Το Δημογραφικό ανήκει στις γυναίκες
Η μητρότητα εξακολουθεί να σημαίνει για πολλές γυναίκες περισσότερες ευθύνες, μεγαλύτερη επιβάρυνση στην επαγγελματική ζωή και δυσανάλογη εργασία μέσα στον γάμο. Γι’ αυτό το Δημογραφικό, αν θέλουμε πραγματικά να το καταλάβουμε, πρέπει να το κοιτάξουμε από την πλευρά εκείνης που τελικά θα κυοφορήσει και, σε μεγάλο βαθμό, θα σηκώσει το καθημερινό βάρος της φροντίδας | Λίλα Σταμπούλογλου
Ολα αυτά που γράφουν τα στατιστικά για το Δημογραφικό, αν είσαι γυναίκα τα βλέπεις γύρω σου. Στις γνωστές και στις φίλες που κωλυσιεργούν, που δεν βρίσκουν τον σωστό άνθρωπο για οικογένεια ή που, πολύ απλά, δεν θέλουν καθόλου οικογένεια. Τα βλέπεις και στους άντρες που μοιάζουν να καθυστερούν όλο και περισσότερο να μπουν στη διαδικασία της δέσμευσης και της ευθύνης που απαιτεί η δημιουργία οικογένειας. Τα βλέπεις στη μοναξιά και στη δυσκολία στις σχέσεις που δεν αντέχουν πια το βάρος της πραγματικής ζωής.
Πώς ακριβώς χωράει ένα παιδί μέσα σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση;
Η Ελλάδα είχε 68.467 γεννήσεις το 2024, περίπου 4,2% λιγότερες από το 2023. Οι θάνατοι ήταν 126.916. Δηλαδή για κάθε 100 γεννήσεις αντιστοιχούσαν 184 θάνατοι. Από περίπου 148.000 γεννήσεις τον χρόνο στα τέλη της δεκαετίας του ’70, έχουμε φτάσει σήμερα περίπου στις 67.000. Την ίδια στιγμή, η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση έχει ανέβει στα 32,2 χρόνια, ενώ ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται περίπου στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα.
Το Δημογραφικό συζητιέται συνήθως σαν να είναι ένας αριθμός που πρέπει να διορθώσουμε, σαν να υπάρχει κάπου ένας διακόπτης που μπορούμε να τον γυρίσουμε από το «λίγα παιδιά» στο «περισσότερα παιδιά». Μόνο που πίσω από κάθε γέννηση υπάρχει μια γυναίκα που πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή της και ένας άνδρας που δεν έχει ενηλικιωθεί στα σαράντα του.
Οι γυναίκες σήμερα έχουν περισσότερες επιλογές από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά. Σπουδάζουν, εργάζονται, ταξιδεύουν, ζουν μόνες, φεύγουν από σχέσεις που δεν τους κάνουν, χτίζουν οικονομική και προσωπική ανεξαρτησία. Και ταυτόχρονα έχουν αρχίσει να βλέπουν πιο καθαρά κάτι που παλαιότερα περνούσε στο ντούκου, ότι η οικογένεια δεν μοιράζεται ισότιμα στους δύο που τη φτιάχνουν. Θα πέσει στους ώμους τους.
Το παιδί μπορεί να είναι χαρά και ζωή, είναι όμως και φροντίδα. Είναι νύχτες χωρίς ύπνο, παιδίατροι, σχολεία, αρρώστιες, μαγείρεμα, μετακινήσεις, δραστηριότητες, άδειες από τη δουλειά, οργάνωση, πρόγραμμα και στην πράξη, ένα μεγάλο μέρος αυτής της αόρατης εργασίας εξακολουθεί να πέφτει στις γυναίκες. Τα διαθέσιμα στοιχεία για τη χρήση του χρόνου καταγράφουν ότι οι γυναίκες συμμετέχουν περισσότερο στις οικιακές και φροντιστικές εργασίες, ενώ η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες του ΟΟΣΑ όπου, όταν συνυπολογίζονται αμειβόμενη και μη αμειβόμενη εργασία, οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερο συνολικό ημερήσιο φόρτο από τους άνδρες.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα είχε το 2024 ένα από τα μεγαλύτερα χάσματα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ενωση: 18,8 ποσοστιαίες μονάδες. Μάλιστα, η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία επηρεάζεται περισσότερο όσο αυξάνεται ο αριθμός των παιδιών.
