Το φάντασμα του αυταρχισμού πάνω από την Ευρώπη
Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βρετανία, Ισπανία είναι έτοιμες να πέσουν στην αγκαλιά της Ακροδεξιάς. Ποτέ στη σύγχρονη Ιστορία οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν είχαν φτάσει σε αυτό το σημείο. Ακόμα και στην κατασκότεινη δεκαετία του 1930, όταν ο φασισμός γνώριζε αντίστοιχη επέλαση, τα αναχώματα εναντίον του σε διεθνές επίπεδο ήταν τουλάχιστον περισσότερα | Γιάννης Ανδρουλιδάκης
Οι δημοσκοπήσεις της περασμένης εβδομάδας στη Γαλλία έδειξαν μια κοινή τάση. Η Μαρίν Λεπέν βελτίωσε υπέρ της κατά μία μονάδα τις εκτιμήσεις αποτελέσματος τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών που θα γίνουν σε οκτώ μήνες από σήμερα, έναντι κάθε ενός από τους πιθανούς αντιπάλους της.
Πλέον, η εκτίμηση του ποσοστού της ξεκινά από το 55%, σε περίπτωση που αντίπαλός της είναι ο μετριοπαθής κεντροδεξιός δήμαρχος Χάβρης και πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, και φτάνει μέχρι και το 68%, εάν στον δεύτερο γύρο αναμετρηθεί με τον υποψήφιο της ριζοσπαστικής Αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν. Οι υπόλοιποι υποψήφιοι του πάλαι ποτέ «δημοκρατικού μετώπου» (Ατάλ, Γκλικσμάν κ.ά.), επίσης χάνουν με αντίστοιχες διαφορές σε έναν ενδεχόμενο δεύτερο γύρο απέναντι στη Λεπέν, αλλά ούτως ή άλλως δύσκολα θα βρεθούν σε αυτόν.
Στη Γαλλία αρκετοί λένε ότι τα ποσοστά αυτά είναι πλασματικά. Οση και αν είναι η πόλωση μεταξύ των αντι-Λεπέν υποψηφίων αυτή τη στιγμή, η αντιπαλότητα θα αμβλυνθεί εκ των πραγμάτων μπροστά στο ενδεχόμενο εκλογής της. Ανθρωποι που τώρα δηλώνουν ότι δεν θα πήγαιναν να ψηφίσουν εναντίον της εάν στον δεύτερο γύρο δεν βρεθεί ο υποψήφιος της προτίμησης τους, στο τέλος θα αναγκαστούν να το κάνουν.
Ακόμα και έτσι, η υποψήφια της Ακροδεξιάς διατηρεί ένα διόλου ασήμαντο προβάδισμα 10 μονάδων απέναντι στον πιο επικίνδυνο αντίπαλό της (τον Φιλίπ) και είναι μάλλον αδύνατο να χάσει από τον Μελανσόν. Ο τελευταίος, σε μεγάλο βαθμό έχει αντικαταστήσει τα τελευταία χρόνια, λίγο με τις θέσεις του και λίγο με το στιλ με το οποίο πολιτεύεται, τη Λεπέν στη θέση του «δαίμονα της Δημοκρατίας». Και «η Δημοκρατία, όπως και η Κόλαση στις μονοθεϊστικές θρησκείες, χωράει έναν μόνο Διάβολο», όπως σχολίασε εύστοχα ένας γάλλος κοινωνιολόγος.
Θα κερδίσει η Λεπέν τις εκλογές; Πριν επιχειρήσει κανείς να δώσει απάντηση σε αυτό, είναι καλό να ρίξει μια ματιά στο τι συμβαίνει πέρα από τη Γαλλία. Στη Γερμανία, το ακροδεξιό AfD προηγείται με ποσοστά που προσεγγίζουν το 28%, με διαφορά επτά μονάδων από τη Δεξιά του CDU/CSU, την ώρα που τα τρία κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς (Πράσινοι, Σοσιαλδημοκράτες και «Αριστερά») κινούνται στη ζώνη μεταξύ του 12% και του 14% το καθένα.
