηγούμενα χρηματοοικονομικά όρια του βιώσιμου συνταξιοδοτικού συστήματος – του ποσοστού χρηματοδότησης των συντάξεων από τον κρατικό προϋπολογισμό και του ποσοστού του ΑΕΠ που διατίθεται για συντάξεις – συμπληρώνει ένα τρίπτυχο ασφαλείας, το οποίο αποτρέπει την διασάλευση της δημοσιονομικής ισορροπίας και τον εκτροχιασμό της οικονομίας, εξ’ αιτίας υπερβάσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Κοιτάζοντας μπροστά, ενώ τα πράγματα για το συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως εκθέσαμε εν εκτάσει, δεν πάνε καθόλου καλά σήμερα, στα επόμενα 25 χρόνια, αναμένεται να γίνουν ακόμη χειρότερα. Σύμφωνα με την πρόσφατη Έκθεση Γήρανσης (Ageing Report) της ΕΕ για την Ελλάδα, η αναλογία εργαζομένων/συνταξιούχων προβλέπεται να συρρικνωθεί το 2050 σε 1,14 προς 1 από 1,69 προς 1 που ήταν το 2022 (Πίνακας 1.)
Πίνακας 1 Αριθμός εργαζομένων και συνταξιούχων, 2022 και 2050
| Κατηγορία | 2022 | 2050 |
| Εργαζόμενοι | 4.155.000 | 3.384.000 |
| Συνταξιούχοι | 2.460.000 | 2.958.000 |
| Εργαζόμενοι /Συνταξιούχοι | 1.69/1 | 1,14/1 |
Πηγή ΕΛΣΤΑΤ και Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ageing Report, 2024
Η αναμενόμενη κατρακύλα του δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων εξηγείται από το γεγονός, ότι διαχρονικά, αριθμητής και παρονομαστής του κλάσματος κινούνται αντίρροπα, ο αριθμητής μειώνεται και ο παρονομαστής αυξάνεται. Βασικός λόγος για την μείωση των εργαζομένων και την αύξηση των συνταξιούχων είναι φυσικά η μείωση του πληθυσμού και η γήρανσή του (πίνακας 2).
Πίνακας 2 Πληθυσμός 2021(Απογραφή) και 2050 (εκτίμηση) κατά ευρέα κλιμάκια ηλικιών
| Ηλικίες | 2021 | % | 2050 | % | Μεταβολή 2021-2050 |
| 0-14 | 1.327.279 | 12,7 | 1.080.000 | 12,0 | -247.279 |
| 15-64 | 6.474.375 | 61,8 | 4.950.000 | 55.0 | -1.524.375 |
| 65και άνω | 2.680.833 | 25,5 | 2.970.000 | 33.0 | 289.167 |
| Σύνολο | 10.482.487 | 100,0 | 9.000.000 | 100,0 | -1482.487 |
Πηγή Επεξεργασία από
ΕΛΣΤΑΤ Απογραφή 2021 και Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ageing Report, 2024
Όπως εκτιμάται από αναλογιστικές μελέτες, τα αποτελέσματα των οποίων εμφανίζονται στον πίνακα 2, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας προβλέπεται ότι θα είναι, το 2050, κατά 1,5 εκατομμύρια λιγότερος, αλλά και πολύ γηραιότερος. Η ηλικιακή σύνθεσή του θα συνεχίσει να χειροτερεύει με ταχύτερους ρυθμούς, εις βάρος των νέων και του εργατικού δυναμικού.
Ο κορμός των δυναμικών, όπως λέγονται, ηλικιών 15-64, από τους οποίους κυρίως προέρχονται οι εργαζόμενοι, προβλέπεται να μειωθεί, σε 30 χρόνια, κατά 1,5 εκατομμύρια περίπου, και οι ηλικίες 65 και άνω, στις οποίες ανήκει η πλειοψηφία των αποστράτων της εργασίας, αναμένεται να αυξηθούν κατά 290.000 περίπου, και να αποτελούν το 1/3 του συνολικού πληθυσμού. Χονδρικά δηλαδή, θα δουλεύουν σχεδόν 5 εκατομμύρια άτομα (55%) για την συντήρηση των 9 εκατομμυρίων, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το 62% σήμερα.
Το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή την ανάλυση είναι, ότι σήμερα το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας δυσλειτουργεί , είναι από τα προβληματικότερα στην ΕΕ και έχει ξεπεράσει κατά πολύ όλα τα διεθνή standards που εξασφαλίζουν την βιωσιμότητά του. Το μέλλον είναι ακόμη περισσότερο δυσοίωνο, δεδομένης της προβλεπόμενης μεγάλης μείωσης του πληθυσμού της χώρας και της έντονης γήρανσής του. Κατόπιν τούτων, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα της επικεφαλίδας είναι προφανώς όχι! Το συνταξιοδοτικό σύστημα χρήζει ριζικών και επίπονων αλλαγών για την ανάταξή του.
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Σεπτεμβρίου 2026