Αρα, ναι, μπορούμε να μιλάμε για το κόστος ενός παιδιού, για την ακρίβεια της στέγης, για τους μισθούς, για τους παιδικούς σταθμούς, για την εργασιακή ανασφάλεια. Αλλά υπάρχει και ένα κόστος που δεν εμφανίζεται εύκολα σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό και αυτό είναι το κόστος του χρόνου μιας γυναίκας.
Εδώ η γενιά μου, οι millennials, βρίσκονται σε μια παράξενη θέση. Μεγάλωσαν με την προσδοκία ότι κάποια στιγμή θα ενηλικιωθούν, θα κάνουν μια σταθερή σχέση, θα αποκτήσουν σπίτι και παιδιά. Μόνο που η ενηλικίωση μετακινήθηκε προς τα πίσω. Η οικονομική ανεξαρτησία ήρθε αργότερα, η στέγη έγινε δυσκολότερη, οι σχέσεις πιο εύθραυστες και η ιδέα της οικογένειας λιγότερο αυτονόητη. Για τη Gen Z, δεν το συζητώ, η οικογένεια και η τεκνοποίηση μοιάζουν σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Υπάρχει βέβαια και κάτι ακόμη που δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε έναν πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ και είναι η αλλαγή της γυναικείας επιθυμίας. Η γυναίκα που κάποτε θεωρούσε αυτονόητο ότι θα γίνει σύζυγος και μητέρα έχει σήμερα το δικαίωμα να ρωτήσει τον εαυτό της αν πραγματικά το θέλει και πόσο τη συμφέρει κάτι τέτοιο, πρακτικά και ψυχικά. Το βιολογικό ρολόι χτυπάει, αλλά το βάζεις στο snooze γιατί διαπιστώνεις ότι αν το ακούσεις, θα σου διαλύσει την ύπαρξη.
Χαζεύοντας στα κοινωνικά δίκτυα, πολλές φορές πέφτω πάνω σε βίντεο ειδικών που εξηγούν γιατί οι γυναίκες απέχουν από το άθλημα της τεκνοποίησης. Γιατί, και έχει φανεί από ερωτηματολόγια και έρευνες, η ευτυχία τους δεν έρχεται πια μέσα απ’ όλα αυτά. Για την ακρίβεια, έρχεται περισσότερο όταν παραμένουν single. Αντιθέτως, η ευτυχία των αντρών έρχεται όταν κάνουν σχέσεις που δένουν τα μέλη τους σε μια οικογενειακή δομή.
Μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό. Είσαι εσύ που αναλαμβάνεις τα πάντα, να πώς γίνεται. Εχεις πάνω σου το μεγαλύτερο μέρος του νοικοκυριού και του μεγαλώματος των παιδιών, έχεις τη δουλειά σου, και επιπλέον, έχεις και έναν άνδρα που έχει μάθει να λειτουργεί σαν μεγάλο παιδί μέσα σε μια σχέση, αναζητώντας τη φροντίδα της συντρόφου του και περιμένοντας από αυτήν να είναι ο υπερήρωας που τα προλαβαίνει όλα. Γιατί να μπεις σε μια συνθήκη που μοιάζει ριάλιτι επιβίωσης και αντοχής; Το σκέφτεσαι διπλά και τριπλά, βλέπεις και τη φίλη που δεν έχει κάνει παιδιά και οικογένειες να περνάει μια χαρά, και λες «καλύτερα έτσι».
Οσο η μητρότητα εξακολουθεί να σημαίνει για πολλές γυναίκες περισσότερη ευθύνη, μεγαλύτερη διακοπή ή επιβάρυνση στην επαγγελματική ζωή και δυσανάλογη εργασία μέσα στον γάμο, η απόφαση να αποκτήσεις παιδί θα γίνεται όλο και πιο συνειδητή και λιγότερο αυτονόητη. Γι’ αυτό το Δημογραφικό, αν θέλουμε πραγματικά να το καταλάβουμε, πρέπει να το κοιτάξουμε από την πλευρά εκείνης που τελικά θα κυοφορήσει, θα γεννήσει και, σε μεγάλο βαθμό, θα σηκώσει το καθημερινό βάρος της φροντίδας.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο «γιατί δεν κάνουν παιδιά οι Ελληνίδες;» και τι θα συμβεί στην Ελλάδα σε πενήντα χρόνια. Δεν μας νοιάζει τι θα γίνει σε πενήντα χρόνια στη χώρα, μας νοιάζει που σήμερα, το να κάνεις παιδιά, κάνει τη ζωή σου τόσο δύσκολη, που πολύ εύκολα λες: Ευχαριστώ, δεν θέλω. ΟΧΙ.