Στην Ιταλία, το μετα-φασιστικό Αδέλφια της Ιταλίας της Μελόνι διατηρεί με σχετική ευκολία την πρώτη θέση σε όλες τις δημοσκοπήσεις μετά από πέντε χρόνια διακυβέρνησης, ενώ οι όποιες απώλειες του κυβερνητικού συνασπισμού υπερκαλύπτονται από το ποσοστό που συγκεντρώνει το νεοπαγές Εθνικό Μέλλον του απόστρατου στρατιωτικού των ειδικών δυνάμεων Ρομπέρτο Βανάτσι, το οποίο της ασκεί κριτική από τα… δεξιά και δηλώνει ότι εγγράφεται «στη χριστιανική και ρωμαϊκή παράδοση».
Στη Μεγάλη Βρετανία, το ακροδεξιό Reform του Ντάνιελ Φάρατζ ήταν επίσης για καιρό πρώτο στις δημοσκοπήσεις, μέχρι που η αντικατάσταση του Κιρ Στάρμερ από τον Αντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία έδωσε μια ώθηση στους Εργατικούς, που πέρασαν ξανά στην πρώτη θέση με βραχεία κεφαλή.
Στην Ισπανία, που αποτελεί το τελευταίο προπύργιο της Αριστεράς στην ηπειρωτική Ευρώπη, η νίκη της Δεξιάς προεξοφλείται οποτεδήποτε και αν γίνουν εκλογές, με το φασιστικό Vox ναμετριέται στο 17,5% και το Λαϊκό Κόμμα (που άλλωστε ιδρύθηκε το 1976 από οπαδούς του Φράνκο) να μην έχει την παραμικρή αναστολή να συνεργαστεί μαζί του. Και στην Αμερική κυβερνά ο Τραμπ.
Ας το δούμε ρεαλιστικά. Ποτέ στη σύγχρονη Ιστορία οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν είχαν φτάσει σε αυτό το σημείο. Ακόμα και στην κατασκότεινη δεκαετία του 1930, όταν ο φασισμός γνώριζε αντίστοιχη επέλαση, τα αναχώματα εναντίον του σε διεθνές επίπεδο ήταν τουλάχιστον περισσότερα. Δύο πολύ μεγάλες χώρες, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, που με όλες τις παλινωδίες τους έμοιαζαν στεγανοποιημένες απέναντι στη φασιστική απειλή, μια Αριστερά που ανταγωνιζόταν την Ακροδεξιά, σε εκλογικό τουλάχιστον επίπεδο, και ακόμη, η ύπαρξη της Σοβιετικής Ενωσης, που διατηρούσε ζωντανή την αίσθηση ενός κοινωνικού ανταγωνισμού στην Ευρώπη.
Στο κλασικό του βιβλίο για τον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα, ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ παρατηρεί ότι το ζήτημα της δεκαετίας του 1930 δεν ήταν μόνο ότι η μεγάλη άνοδος του φασισμού, αλλά και ότι ο πολιτικός ανταγωνισμός εξελισσόταν σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ των διαφορετικών εκδοχών της Δεξιάς.
Και όμως, παρατηρώντας κανείς τις δύο ιστορικές περιόδους, θα διαπιστώσει ότι αυτό σήμερα ισχύει περισσότερο από όσο 100 χρόνια πριν. Η διπλή κρίση που πέρασε ο καπιταλισμός, πρώτα η οικονομική του 2008 και στη συνέχεια η υγειονομική του 2020, και από την οποία αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ουδέποτε συνήλθε, έχει γεννήσει ένα κράμα ριζοσπαστικού αυταρχισμού και κατάρρευσης του παραδοσιακού τρόπου άσκησης της πολιτικής, εντελώς πρωτόγνωρου και με μηδενικές ή έστω ανεπαρκείς μεθόδους αναχαίτισης.
Με όρους πολιτικής επιστήμης, η μεταφορά του πολιτικού ανταγωνισμού στο εσωτερικό των διαφορετικών εκδοχών της Δεξιάς είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά αφορά την ουσία της κοινωνικής προόδου, την κατεύθυνση και την ταχύτητά της. Αν σήμερα η συστημική Δεξιά έχει να ανταγωνιστεί πρωτίστως την Ακροδεξιά, αυτό συμβαίνει γιατί η ιδέα της κοινωνικής προόδου έχει συνθλιβεί. Τριάντα πέντε χρόνια νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, συνοδευόμενων από μια συστημική οικονομική κρίση και το κοινωνικό σοκ της πανδημίας, υπήρξαν αρκετά για να τη συνθλίψουν.
Τη θέση της διαγκωνίζονται να πάρουν εναλλακτικές εκφάνσεις κοινωνικής εκδικητικότητας και μνησικακίας. Αυτό είναι πάντα το πεδίο της Ακροδεξιάς και δεν κόστισε ποτέ φθηνά στην ανθρωπότητα. Είναι δε τέτοια η ηγεμονία της στην «εποχή των θλιμμένων παθών», ώστε και ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς δραστηριοποιείται επίσης στο ίδιο αυτό θυμωμένο πεδίο. Εις μάτην.
Η κατάσταση ιδιοσυγκρασιακής αγανάκτησης στην οποία έχει περιέλθει ο Δυτικός κόσμος τροφοδοτεί αντικειμενικά την Ακροδεξιά πολλαπλάσια από όσο την Αριστερά. Και ο γενικευμένος «μιλιταρισμός των ταυτοτήτων», στη δίνη του οποίου έχουμε περιπέσει, αναδεικνύει νικήτριες τελικά τις ισχυρότερες ταυτότητες της κοινωνικής επετηρίδας. Παρά την αδιάκοπη γκρίνια της Ακροδεξιάς για τη «woke ατζέντα», οι επιθετικές «αφυπνίσεις» της εποχής είναι πρωτίστως οι συνήθεις: έθνη, φυλές, λευκοί άνδρες – όλα αυτά που αποτελούν τη μείζονα κοινωνική βάση του τραμπισμού. Και στρέφονται ενάντια στις άλλες.
Είμαστε καταδικασμένοι να παρακολουθήσουμε την επέλαση της Ακροδεξιάς, ελπίζοντας να μην οδηγήσει μοιραία εκεί που οδήγησε τη δεκαετία του 1930; Η αρνητική απάντηση προϋποθέτει την ανακίνηση της συζήτησης για την κοινωνική πρόοδο. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία, αν θέλει να παραμείνει αλώβητη από μια νέα γενικευμένη αυταρχική απειλή, πρέπει να ανακτήσει τη σχέση της με τα ζητήματα της οικονομικής δικαιοσύνης, της κοινωνικής προστασίας και της λογοδοσίας στην κοινωνία και στις δομές της.
Ολα αυτά που λοιδορήθηκαν και έχασαν το κύρος και την ισχύ τους μετά τον θρίαμβο του καπιταλισμού και των κοινωνιών της ελεύθερης αγοράς επί του σοβιετικού κρατικού μοντέλου είναι το αντίβαρο που απουσιάζει απέναντι στον αυταρχικό μηδενισμό των απελπισμένων κοινωνιών.
Οι ιδιότυπες εξελίξεις στο Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ, όπου για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία υποψήφιοι που δηλώνουν «σοσιαλιστές» κερδίζουν τις εσωκομματικές εκλογές, δείχνουν ότι η επιστροφή αυτής της συζήτησης είναι μάλλον αναπόφευκτη. Ο ρυθμός με τον οποίο αναπτύσσονται τεχνολογικά μονοπώλια και αντίστοιχες αυταρχικές πολιτικές εκφράσεις του, από την άλλη, είναι γρηγορότερος.
Ο κίνδυνος να βρεθούμε με μια σειρά αυταρχικών κυβερνήσεων σε όλη τη Δύση μέχρι αυτή η συζήτηση να σχηματιστεί ξανά, είναι υπαρκτός. Ωστόσο, η δυνατότητα των Δυτικών κοινωνιών να αμυνθούν και να δημιουργήσουν μια εναλλακτική στον πολιτικό αυταρχισμό είναι ακόμα εφικτή επίσης. Αρκεί να μη συνεχίσουν να παριστάνουν ότι ο ουμανιστικός πολιτισμός είναι απόρθητος από τις δυσπλασίες που ο ίδιος γεννά.